FAZ

FAZ= ΠΡΧ ΦΑΤΣΑ, ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ, ΠΡΧ ΦΙΑΚΝΩ< FACER< HACER, ΠΡΧ ΧΑΚΕΡ> ΠΟΥ ΦΤΙΑΧΝΕΙ, ΠΡΧ ΦΙΑΚΤΟ, ΝΤΕ ΦΑΚΤΟ, ΠΡΧ ΟΦΙΚΙΟ, ΟΦΙΣ, ΠΡΧ ΠΡΟ-ΦΙΤΕΡΟΛ, ΠΡΧ ΚΟΝ-ΦΕΤΙ, ΠΡΧ ΦΑΞ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

faz πρχ φάτσα και οι ιδιότητες της

1. θ, όψη ατόμου, πρόσωπο, su faz me resulta familiar, η φάτσα του μου φαίνεται οικεία

2. όψη, πλευρά αντικειμένου, επιφάνεια, de repente, desapareció de la faz de la tierra,

ξαφνικά, εξαφανίστηκε απο το πρόσωπο της γης

3. μπροστινή ή κύρια οψη σε αντικείμενο, μετάλλια, νομίσματα,

la faz de una moneda, η κύρια όψη ενός νομίσματος

4. εκφ, faz a faz, πρόσωπο με πρόσωπο

la Sacra, Santa Faz, θρη, το πρόσωπο του Ιησού

a la faz de, στην επιφάνεια του, της

de, con doble faz, διπλής όψεως, ντουμπλ φας, cinta adhesiva de doble faz,

κολλητική ταινία διπλής όψεως

fotocopia de doble faz, φωτοαντίγραφο διπλής όψεως

un abrigo de cuero con doble faz, ένα δερμάτινο πανωφόρι ντουμπλ φας

desaparecer de la faz de la tierra, εξαφανίζομαι από προσώπου γης

antifaz 1. α, πρχ αντι-φάτσα= μάσκα, en carnaval nos ponemos un antifaz,

στο καρναβάλι φοράμε μια μάσκα

2. μάσκα ύπνου, en el avión les dieron antifaces para poder conciliar el sueño,

στο αεροπλάνο τους έδωσαν μάσκες ύπνου για να μπορέσουν να κοιμηθούν

bifaz 1. α, αρχ, πρχ αμφι-φάτσα= αμφίπλευρο, χειροπέλεκυς

2. ε, αμφιπλευρικός, -ή, -ό

interfaz πρχ δια-φατσα

1. θ, πλφ, διεπαφή διασύνδεση

2. ηκλ, διεπαφή, διασύνδεση

3. σνθ, interfaz de usuario, διεπαφή χρήστη

interfaz común de pasarela, κοινή διεπαφή πύλης, πρωτόκολλο CGI f Common Gateway

interfaz gráfica, διεπαφή με χρήση γραφικών

sobrefaz 1. θ, πρχ υπερ-φατσας= επιφάνεια αντικειμένου, σε κάτι

sobrehaz 1. θ, κάλυμμα, σκέπασμα αντικειμένου

2. μτφ, εξωτερική εμφάνιση, όψη ατόμου

3. μτφ, εξωτερική επιφάνεια λέξεων, ψυχής, πράξης, επικάλυψη,

Su dureza era tan sólo el sobrehaz de su apasionamiento y esperanza,

Η σκληρότητά του ήταν απλώς η επικάλυψη του πάθους και της ελπίδας του

facies 1. θ, ιατ, όψη, φυσιογνωμία, προσωπείο, facies hipocrática, ιπποκράτειο προσωπείο

2. γωλ, όψη

3. εξωτερική όψη σε κάτι

4. σνθ, facies lunar, πανσεληνοειδές προσωπείο

facies rocosa, βραχώδης όψη

facial 1. ε, της φάτσας, προσώπου, πρχ φατσιακός, -ή, -ό, προσωπικός, -ή, -ó,

nervio facial, προσωπικό, μετωπικό νεύρο,

rasgos faciales, τα χαρακτηριστικά του προσώπου

usa una crema facial cada día, χρησιμοποιεί μια κρέμα προσώπου κάθε μέρα

2. για συλλογή γραμματοσήμων, ονομαστικός, -ή, -ό

3. α, ονομαστική αξία για συλλογή γραμματοσήμων

superficie πρχ υπερ-φατσα

1. θ, επιφάνεια, la superficie de la Tierra, η επιφάνεια της Γης

la superficie del agua, η επιφάνεια του νερού

transporte de superficie, επίγειες μεταφορές

2. έκταση εδάφους, επιφάνεια, tiene una superficie de 2000 metros cuadrados,

έχει επιφάνεια 2000 τετραγωνικών μέτρων

3. γμτ, εμβαδόν, la superficie de un cuadrado, το εμβαδόν ενός τετραγώνου

4. μτφ, επιφάνεια, εξωτερική όψη σε κάτι, su simpatía sólo es de superficie,

η συμπάθεια του μόνο είναι επιφανειακή

5. σνθ, superficie de venta, εμπ, επιφάνεια πώλησης

gran superficie, εμπ, κατάστημα μεγάλης επιφάνειας, υπεραγορά, υπερκατάστημα

los compradores prefieren las grandes superficies, οι αγοραστές προτιμούν τις υπεραγορές

6. εκφ, salir a la superficie, για υποβρύχιο, βγαίνω στην επιφάνεια

ή μτφ, για μυστικό, βγαίνω στην επιφάνεια, μαθαίνεται κάτι

superficial 1. ε, σχετικό με επιφάνεια, επιφανειακός, -ή, -ό, επιδερμικός, -ή, -ό,

la composición superficial de la corteza terrestre,

η επιφανειακή σύνθεση του γήινου φλοιού

La herida es superficial, no llegó a afectar órganos importantes,

Το τραύμα είναι επιφανειακό, δεν έφτασε να επηρεάσει σημαντικά όργανα

2. μτφ, επιφανειακός, -ή, -ό, επιδερμικός, -ή, -ό, επιπόλαιος -η, -ο,

El análisis del problema fue superficial, necesitamos profundizar más,

Η ανάλυση του προβλήματος ήταν επιφανειακή, πρέπει να εμβαθύνουμε περισσότερο

3. μτφ, για άτομο, επιφανειακός, -ή, -ό, ρηχός, -ή, -ό,

Es una persona superficial, siempre juzga a los demás por su apariencia,

Είναι ένα επιφανειακό άτομο, πάντα κρίνει τους άλλους από την εμφάνισή τους

4. μτφ, ρηχός, -ή, -ό, no pienso ir a esa cena para oír su conversación superficial y ridícula,

δεν σκέφτομαι να πάω σε αυτό το δείπνο για να ακούσω την ρηχή συζήτηση και γελοία

5. φσκ, επιφανειακός, -ή, -ό, densidad superficial, πυκνότητα επιφανειακή

superficialidad 1. θ, κυρ, μτφ, ιδιότητα του επιφανειακού, επιφανειακότητα,

επιδερμικότητα, la superficialidad de la herida favorece su cicatrización,

η επιδερμικότητα της πληγής ευνοεί την επούλωση της

2. επιπολαιότητα, ρηχότητα, ¡es de una superficialidad! είναι τόσο ρηχός!

le irritó mucho la superficialidad de las críticas, τον εκνεύρισε πολύ η ρηχότητα των κριτικών

superficialmente 1. επρ, κυρ, μτφ, επιφανειακά, επιδερμικά, επιπόλαια, ρηχά

faceta πρχ φατσ-έτα

1. θ, έδρα πολιέδρου, πέτρας πολύτιμης,

los cubos tienen seis facetas, οι κύβοι έχουν 6 έδρες

2. μτφ, πλευρά ζητήματος, προβλήματος, μεριά, όψη, el problema presenta varias facetas,

το πρόβλημα παρουσιάζει διάφορες πλευρές

3. μτφ, πλευρά ατόμου, nadie conocía su faceta de pintor,

κανείς δεν γνώριζε την πλευρά του σαν ζωγράφος

4. εκφ, tallar, labrar en facetas, κόβω, κατασκευάζω έδρες, ταγιάρω

facetar 1. ρμ, φιάχνω έδρες, πλευρές σε αντικείμενο

facetado, da 1. ε, πολύεδρος, -η, -ο

polifacético, ca 1. ε, μτφ, πολύπλευρος, -η, -ο, με πολλές όψεις, μεριές,

el problema es complejo y polifacético, το πρόβλημα είναι περίπλοκο και πολύπλευρο

2. για άτομο, με πολλές ικανότητες, πολυτάλαντος, -η, -o, πολυδύναμος, -η, -o,

artista polifacético, αρτίστας πολυτάλαντος,

una secretaria polifacética, μια πολυτάλαντη γραμματέας

es un diseñador polifacético, είναι ενας πολυτάλαντος σχεδιαστής

facha 1. θ, οικ, εμφάνιση ατόμου, Vaya facha llevas con ese sombrero,

Μα τι εμφάνιση έχεις με αυτό το καπέλο!

con esta facha no puedes ir, με τέτοια εμφάνιση δεν μπορείς να πας

2. ε, α θ, φασιστοειδής, -ής, -ές, φασίστας, -ια, φασισταριό, φασιστό-μουτρο,

ακροδεξιός, -ά, -ό, Ese político es un facha, siempre apoya medidas autoritarias,

Αυτός ο πολιτικός είναι φασίστας, πάντα υποστηρίζει αυταρχικά μέτρα

3. εκφ, tener buena facha, οικ, είμαι εμφανίσιμος

tener mala facha, οικ, έγω άσχημη εμφάνιση

hecho una facha, οικ, φιαγμένος κακόγουστα, είμαι κακοντυμένος, απεριποίητος,

llegó hecho una facha, έφτασε κακοντυμένος

facha a facha, φάτσα με φάτσα, πρόσωπο με πρόσωπο

tengo que hablar con él facha a facha, πρέπει να μιλήσω με αυτόν πρόσωπο με πρόσωπο

en facha, ναυ, με τα πανιά φάτσα, κόντρα στον άνεμο, για να μείνει ακίνητο το σκάφος

fascismo 1. α, φασισμός

fascista 1. ε, α θ, φασιστικός, -ή, -ό, φασίστας, -ια

fascistizante 1. ε, φασιστ-ίζων, φασιστοειδής, -ής, -ές

fascistoide 1. ε, α θ, υτμ, φασιστοειδής, -ής, -ές, φασιστόμουτρο, φασισταριό

filofascista 1. ε, φιλοφασιστικός, -ή, -ó

2. α θ, φιλοφασίστας, -ια

fachada 1. θ, πρόσοψη κτιρίου, τείχους, han pintado de azul la fachada de su casa,

έχουν βάψει μπλέ την πρόσοψη του σπιτιού

La fachada del edificio está decorada con columnas y estatuas,

Η πρόσοψη του κτιρίου είναι διακοσμημένη με κολόνες και αγάλματα,

La fachada norte recibe mucho sol durante el día,

Η βόρεια πρόσοψη δέχεται πολύ ήλιο κατά τη διάρκεια της ημέρας,

un hotel con fachada al mar, ένα ξενοδοχείο με φάτσα, που βλέπει στη θάλασσα

2. μτφ, όψη, μόστρα, βιτρίνα, θεαθήναι, parece buena persona pero todo es fachada,

φαίνεται καλό άτομο αλλα όλο είναι μόστρα, βιτρίνα,

Tiene una fachada de amabilidad, pero en realidad es muy egoísta,

Έχει οψη ευγένειας, αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ εγωιστής,

la prosperidad del país era pura fachada, η ευημερία της χώρας δεν ήταν παρά μια βιτρίνα 3. προμετωπίδα βιβλίου

4. σνθ, fachada litoral, marítima, ακτογραμμή

fachada principal, κεντρική πρόσοψη

5. εκφ, hacer fachada con, a, έχω φάτσα με, προς, είμαι απέναντι από,

la iglesia hacía fachada con el ayuntamiento, η εκκλησία έχει φάτσα με το δημαρχείο

fachear 1. ρα, ναυ, γυρίζω φάτσα τα πανιά= σταματώ πλοίο χρησιμοποιώντας τα πανιά

fachenda 1. θ, οικ, μτφ, φάτσα, ξιπασιά, ματαιοδοξία, υπεροψία,

¡qué fachenda tiene, no hace más que presumir de lo listo que es!

τι ματαιοδοξία έχει, δεν κάνει τίποτα άλλο απο το να επιδεικνύει το πόσο έξυπνος είναι!

¡con qué fachenda habla de sus logros! με τι ξιπασιά μιλάει για τα κατορθώματά του!

2. α θ, οικ, που το παίζει φάτσας, επιδειξίας, φιγουρατζής, -ού,

¡ese tío es un fachenda! αυτός o τύπος είναι πολύ φιγουρατζής!

fachendear 1. ρα, οικ, το παίζω φάτσας, επιδεικνύω τα προσόντα μου, κάνω τον κάμποσο, φέρομαι ξιπασμένα

fachendoso, sa 1. ε, οικ, υπεροπτικός, -ή, -ό, επιδεικτικός,- ή, -ό, καυχησιάρικος, -η, -o

ξιπασμένος, -η, -ο, Es muy fachendoso, siempre presume su coche nuevo,

Είναι πολύ επιδεικτικός, πάντα μοστράρει το καινούργιο του αυτοκίνητο

2. καμαρωτός, -ή, -ό, Llegó todo fachendoso con su traje de diseñador y sus gafas de sol,

Ήρθε όλος καμαρωτός με το κοστούμι του σχεδιαστή και τα γυαλιά ηλίου του

3. α θ, ματαιόδοξος, -η, -o

fachendista 1. ε, α θ, fachendoso

fachendón, na 1. ε, α θ, fachendoso

fachoso, sa 1. ε, πρχ κακο-φατσο= με κακόγουστη ή γελοία εμφάνιση, ατημέλητος, -η, -o, κακόγουστος, -η, -ο

2. α θ, που έχει αστεία, γελοία εμφάνιση

fachudo, da 1. ε, με κακή εμφάνιση

desfachatez 1. θ, οικ, πρχ δεν έχει φάτσα= έλλειψη ντροπής, ξεδιαντροπιά, αυθάδεια, αναίδεια, αγένεια, προπέτεια, θράσος, θρασύτητα, su desfachatez no tiene límites,

η ξεδιαντροπιά, αυθάδεια του δεν έχει όρια!

desfachatado, da 1. ε, ξεδιάντροπος, -η, -ο, αυθάδης, -ες, -η, αναιδής, -ές, -ή,

θρασύς, -εία, -ύ

hacia πρχ με φάτσα= προς 1. πρθ, προς, voy hacia mi casa, πάω προς το σπίτι μου,

viajaron hacia el norte, ταξίδεψαν προς το βορρά

muévete hacia un lado, μετακινήσου προς μια μεριά

2. προς ενα όριο, περίπου, γύρω, llegaré hacia las tres, θα φτάσω γύρω στις 3,

vive hacia las afueras, ζει προς τα περίχωρα

empezó a perder la vista hacia los sesenta años,

άρχισε να χάνει την όρασή του γύρω στα εξήντα του

un paso más hacia la guerra mundial, ένα ακόμη βήμα προς τον παγκόσμιο πόλεμο

3. για χρονικό όριο, κατά, περίπου, hacia finales de siglo, κατά τα τέλη του αιώνα

4. για συναίσθημα, προς, siente hostilidad hacia las reformas, αντιπαθεί τις αλλαγές

5. για τάση, este año vamos hacia un récord de turistas,

αυτήν την χρονιά, φέτος πάμε προς ενα ρεκόρ τουριστών

6. εκφ, hacia aquí, allí, προς τα εδώ, εκεί

hacia arriba, abajo, προς τα πάνω, κάτω

hacia atrás, adelante, προς τα εμπρός, πίσω

hacia la derecha, izquierda, προς τα δεξιά, αριστερά

fistol 1. α, για άτομο, πρχ φάτσα ή πιστόλι, πονηρός, -ή, κατεργάρης, -α, μούτρο

facción 1. θ, πρχ φατρία ή φιάξιμο ομάδας με κοινές ιδέες, κλίκα,

El partido se dividió en dos facciones que no lograron reconciliarse,

Το κόμμα διχάστηκε σε δύο φατρίες που δεν κατάφεραν να συμφιλιωθούν

La facción rebelde tomó control de la región durante el conflicto,

Η επαναστατική φατρία ανέλαβε τον έλεγχο της περιοχής κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης

2. συμμορία, μπάντα, En la guerra civil, las facciones rivales devastaron el país,

Στον εμφύλιο πόλεμο, οι αντίπαλες μπάντες κατέστρεψαν τη χώρα

3. θ πλ, φιάξιμο προσώπου= χαρακτηριστικά, Sus facciones son delicadas y armoniosas,

Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της είναι λεπτά και αρμονικά,

Tiene unas facciones muy marcadas, con un mentón prominente,

Έχει πολύ έντονα χαρακτηριστικά, με προεξέχον πηγούνι

faccionario, ria 1. ε, α θ, φατριακός, -ή, ό, υποστηρικτής, -ια κόμματος, ομάδας, οπαδός

2. συμμοριτικός, -ή, -ό, συμμορίτης, -ια

faccioso, sa 1. ε, α θ, που ανήκει σε φατριά, ομάδα, ιδεολογία, φατριακός, -ή, -ό,

Los líderes facciosos promovieron una revuelta contra el gobierno,

Οι φατριακοί ηγέτες προώθησαν μια εξέγερση κατά της κυβέρνησης,

2. ε, α θ, μτφ, με δικό του φιάξιμο σκέψης κοινωνικό= απείθαρχος, -η, -o, στασιαστικός, -ή, -ό, ανατρεπτικός, -ή, -ό, ταραχοποιός, -ά, -ό, αντάρτικος, -η, -ο, επαναστατικός, -ή, -ό, επαναστάτης, -ια, αντάρτης, -ισσα

facineroso, sa 1. ε, πρχ φιάχνω δικό μου νόμο= εγκληματικός, -ή, -ó

2. α θ, εγκληματίας, κακούργος, -α, κακοποιός,

aunque es un facineroso, no hay forma de que lo detenga la policía,

αν και είναι ενας κακοποιός, δεν υπάρχει τρόπος να τον συλλάβει η αστυνομία

faccionar 1. ρμ, πρχ δίνω φιάξη> σχήμα, φόρμα σε κάτι

refacción πρχ περι-φιάξιμο

1. θ, πρχ τρόφιμο για να φιάξει λίγο την πείνα μας= κολατσιό

2. περι-φιάξιμο σε κάτι= επισκευή

3. εμπ, έξτρα ποσότητα σε αγοραστή προστιθέμενη στο κανονικό προϊόν

refaccionario, ria 1. ε, ανακαινιστικός, -ή, -ó, επισκευαστικός, -ή, -ό

refección 1. θ, κολατσιό

2. αποκατάσταση, μετασκευή, επισκευή

fax 1. α, τηλεομοιοτυπική συσκευή, φαξ

2. τηλεομοιοτυπικό έγγραφο, φαξ

faxear 1. ρμ, στέλνω τηλεομοιότυπο, φαξ

2. ρα, φαξάρω

fetiche 1. α, θρη, φετίχ, είδωλο, εικόνα λατρείας, esa estatua es el fetiche de la tribu,

αυτό το άγαλμα είναι το φετίχ της φυλής

2. ψυχ, φετίχ

3. φετίχ, γούρι, siempre lleva esa medalla como fetiche para los exámenes,

πάντα φορά αυτό το μενταγιόν σαν γούρι για τα τεστ

fetichismo 1. α, φετιχισμός

fetichista 1. ε, α θ, φετιχιστικός, -ή, -ó, φετιχιστής, -ια

confeti 1. α, κομφετί, χαρτοπόλεμος

profiterol 1. α, πρχ περι-φιακτο γλυκό= προφιτερόλ

confite 1. α, πρχ συν-φιαχτό ή κουφέτο= ζαχαρωτό, les trajeron confites anisados,

τους έφεραν ζαχαρωτά με γλυκάνισο

confitar πρχ συν-φιακτώνω σε ζάχαρη, σιρόπι κάτι

1. ρμ, ζαχαρώνω φρούτα, ξηρούς καρπούς κ.λπ., σακχαρο-πηκτώνω,

confitar almendras, ζαχαρώνω αμύγδαλα

2. ψήνω φρούτα σε σιρόπι, confitar peras, ψήνω αχλάδια σε σιρόπι

3. ψήνω σε λάδι με χαμηλή φωτιά

4. μτφ, γλυκαίνω χαρακτήρα, la estancia en el colegio confitó su carácter montaraz,

η παραμονή του στο λύκειο γλύκανε τον βουνίσιο χαρακτήρα του

confitado, da 1. ε, σακχαρόπηκτος, -η, -o, γλασέ, frutas confitadas, σακχαρόπηκτα φρούτα, φρουί-γλασέ

confitera 1. θ, κουτί για ζαχαρωτά

confitero 1. α, κουτί για ζαχαρωτά

confitería 1. θ, κατάστημα με ζαχαρωτά

2. ζαχαροπλαστείο

confitero, ra 1. α θ, ζαχαροπλάστης, -ισσα

confitura 1. θ, μαρμελάδα

confección πρχ συν-φιάξιμο, συνδυασμός υλικών για παρασκευή προϊόντος

1. θ, κατασκευή ετοίμων ενδυμάτων, πρεταπορτέ, se dedica a la confección,

ασχολείται με την κατασκευή ετοίμων ενδυμάτων

2. συσκευασμένο προϊόν, productos de confección arte, χειροποίητα προϊόντα

3. φιάξιμο, διαμόρφωση, δημιουργία με διαδικασία, επεξεργασία σε κάτι πολύπλοκο,

se centró en la confección del proyecto, επικεντρώθηκε στο φιάξιμο του πρότζεκτ

4. κατάρτιση, διαμόρφωση λίστας, προϋπολογισμού, de lista, presupuesto,

5. φρμ, σκεύασμα

6. εκφ, de confección, για ρούχα, με κατασκευή σε παραγωγή, traje de confección,

κουστούμι απο κατασκευή σε παραγωγή

confeccionar πρχ να συν-φιάξω, επεξεργαστώ υλικά για παρασκευή προϊόντος

1. ρμ, ράβω έτοιμο ένδυμα, κατασκευάζω έτοιμα ενδύματα,

Confeccionó un abrigo de lana para el invierno,

Έραψε, έφτιαξε ένα μάλλινο παλτό για τον χειμώνα

La empresa se dedica a confeccionar uniformes para escuelas y hospitales,

Η εταιρεία ασχολείται με την κατασκευή στολών για σχολεία και νοσοκομεία

2. παρασκευάζω, συσκευάζω ποτό, φαγητό

3. καταρτίζω κάτι πολύπλοκο, λίστα, προϋπολογισμό, διαμορφώνω, συντάσσω,

El equipo trabajó toda la noche para confeccionar un plan de emergencia,

Η ομάδα δούλευε όλη νύχτα για να καταρτίσει ένα σχέδιο έκτακτης ανάγκης,

Tuvieron que confeccionar una lista con los invitados al evento,

Χρειάστηκε να συντάξουν μια λίστα με τους καλεσμένους της εκδήλωσης

Debemos confeccionar el informe antes de la reunión,

Πρέπει να συντάξουμε την έκθεση πριν από τη συνάντηση,

El chef confeccionó un menú especial para la ocasión,

Ο σεφ δημιούργησε ένα ειδικό μενού για την περίσταση

4. φρμ, παρασκευάζω, confeccionó un jarabe para aliviar la carraspera,

παρασκεύασε ενα σιρόπι για να ανακουφίσει την βραχνάδα

confeccionado, da 1. ε, για ρούχο, έτοιμος, -η, -o, ραμμένος, -η, -o

confeccionador, ra 1. ε, που κατασκευάζει ρούχα

2. που συσκευάζει, συσκευαστικός, -ή, -ό, παρασκευαστικός, -ή, -ό

3. που καταρτίζει, διαμορφώνει, συντάσσει

4. α θ, κατασκευαστής, -ια ετοίμων ενδυμάτων

confeccionista 1. α θ, κατασκευαστής, -ια ετοίμων ενδυμάτων

defección 1. θ, πρχ αντι-φιάξη σε ιδέα, κόμμα, στρατό= αποστασία, λιποταξία,

hubo numerosas defecciones en el partido, υπήρξαν πολυάριθμες αποστασίες στο κόμμα

affaire, afer πρχ τα φιάχνω ή φέρω με κάποιο άτομο σχέση ή φιάξιμο υπόθεσης

1. α, φιάξιμο παράνομο σε κάτι, παράνομη υπόθεση, σκάνδαλο,

se vio involucrado en un affaire de contrabando de armas,

βρέθηκε μπλεγμένος σε μια υπόθεση για λαθρεμπόριο όπλων

2. ερωτική σχέση, ειδύλλιο, el profesor tuvo un affaire con su mejor alumna,

ο καθηγητής είχε μια ερωτική σχέση με την καλύτερη του μαθήτρια

3. εκφ, tener un affaire con alguien, έχω ερωτική σχέση με κάποιον,

tuvo un affaire con la vecina, είχε σχέση με την γειτόνισσα

de facto loe 1. επρ, λγτ, ως φιακτό= ντε φάκτο, εν τοις πράγμασι

ipso facto 1. εκφ, αυτομάτως, αμέσως, lo recοnocí ipso fado, τον αναγνώρισα αμέσως

el jefe quiere que vayas ipso facto, το αφεντικό θέλει να πας αμέσως

2. εκ του γεγονότος τούτου, la condena conlleva ipso facto la pérdida del derecho de voto,

η καταδίκη συνεπάγεται εκ του γεγονότος τούτου την απώλεια του δικαιώματος ψήφου

factible 1. ε, πρχ που μπορεί να φιακτεί= εφικτός, -ή, -ό, πραγματοποιήσιμος, -η, -o,

es una obra factible, pero difícil, είναι ενα έργο εφικτό, αλλα δύσκολο

esa es la opción más factible, αυτή είναι η πιο εφικτή επιλογή

factibilidad 1. εφικτότητα

fáctico, ca πρχ φιακτικός= απο γεγονότα που φιάχτηκαν> πραγματικά

1. ε, πραγματολογικός, -ή, -ό, που αναφέρεται, βασίζεται στα γεγονότα,

El análisis fáctico de los acontecimientos demuestra que hubo errores en la planificación,

Η πραγματολογική ανάλυση των γεγονότων δείχνει ότι υπήρχαν λάθη στον σχεδιασμό,

El juez debe analizar el contexto fáctico antes de emitir un fallo,

Ο δικαστής πρέπει να αναλύσει το πραγματολογικό πλαίσιο πριν εκδώσει απόφαση

2. σνθ, poderes fácticos, δυνάμεις, εξουσίες που φιάχνουν> επηρεάζουν την πολιτική ζωή, όπως ο τύπος, τραπεζικός τομέας, στρατός, εκκλησία,

La prensa es uno de los poderes fácticos que más influye en las decisiones políticas,

Ο τύπος είναι μια απο τις δυνάμεις που περισσότερο επηρεάζει στις πολιτικές αποφάσεις

facticidad 1. θ, πραγματολογικότητα

factual 1. ε, fáctico, ca

factitivo, va 1. ε, γρμ, διάμεσος, -η, -o

facticio 1. ε, πρχ φιακτό= τεχνητός, -ή, -ό,

El adorno estaba hecho de un material facticio que imitaba la madera,

Το στολίδι ήταν φτιαγμένο από τεχνητό υλικό που μιμούνταν το ξύλο

factor 1. α, φιάκτορ-ας> κάτι που φιάχνει> επηρεάζει= παράγοντας,

hay que analizar los factores de la catástrofe,

πρέπει να αναλύσουμε τους παράγοντες της καταστροφής

el precio del petróleo es el factor clave, η τιμή του πετρελαίου είναι ο παράγοντας κλειδί

2. δείκτης κρέμας ηλιακής προστασίας, de crema solar

3. μαθ, παράγοντας

4. μαθ, διαιρέτης

5. σνθ, factores de producción, εμπ, παράγοντες παραγωγής,

el capital es uno de los factores de producción,

το κεφάλαιο είναι ενας απο τους παράγοντες παραγωγής

factor, ra 1. α θ, σδρ, σιδηροδρομικός υπάλληλος που έχει την ευθύνη για τη φορτοεκφόρτωση και διακίνηση των ταχυδρομικών δεμάτων

factoría 1. θ, πρχ φιακτο-μερία> μέρος για φιάξιμο προιόντων= εργοστάσιο, βιοτεχνία

2. ιστ, εμπορική επιχείρηση

3. σνθ, buque factoría, κάργκο

pesquero factoría, αλιευτικό σκάφος εξοπλισμένο με μονάδα επεξεργασίας αλιευμάτων

factorial 1. ε, μαθ, παραγοντικός, -ή, -ó

2. α, μαθ, παραγοντικό

factoring 1. α, οκν, οικονομική λειτουργία, διαχείριση φάκτορινγκ

2. οκν, εταιρεία πρακτόρευσης επιχειρηματικών απαιτήσεων

factótum 1. α θ, πρχ φιακτο-τοτέμ ή άτομο που φιάχνει τα πάντα, κάνει όλες τις εργασίες, πολυεργαλείο, πολυτεχνίτης, πολυπράγμων, χρυσοχέρης, -ισσα, για όλες τις δουλειές,

no se ocupa de nada en el hogar que su marido es el factótum,

δεν ασχολείται με τίποτα στο σπίτι διότι ο σύζυγος της είναι ο πολυτεχνίτης

En la oficina, Pedro es el factótum, siempre dispuesto a resolver cualquier problema,

Στο γραφείο, ο Πέδρο είναι ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές, πάντα έτοιμος να λύσει οποιοδήποτε πρόβλημα

2. μτφ, δεξί χέρι κάποιου, confió a su factótum la elaboración de la lista de invitados,

εμπιστεύτηκε στο δεξί του χέρι την επεξεργασία της λίστας των καλεσμένων

3. μτφ, οικ, που χώνεται μέσα σε όλα, χωρίς να τον φωνάζουν

factura πρχ φιακτ-ουρα> φιάξιμο, κατασκευή

1. θ, φτιάξιμο, κατασκευή, un mueble de muy bella factura,

ένα έπιπλο πολύ καλής κατασκευής

La empresa se especializa en la factura de productos textiles,

Η εταιρεία ειδικεύεται στην κατασκευή υφαντουργικών προϊόντων

2. μτφ, καταγραφή φιαξίματος αγοράς, υπηρεσίας= τιμολόγιο, λογαριασμός,

El cliente pidió la factura para justificar la compra,

Ο πελάτης ζήτησε το τιμολόγιο για να δικαιολογήσει την αγορά,

No olvides revisar que los datos de la factura sean correctos,

Μην ξεχάσεις να ελέγξεις ότι τα στοιχεία στο τιμολόγιο είναι σωστά

la factura del gas, ο λογαριασμός για το αέριο

la factura del teléfono, ο λογαριασμός για το τηλέφωνο

3. σνθ, factura detallada, οκν, λεπτομερές αναλυτικό τιμολόγιο

factura pro forma, proforma, προτιμολόγιο, προσχέδιο τιμολογίου

La empresa envió una factura proforma antes de confirmar el pedido,

Η εταιρεία έστειλε ένα προσχέδιο τιμολογίου πριν επιβεβαιώσει την παραγγελία

4. εκφ, de buena, mala factura, καλο-φτιαγμένα, κακο-φτιαγμένα

extender una factura, οκν, τιμολογώ, εκδίδω τιμολόγιο

pasar factura, να περάσω λογαριασμό= να πληρώσω μια συνέπεια, κοστίζω,

ή μτφ, να μου έρθει ο λογαριασμός για κάτι,

no aceptes su ayuda que luego te pasará factura,

μην δεχτείς την βοήθεια του διότι μετά θα σου έρθει ο λογαριασμός,

Los excesos de juventud le pasaron factura en la salud,

Οι υπερβολές της νεότητας του κόστισαν στην υγεία,

el exceso de alcohol te pasará factura,

La falta de preparación pasó factura al equipo en el partido,

Η έλλειψη προετοιμασίας κόστισε στην ομάδα στον αγώνα

facturar πρχ καταγράφω αυτό που φιάκτηκε

1. ρμ, εμπ, τιμολογώ, χρεώνω, εκδίδω τιμολόγιο,

La empresa debe facturar todas las ventas realizadas durante el mes,

Η εταιρεία πρέπει να τιμολογήσει όλες τις πωλήσεις που έγιναν κατά τη διάρκεια του μήνα

Olvidamos facturar el último pedido al cliente,

Ξεχάσαμε να εκδώσουμε τιμολόγιο για την τελευταία παραγγελία του πελάτη,

El cajero tardó en facturar porque había problemas con el sistema,

Ο ταμίας καθυστέρησε να χρεώσει γιατί υπήρχαν προβλήματα στο σύστημα

2. εμπ, καταγράφω κύκλο εργασιών, κάνω τζίρο,

La tienda ha logrado facturar más de un millón de euros este año,

Το κατάστημα κατάφερε να έχει τζίρο άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ φέτος

3. για αποσκευές, ελέγχω, τσεκάρω, παραδίδω για τσεκάρισμα,

hay que estar una hora antes en el aeropuerto para facturar el equipaje,

πρέπει να είμαστε μια ώρα πριν στο αεροδρόμιο για να κάνουμε τσεκ ιν,

No olvides facturar la maleta antes de pasar el control de seguridad,

Μην ξεχάσεις να παραδώσεις τη βαλίτσα στο check-in προτού να περάσεις από τον έλεγχο ασφαλείας

facturación 1. θ, οκν, τιμολόγηση, έκδοση τιμολογίου,

La facturación mensual de la empresa superó los 500.000 euros,

Η μηνιαία τιμολόγηση της εταιρείας ξεπέρασε τις 500.000 ευρώ,

El software facilita la facturación electrónica para los clientes,

(Το λογισμικό διευκολύνει την ηλεκτρονική τιμολόγηση για τους πελάτες,

departamento de facturación, τμήμα τιμολόγησης

2. εμπ, κύκλος εργασιών, τζίρος, la empresa tiene una facturación de 3 millones de euros,

η επιχείρηση έχει έναν ετήσιο κύκλο εργασιών ύψους 3 εκατομμυρίων ευρώ

3. για αποσκευές, τσεκάρισμα, mostrador de facturación, πάγκος του τσεκ-ιν,

El mostrador de facturación abre dos horas antes del vuelo,

Ο πάγκος του check-in ανοίγει δύο ώρες πριν την πτήση,

La facturación del equipaje fue rápida y eficiente,

Η διαδικασία παράδοσης αποσκευών ήταν γρήγορη και αποτελεσματική

perfecto πρχ περι-φιακτο= φιαγμένο εντελώς, τετελειωμένο

1. α, γρμ, συντελεσμένος, τετελεσμένος

2. επρ, οικ, τέλεια, εντάξει, ωραία, σύμφωνοι,

¿Nos vemos a las 8? – ¡Perfecto!

Θα συναντηθούμε στις 8; – Τέλεια!

Ya tengo todo listo para el viaje. – ¡Perfecto!

Έχω ετοιμάσει τα πάντα για το ταξίδι. – Τέλεια!

perfecto, ta 1. ε, τέλειος, -α, -o, άριστος, -η, -o, άψογος, -η, -o,

El vestido quedó perfecto después de los ajustes,

Το φόρεμα ήταν τέλειο μετά τις διορθώσεις,

Tiene un conocimiento perfecto del idioma inglés,

Έχει τέλεια γνώση της αγγλικής γλώσσας,

Este lugar es perfecto para relajarse, Αυτό το μέρος είναι τέλειο για χαλάρωση,

La explicación fue perfecta para entender el problema,

Η εξήγηση ήταν τέλεια για να κατανοήσουμε το πρόβλημα,

2. μτφ, για να εκφράσει μέγιστο προσόν ή ελάττωμα, κορυφαίος, -α, -ο, σαν πρόθεμα παν-,

τετελειωμένος, -η, -ο, es un perfecto imbécil, είναι ενας πανίβλακας, εντελώς βλάκας

3. γρμ, futuro perfecto, συντελεσμένος μέλλοντας

pretérito perfecto, παρακείμενος

perfectivo, va 1. ε, γλγ, που εκφράζει τελειωμένη πράξη, τέλειος, -α, -ο,

συντελεσμένος, -η, -ο, el pretérito indefinido es perfectivo,

ο πρότερος αόριστος είναι συντελεσμένος

2. που δίνει τελειότητα, τελειο-τικός, -ή, -ό, De otra parte, mediante el aprendizaje, el individuo logra el desarrollo perfectivo de sus potencialidades,

Από την άλλη, μέσω της μάθησης, το άτομο επιτυγχάνει την τέλεια ανάπτυξη των δυνατοτήτων του

perfectible 1. ε, τελειοποιήσιμος, -η, -ο, βελτιώσιμος, -η, -ο

perfectibilidad 1. θ, τελειοποιησιμότητα, βελτιωσιμότητα

perfectamente 1. επρ, τέλεια, πολύ καλά, απολύτως,

lo entiendo perfectamente, το καταλαβαίνω απολύτως,

estoy perfectamente, είμαι πάρα πολύ καλά

2. μτφ, άνετα, en este coche caben perfectamente cinco personas,

σε αυτό το αυτοκίνητο χωρούν άνετα πέντε άτομα

3. επφ, σαν συγκατάθεση, τέλεια, σύμφωνοι, – ¿te va bien venir mañana? -perfectamente – σε βολεύει να έρθεις αύριο; – τέλεια

perfeccionar πρχ να περι-φιάξω κάτι> να τελειοποιήσω

1. ρμ, τελειοποιώ, Quiero perfeccionar mi pronunciación en francés,

Θέλω να τελειοποιήσω την προφορά μου στα γαλλικά,

Los artistas pasaron meses perfeccionando los detalles del mural,

Οι καλλιτέχνες πέρασαν μήνες τελειοποιώντας τις λεπτομέρειες της τοιχογραφίας,

El deportista entrena todos los días para perfeccionar su técnica,

Ο αθλητής προπονείται καθημερινά για να τελειοποιήσει την τεχνική του

2. αποπερατώνω, perfeccionar una obra de arte, αποπερατώνω ένα έργο τέχνης

3. ραντ, τελειοποιηθώ, Se han perfeccionado las técnicas de impresión 3D,

Έχουν τελειοποιηθεί οι τεχνικές εκτύπωσης 3D

perfección 1. θ, τελειότητα, τελειοποίηση, τελείωση, βελτίωση, βελτιστοποίηση,

Su técnica de baile roza la perfección, Η τεχνική του στο χορό αγγίζει την τελειότητα,

sigue un curso de perfección del inglés,

παρακολουθεί ενα μάθημα για τελειοποίηση των Αγγλικών

nadie discute la perfección de su trabajo,

κανείς δεν αμφισβητεί την τελειότητα της δουλειάς του

2. πράγμα ή άτομο σαν τελειότητα, el ”David” de Miguel Ángel es la perfección,

ο Δαβίδ του Μικελάντζελο είναι η τελειότητα, το τέλειο

3. εκφ, es de una gran perfección, είναι τέλειο

a la perfección, στην εντέλεια, τέλεια, interpretó el papel a la perfección,

ερμήνευσε τον ρόλο τέλεια

perfeccionamiento 1. α, τελειοποίηση, τελείωση, βελτίωση, βελτιστοποίηση,

El perfeccionamiento de las habilidades requiere tiempo y dedicación,

Η τελειοποίηση των δεξιοτήτων απαιτεί χρόνο και αφοσίωση

2. τχν, αποπεράτωση

perfeccionismo 1. α, τελειομανία

perfeccionista 1. ε, α θ, τελειομανής, -ής, -ές, τελειομανής

Es un perfeccionista que siempre busca la perfección,

Είναι τελειομανής που πάντα αναζητά την τελειότητα

desperfecto πρχ δεν (έχει) περι-φιακτο= μη τέλειο

1. α, ελάττωμα, ατέλεια, lo venden más barato porque tiene desperfectos,

το πουλάνε φθηνά γιατι έχει ελαττώματα

2. φθορά, ζημιά, el paquete llegó con desperfectos, το πακέτο έφτασε με φθορές

El coche tiene un desperfecto en la puerta trasera debido a un choque,

Το αυτοκίνητο έχει μια ζημιά στην πίσω πόρτα λόγω σύγκρουσης

3. εκφ, sufrir desperfectos, υφίσταμαι φθορές

imperfecto πρχ μη περι-φιακτο= χωρίς τέλος

1. α, γρμ, παρατατικός

imperfecto, ta 1. ε, ατελής, -ής, -ές,

por su imperfecta pronunciación reconocieron su origen extranjero,

απο την ατελή προφορά του αναγνώρισαν την αλλοδαπή καταγωγή του

Todos somos seres imperfectos tratando de mejorar cada día,

Είμαστε όλοι ατελή όντα προσπαθώντας να βελτιωθούμε κάθε μέρα

2. γρμ, el pretérito imperfecto, o παρατατικός

el futuro imperfecto, o μέλλοντας

imperfectivo, va 1. ε, γρμ, ατελές, -ής, -ή, μακράς διάρκειας και χωρίς να τελειώνει,

Aspecto imperfectivo indica que la acción se representa en un proceso sin indicar si éste ha acabado, Η ατελής όψη υποδηλώνει ότι η ενέργεια αναπαρίσταται σε μια διαδικασία χωρίς να υποδεικνύει αν έχει ολοκληρωθεί

imperfección 1. θ, μτφ, ατέλεια, La imperfección humana es parte de nuestra esencia,

Η ανθρώπινη ατέλεια είναι μέρος της ουσίας μας,

Esa relación es perfecta en su imperfección,

Αυτή η σχέση είναι τέλεια μέσα στην ατέλειά της

2. μτφ, ελάττωμα, no tolera la imperfección en sus colaboradores,

δεν ανέχεται τα ελαττώματα των συνεργατών του

3. κυρ, ατέλεια, ελάττωμα, el producto tiene una imperfección,

το προϊόν έχει ένα ελάττωμα

lo venden barato porque tiene alguna imperfección,

το πλουλάνε φθηνά γιατι έχει κάποια ατέλεια

imperfectamente 1. επρ, ατελώς, ελλιπώς, με ατέλειες, ελαττώματα

Ahora bien, los motores diesel queman más imperfectamente el carbono y por eso emiten más partículas carbonáceas finas,

Ωστόσο, οι κινητήρες ντίζελ καίνε άνθρακα πιο ατελώς και επομένως εκπέμπουν περισσότερα λεπτά, καρκινογόνα ανθρακούχα σωματίδια

pluscuamperfecto 1. α, γρμ, πρχ πλας-συν-περι-φιακτος= υπερσυντέλικος

defecto 1. α, πρχ δυσ-φιακτο= κυρ, μτφ, ελάττωμα, βλάβη,

El defecto en la prenda fue suficiente para pedir un reembolso,

Το ελάττωμα στο ρούχο ήταν αρκετό για να ζητήσω επιστροφή χρημάτων,

Nadie es perfecto, todos tenemos algún defecto,

Κανείς δεν είναι τέλειος, όλοι έχουμε κάποιο ελάττωμα

Su principal defecto es la impaciencia, Το κύριο ελάττωμά του είναι η ανυπομονησία,

La soberbia es un defecto que dificulta las relaciones humanas,

Η αλαζονεία είναι ένα ελάττωμα που δυσκολεύει τις ανθρώπινες σχέσεις

2. σνθ, defecto de pronunciación, ελάττωμα στην προφορά

defecto físico, σωματική ατέλεια, αναπηρία

defecto de fábrica, fabricación, κατασκευαστικό ελάττωμα,

El defecto de fábrica hizo que el electrodoméstico fuera retirado del mercado,

Το εργοστασιακό ελάττωμα έφερε την απόσυρση της ηλεκτρικής συσκευής από την αγορά

defecto de forma, νομ, τυπικό ελάττωμα

3. έλλειψη, El defecto de flúor facilita las caries, Η έλλειψη φλορίου ευνοεί την τερηδόνα

4. εκφ, en defecto de, σε, λόγω έλλειψης σε κάτι για το οποίο ομιλείται ,

en defecto del DNI puede presentar el pasaporte,

σε έλλειψη της ταυτότητας μπορείτε να παρουσιάσετε το διαβατήριο

en su defecto, ελλείψει, que lo teclee mi secretario o en su defecto, el de Juan,

ας το πληκτρολογήσει ο γραμματέας μου ή ελλείψει, ο γραμματέας του Χουάν

por defecto, απο αντι-φιακτό> Απο προεπιλογή,

Por defecto, los archivos se graban en el disco duro,

Απο προεπιλογή, τα αρχεία καταγράφονται στον σκληρό δίσκο

sacar defectos a todos, βρίσκω σε όλους ελαττώματα

defectos 1. α πλ, τυπ, ελαττώματα

defectuoso, sa 1. ε, ελαττωματικός, -ή, -ó, el tostador venía defectuoso de fábrica,

η τοστιέρα ερχόταν ελαττωματικός απο κατασκευής

2. δυσ-φιακτος= κακοφτιαγμένος, -η, -o

defectivo, va 1. ε, ατελής, -ής, -ές, ελαττωματικός, -ή, -ό

2. γρμ, ελλειπτικός, -ή, -ό

déficit 1. α, οκν, έλλειμμα

2. σνθ, déficit de balanza comercial, οκν, έλλειμμα εμπορικού ισοζυγίου

déficit presupuestario, οκν, ελλειμματικός προϋπολογισμός

3. εκφ, en déficit, σε έλλειμα

deficitario, ría 1. ε, ελλειμματικός, -ή, -ó

indefectible πρχ ανευ> χωρίς δυσ-φιαξία, ελάττωμα ή φθορά

ή που θα γίνει σίγουρα σαν ντε φακτο

1. ε, αψεγάδιαστος, -η, -ο, αλάνθαστος, -η, -ο, la justicia indefectible de Dios,

η αψεγάδιαστη δικαιοσύνη του Θεού

2. αναπόφευκτος, -η, -ο, Con la crisis el descenso de puestos de trabajo era indefectible,

Με την οικονομική κρίση η μείωση των θέσεων εργασίας ήταν αναπόφευκτη

indefectibilidad 1. θ, αψεγαδιαστότητα, αλανθαστότητα

2. αναποφευκτικότητα

indefectiblemente 1. επρ, αναπόφευκτα, αλάνθαστα, αψεγάδιαστα, ανυπερθέτως, οπωσδήποτε, arquitectura y construcción van indefectiblemente de la mano,

αρχιτεκτονική και κατασκευή πάνε αναπόφευκτα χέρι χέρι

deficiencia πρχ δυσ-φιαξία και οι ιδιότητες της

1. θ, ελαττωματικότητα, se han encontrado notables deficiencias en las piezas,

έχεουν βρεθεί σημαντικές ελαττωματικότητες στα κομμάτια

2. ανεπάρκεια, έλλειψη σε κάτι, La deficiencia de hierro puede causar anemia,

Η έλλειψη σιδήρου μπορεί να προκαλέσει αναιμία

la deficiencia del sistema se debe a un erróneo funcionamiento,

η ανεπάρκεια του συστήματος οφείλεται σε μια λανθασμένη λειτουργία

3. ιατ, αναπηρία, deficiencia mental, διανοητική, νοητική αναπηρία, καθυστέρηση,

4. σνθ, deficiencia inmunológica, ανοσοανεπάρκεια, ανοσοποιητική, ανοσολογική ανεπάρκεια

deficiente 1. ε, α θ, ελαττωματικός, -ή, -ό, ελλιπής, -ής, -ές, ανεπαρκής, -ής, -ές,

presentó un proyecto deficiente lleno de errores de cálculo,

παρουσίασε ενα πρότζεκτ ελαττωματικό γεμάτο απο λάθη υπολογισμού

Existió una deficiente organización en ese congreso,

Υπήρξε μια ελλιπής οργάνωση σε αυτό το συνέδριο,

El rendimiento del motor es deficiente en comparación con modelos más nuevos,

Η απόδοση του κινητήρα είναι ανεπαρκής σε σύγκριση με νεότερα μοντέλα,

deficiente iluminación, ανεπαρκής φωτισμός

2. ιατ, δυσ-φιακτος στο μυαλό= καθυστερημένος, -νη

ανάπηρος, -η, -ο

3. σνθ, deficiente mental, διανοητικά, νοητικά καθυστερημένος

eficaz πρχ ε-φικαζ> ευ-φιακτος> που φιάχνει καλά κάτι, φέρνει αποτέλεσμα

1. ε, αποτελεσματικός, -ή, -ό, es una secretaria eficaz,

είναι μια γραμματέας αποτελεσματική

medidas eficaces contra el paro, δραστικά μέτρα κατά της ανεργίας

2. για φάρμακο, δραστικός, -ή, -ó, αποτελεσματικός, -ή, -ό,

una medicina eficaz contra la tos, ένα φάρμακο αποτελεσματικό κατά του βήχα

ineficaz 1. ε, αναποτελεσματικός, -ή, -ό, es un vendedor bastante ineficaz,

είναι ενας πωλητής αρκετά αναποτελεσματικός

eficacia 1. θ, αποτελεσματικότητα, La eficacia de esta secretaria se demuestra cada día

Η αποτελεσματικότητα αυτής της γραμματέας επιδεικνύεται κάθε μέρα

2. δραστικότητα, la eficacia de este medicamento queda todavía por demostrar,

η δραστικότητα αυτού του φαρμάκου μένει να αποδειχθεί

ineficacia 1. θ, αναποτελεσματικότητα

eficazmente 1. επρ, αποτελεσματικά

eficiencia 1. θ, απόδοση, αποδοτικότητα, αποτελεσματικότητα,

La eficiencia del equipo se notó en la rapidez con que completaron el proyecto,

Η αποδοτικότητα της ομάδας φάνηκε στην ταχύτητα με την οποία ολοκλήρωσαν το έργο

eficiente 1. ε, αποδοτικός, -ή, -ό, αποτελεσματικός, -ή, -ό,

Para ahorrar tiempo, necesitamos un sistema más eficiente en la oficina,

Για να εξοικονομήσουμε χρόνο, χρειαζόμαστε ένα πιο αποδοτικό σύστημα στο γραφείο

eficientemente 1. επρ, αποδοτικά, αποτελεσματικά

ineficiencia 1. θ, μη αποδοτικότητα, αναποτελεσματικότητα, ανεπάρκεια

ineficiente 1. ε, μη αποδοτικός, -ή, -ό, αναποτελεσματικός, -ή, -ό, ανεπαρκής, -ής, -ές

coeficiencia 1. θ, πρχ συν-ευ-φιακτότητα σε κάτι= συνεργία, συνεργασία

2. συντελεστικότητα

coeficiente πρχ συν-ευ-φιακτων> συν-τελεστής, επειδή συν-φιάχνει για ενα αποτέλεσμα

1. α, συντελεστής, δείκτης, su coeficiente de inteligencia es muy alto,

ο δείκτης νοημοσύνης του είναι πολύ υψηλός

2. μαθ, φσκ, συντελεστής

3. σνθ, coeficiente de absorción, συντελεστής απορρόφησης

coeficiente de caja, συντελεστής ταμειακής ρευστότητας

coeficiente de dilatación, συντελεστής διαστολής

coeficiente de escorrentía, συντελεστής απορροής

coeficiente de incremento, ποσοστό αύξησης

coeficiente de inteligencia, δείκτης νοημοσύνης

coeficiente intelectual, δείκτης νοημοσύνης

coeficiente de invalidez, ποσοστό αναπηρίας

coeficiente de inversión, συντελεστής επενδύσεων

coeficiente de liquidez, δείκτης ρευστότητας

suficiente πρχ σο-υπερ ή συ-φιακτων> υπερ-φιαχνων> επαρκή, αρκετό για να φιάχνει κάτι 1. ε, που φτάνει για να γίνει κάτι, αρκετός, -ή, -ó, επαρκής, -ής, -ές,

es suficiente con tu firma para legalizar el documento,

είναι αρκετό με την υπογραφή σου για να νομιμοποιήσεις το έγγγραφο,

no tengo suficiente dinero como para irme de vacaciones,

δεν έχω αρκετά χρήματα ωστε να φύγω για διακοπές

su curriculum vitae es suficiente para el puesto,

το βιογραφικό του είναι επαρκές για την θέση

es suficiente con esto, gracias φτάνει αυτό, αυτό αρκεί, ευχαριστώ

¡ya es suficiente!, ¡silencio! φτάνει πια! σιωπή!

2. μτφ, που νομίζει πως τα φιάχνει όλα= υπεροπτικός, -ή, -ό,

tan suficiente como eres, no me pidas ayuda ahora,

τόσο υπεροπτικός όπως είσαι, μην μου ζητήσεις βοήθεια τώρα

suficiente 1. α, εκπ, σαν αξιολόγηση, καλώς, este trimestre ha sacado dos suficientes,

αυτό το τρίμηνο έχει πάρει 2 καλώς

suficiencia 1. ε, πρχ συ-φιακτότητα για κάτι= ικανότητα, καταλληλότητα,

ha demostrado con creces su suficiencia para el puesto,

έχει επιδείξει με το παραπάνω την ικανότητα του για την θέση

2. μτφ, υπεροψία, έπαρση, αυταρέσκεια,

se pavonea de su suerte con una suficiencia increíble,

κάνει το παγώνι για την τύχη του με μια υπεροψία απίστευτη

suficientemente 1. επρ, αρκετά, επαρκώς, es suficientemente rápido,

είναι αρκετά γρήγορος

insuficiente 1. ε, ανεπαρκής, -ής, -ές, alimentación insuficiente,

διατροφή ανεπαρκής

2. α, εκπ, βαθμολογία κάτω από τη βάση

insuficiencia 1. θ, ανεπάρκεια, έλλειψη απο κάτι,

la insuficiciencia de medios hace que el trabajo se retrase,

η ανεπάρκεια των μέσων κάνει ωστε η δουλειά να καθυστερήσει

2. ιατ, ανεπάρκεια

3. σνθ, insuficiencia cardíaca, renal, respiratoria,

καρδιακή, νεφρική, αναπνευστική ανεπάρκεια

insuficientemente 1. επρ, ανεπαρκώς

maléfico 1. α, πρχ μελανο-φιακτος= διάβολος

2. εκφ, el Maléfico, ο Διάβολος, o Σατανάς, o Εωσφόρος

maléfico, ca 1. ε, που βλάπτει με μάγια, ξόρκια, μαγικός, -ή, -ό,

la bruja lanzó un conjuro maléfico, η μάγισσα έριξε ενα ξόρκι μαγικό

2. μτφ, βλαβερός, -ή, -ό, κακόβουλος, -η, -ο, σατανικός, -ή, -ό,

influencia maléfica, επιρροή βλαβερή, σατανική

3. αστρ, εχθρικός, -ή, -ó

4. α θ, μάγος, μάγισσα, un maléfico preparó el filtro de amor,

ενας μάγος ετοίμασε το φίλτρο της αγάπης

maleficio 1. α, κακόβουλο ξόρκι, μάγια

maleficencia 1. θ, λογ, πρχ μελανή-φιάξη= εγκληματική πράξη

maleficiado, da 1. ε, λογ, εγκληματικός, -ή, -ό

maleficiar πρχ μελανο-φιάχνω

1. ρμ, μαγεύω, κάνω μάγια, βασκάνω

2. λογ, προκαλώ κακό

3. λογ, καταστρέφω, προξενώ ζημιές

interfecto, ta πρχ ενδο-φιακτο= δια-κοπή ζωής βίαια σε κάποιον

ή ενδο-φιακτο άτομο σε συζήτηση

1. ε, σχετικός, -ή, -ó με θύμα βίαιου θανάτου

2. α θ, νομ, θύμα βίαιου θανάτου, es necesario realizar la autopsia al interfecto,

είναι αναγκαίο να πραγματοποιηθεί η αυτοψία στο θύμα βίαιου θανάτου

3. οικ, μτφ, ευφ, πρόσωπο για το οποίο γίνεται λόγος , περί ου ο λόγος, λεγάμενος, -η,

se aproxima el interfecto, así que mejor callar,

πλησιάζει ο λεγάμενος, οπότε καλύτερα να σιωπήσουμε

prefecto, cta 1. α θ, πρχ αυτός που υπερ-φιαχνει> ενεργεί= νομάρχης

prefectoral 1. ε, νομαρχιακός, -ή, -ó

prefectura 1. θ, αξίωμα του νομάρχη

subprefecto, ta 1. α θ, πρχ υπο-υπερ-φιακτος= αντινομάρχης

subprefectoral 1. ε, αντινομαρχιακός, -ή, -ό

subprefectura 1. θ, αντινομαρχία

benefactor, ra πρχ βιεν> ευ-φιακτηρ-ας= ευ-εργέτης

1. ε, α θ, ευεργετικός, -ή, -ó, ευεργέτης, ευεργέτιδα,

dedicó la obra a su benefactora, αφιέρωσε το έργο του στην ευεργέτιδα του

2. που βοηθά, αρωγός, -ός, -ó

bienhechor, ra 1. ε, α θ, ευεργετικός, -ή, -ó, ευεργέτης, ευεργέτιδα

beneficio πρχ ευ-φιαξία

1. α, όφελος απο κάτι, πλεονέκτημα, ευεργέτημα, gala a beneficio de los discapacitados,

φιλανθρωπική γιορτή προς όφελος των αναπήρων

El té verde ofrece múltiples beneficios antioxidantes,

Το πράσινο τσάι προσφέρει πολλαπλά αντιοξειδωτικά οφέλη,

El ejercicio físico tiene muchos beneficios para la salud,

Η σωματική άσκηση έχει πολλά οφέλη για την υγεία,

Actuó solo por beneficio propio, sin pensar en los demás,

Ενέργησε μόνο για προσωπικό όφελος, χωρίς να σκεφτεί τους άλλους,

esto redundó en beneficio de todos, αυτό απέβη προς όφελος όλων

Los participantes disfrutaron del beneficio de acceso exclusivo al evento,

Οι συμμετέχοντες απόλαυσαν το πλεονέκτημα της αποκλειστικής πρόσβασης στην εκδήλωση

2. οκν, κέρδος, La empresa reportó un beneficio neto del 20 % este trimestre,

Η εταιρεία ανέφερε καθαρό κέρδος 20% αυτό το τρίμηνο,

Los beneficios obtenidos se reinvertirán en nuevos proyectos,

Τα κέρδη που αποκτήθηκαν θα επανεπενδυθούν σε νέα έργα

3. αγρ, καλλιέργεια εδάφους

ή εγκαταστάσεις για καλλιέργεια, un beneficio de caña de azúcar,

μια έκταση καλλιέργειας ζαχαροκάλαμου

4. ορυ, εκμετάλλευση

5. θρη, προνόμια, El sacerdote agradeció los beneficios otorgados por la comunidad,

Ο ιερέας ευχαρίστησε για τα προνόμια που παραχωρήθηκαν από την κοινότητα

6. σνθ, beneficio bruto, μικτό κέρδος

beneficio líquido, neto καθαρό κέρδος

beneficio operativo, κέρδος, αποτέλεσμα εκμετάλλευσης

beneficios antes de impuestos, κέρδος προ φόρων

beneficio de inventario, νομ, ευεργέτημα της απογραφής

beneficio de pobreza, ευεργέτημα πενίας, νομική συνδρομή

beneficios sociales, κοινωνικά πλεονεκτήματα

7. εκφ, a beneficio de inventario, με το ευεργέτημα της απογραφής

colmar a alguien de beneficios, παρέχω σε κάποιον πολλά προνόμια

dar beneficios, δίνω κέρδη

llevarse beneficios, απολαμβάνω κέρδη

redundar en beneficio de algo, alguien, αποβαίνω προς όφελος ενός πράγματος, κάποιου

conceder el beneficio de la duda, παραχωρώ το πλεονέκτημα της αμφιβολίας=

απαλλάσσω λόγω αμφιβολιών

en beneficio de, προς ευεργεσία, όφελος του,

El evento fue organizado en beneficio de los niños necesitados,

Η εκδήλωση οργανώθηκε προς όφελος των παιδιών που έχουν ανάγκη

por beneficio propio, για προσωπικό όφελος

beneficiar πρχ ευ-φιάχνω= κάνω καλό ή ευ-ποιώ κάτι> το αξιο-ποιώ> εκμεταλλεύομαι

1. ρμ, ωφελώ, ευνοώ, ευεργετώ, la nueva legislación nos beneficia a todos,

η νέα νομοθεσία μας ωφελεί όλους

el árbitro benefició al equipo contrario, o διαιτητής ευνόησε την αντίπαλη ομάδα

2. εξυπηρετώ, διευκολύνω, no nos ha beneficiado nada el cambio de horario,

δεν μας έχει διευκολύνει καθόλου η αλλαγή του ωραρίου

3. κάνω κάτι να παράγει όφελος, αξιοποιώ, εκμεταλλεύομαι, καλλιεργώ,

Beneficiar la tierra, un árbol, un argumento, Καλλιεργώ την γή, βγάζω καρπό απο δέντρο

ή μτφ, αξιοποιώ ενα επιχείρημα

4. ορυ, επεξεργάζομαι ορυκτό

ή εκμεταλλεύομαι ορυχείο

5. ραντ, beneficiarse con, ευ-φιάχνομαι με= ωφελούμαι, επωφελούμαι από, κερδίζω από,

se benefició con nuestro trabajo, επωφελήθηκε με, απο την δική μας δουλειά,

todos nos beneficiaremos con estos cambios, όλοι θα κερδίσουμε από αυτές τις αλλαγές

ή beneficiarse de, επωφελούμαι από, se beneficia de su piso cuando se va de viaje,

επωφελείται απο το διαμέρισμα του όταν φεύγει για ταξίδι

6. μτφ, χυδ, beneficiarse a, ευ-φιάχνομαι με = έχω σεξουαλική επαφή με κάποιον,

no sabía que te la estuvieras beneficiando, δεν ήξερα πως είχες επαφή μαζί της

beneficiario, ria 1. α θ, που λαμβάνει όφελος απο κάτι= δικαιούχος, δικαιοδόχος,

el beneficiario de un seguro, ο δικαιούχος απο μια ασφάλεια

beneficencia πρχ ευ-φιαξία= βοήθεια χωρίς ιδιοτελή σκοπό

1. θ, ευεργεσία, αγαθοεργία, φιλανθρωπία, αρωγή, βοήθεια ανιδιοτελής,

La beneficencia es una virtud que enaltece a quien la practica,

Η φιλανθρωπία είναι μια αρετή που εξυψώνει αυτόν που την ασκεί,

Donaron una gran cantidad de dinero para obras de beneficencia,

Δώρισαν ένα μεγάλο ποσό για φιλανθρωπικούς σκοπούς,

2. σύνολο οργανισμών, ιδρυμάτων για φιλανθρωπικό σκοπό,

La Cruz Roja es una institución reconocida por su labor de beneficencia,

Ο Ερυθρός Σταυρός είναι ένας αναγνωρισμένος οργανισμός για το φιλανθρωπικό του έργο

3. σνθ, sección de beneficencia, τμήμα πρόνοιας

casa de beneficencia, φιλανθρωπικό ίδρυμα, άσυλο

comedor de beneficencia, κέντρο σίτισης

beneficencia pública, κοινωνική πρόνοια,

El gobierno destina recursos para apoyar la beneficencia pública,

Η κυβέρνηση διαθέτει πόρους για να στηρίξει τη δημόσια πρόνοια

beneficiado 1. α, κληρικός καθολικής εκκλησίας, επειδή λαμβάνει προνόμιο εκκλησιαστικό

beneficioso, sa 1. ε, ευεργετικός, -ή, -ό, ωφέλιμος, -η, -ο,

el ejercicio es beneficioso para la salud, η άσκηση είναι ωφέλιμη για την υγεία

su decisión es beneficiosa para el país, η απόφασή του αποβαίνει προς όφελος της χώρας esas medidas son beneficiosas para las mujeres,

τα μέτρα αυτά είναι ευεργετικά για γυναίκες

benéfico, ca 1. ε, ευεργετικός, -ή, -ó, tener un efecto benéfico,

έχει ευεργετικά αποτελέσματα

2. φιλανθρωπικός, -ή, -ó, asociación benéfica, φιλανθρωπική οργάνωση,

fiesta benéfica, φιλανθρωπική γιορτή

3. ωφέλιμος, -η, -ο, la lluvia es benéfica para el campo,

η βροχή είναι ωφέλιμη για το έδαφος

benéficamente 1. επρ, ευεργετικά, με ευεργετικό σκοπό,

Conseguirás mantener la calma y ello influirá benéficamente sobre tu salud,

Θα μπορέσετε να παραμείνετε ήρεμοι και αυτό θα επιδράσει ευεργετικά στην υγεία σου

2. επωφελώς

afección 1. θ, πρχ φιάξιμο ψυχικό προς κάτι, κάποιον ή φιξ-άρισμα> κόλλημα=

αγάπη, στοργή, τρυφερότητα, συμπάθεια, Su profunda afección por su familia era evidente,

Η βαθιά αγάπη του για την οικογένειά του ήταν προφανής,

La afección que sentía por su ciudad natal nunca desapareció,

Η αγάπη που ένιωθε για την πατρίδα του δεν εξαφανίστηκε ποτέ,

siento una gran afección por él, αισθάνομαι μεγάλη τρυφερότητα γι’ αυτόν

2. ιατ, α-φιαξία> δυσ-φιαξία σωματική= ασθένεια, πάθηση, διαταραχή,

El paciente presenta una afección respiratoria leve,

Ο ασθενής παρουσιάζει μια ήπια αναπνευστική διαταραχή,

La afección dermatológica mejoró con el tratamiento adecuado.

Η δερματική πάθηση βελτιώθηκε με την κατάλληλη θεραπεία,

La afección cardíaca requerirá tratamiento especializado,

Η καρδιακή πάθηση θα απαιτήσει εξειδικευμένη θεραπεία,

afección cardíaca, καρδιακή πάθηση

afección hepática, ηπατική πάθηση

afeccionar 1. ρμ, φιάχνω ψυχική αίσθηση σε κάποιον= συγκινώ

afeccionarse 1. ραντ, φιάχνομαι ψυχικά με κάτι, κάποιον, δένομαι συναισθηματικά,

αρέσκομαι, φιξάρομαι> κολλάω, se afeccionó al ajedrez ya siendo mayor,

κόλλησε στο σκάκι όντας μεγάλος

afición πρχ φιάξιμο ψυχικό προς κάτι, κάποιον ή φιξ-άρισμα> αγάπη προς αυτό

που μου προσφέρει χαρά, ικανοποίηση, πρχ αφισιον> έφεση

1. θ, κλίση, τάση, έφεση, αγάπη, πάθος προς άτομο, δραστηριότητα, πράγμα,

Su afición por la música clásica comenzó en su infancia,

Η κλίση της για την κλασική μουσική ξεκίνησε από την παιδική της ηλικία,

Tiene una gran afición a la lectura de novelas de misterio,

Έχει μεγάλο πάθος για την ανάγνωση μυστηριωδών μυθιστορημάτων,

el niño le tenía una gran afición a su maestra,

το παιδί της είχε μια μεγάλη αγάπη προς την δασκάλα του

2. χόμπυ, ενδιαφέρον για κάτι, su afición es ver películas,

το χόμπυ του είναι να βλέπει ταινίες

3. άτομα φιξαρισμένα σε ομάδα, δραστηριότητα, φίλαθλοι, οπαδοί,

La afición llenó el estadio para apoyar al equipo local,

Οι φίλαθλοι γέμισαν το γήπεδο για να υποστηρίξουν την τοπική ομάδα

la afición está satisfecha con el programa de corridas de este año,

οι οπαδοί των ταυρομαχιών είναι ευχαριστημένοι με το φετινό πρόγραμμα

ή για καλλιτέχνη, φανς

4. πρχ φιάξιμο ή αφοσίωση όταν κάνω κάτι, ζήλος, ενθουσιασμός,

trabajaba con mucha afición, εργαζόταν με μεγάλη αφοσίωση, ζήλο

5. εκφ, por afición, απο φιάξιμο ψυχικό που μου δίνει κάτι= ερασιτεχνικά, απο αγάπη,

pintar por afición, ζωγραφίζει ερασιτεχνικά

lo hago por afición, no por dinero, το κάνω απο αγάπη, όχι για λεφτά,

tener afición a, por algo, έχω φιάξιμο με, σε, για κάτι, μου αρέσει πολύ, είμαι φίλος,

tengo una gran afición por la lectura, είμαι φίλος του διαβάσματος, ανάγνωσης

mi padre tiene afición a los toros, του πατέρα μου του αρέσουν οι ταυρομαχίες

aficionar πρχ φιξάρω κάποιον σε κάτι, τον κάνω να κολλήσει σε κάτι, κολλάω

1. ρμ, aficionar a alguien a algo, μεταδίδω σε κάποιον τον ενθουσιασμό για κάτι, κάνω κάποιον να αγαπήσει κάτι, esta persona me ha aficionado a la pintura,

αυτό το άτομο με έκανε να αγαπήσω τη ζωγραφική

le aficionó a la música, τον φιξάρισε στην μουσική ή του κόλλησε το μικρόβιο της μουσικής

2. ραντ, aficionarse a, φιξάρομαι ψυχικά σε κάτι, κάποιον= αποκτώ μεράκι για, κολλάω,

se ha aficionado a la pintura, έχει κολλήσει με την ζωγραφική,

se aficionó a su compañía, κόλλησε στην παρέα του

aficionado, da πρχ που φιάχνεται ψυχικά με κάτι ή φιξαρισμένος σε αυτό

1. ε, α θ, φιξαρισμένος, -η, -ο, οπαδός, φίλαθλος, που είναι λάτρης, κολλημένος, η, -ο,

αρεσκόμενος, -η, -ο, un hombre aficionado a los toros, ένας λάτρης των ταυρομαχιών,

es muy aficionado a la música clásica, είναι πολύ κολλημένος στην κλασική μουσική

un aficionado al fútbol, ένας φίλαθλος του ποδοσφαίρου

2. ερασιτεχνικός, -ή, -ó, ερασιτέχνης, participó en el concurso como pintor aficionado,

συμμετείχε σε ενα διαγωνισμό σαν ερασιτέχνης ζωγράφος

formo parte de un club de ciclistas aficionados,

είμαι μέλος ενός ερασιτεχνικού συλλόγου ποδηλασίας

3. α θ, υτμ, ερασιτέχνης, no eres más que un aficionado, δεν είσαι παρά ένας ερασιτέχνης

afecto 1. α, πρχ φιακτό> φιάξιμο ψυχικό= αγάπη, στοργή, τρυφερότητα, αφοσίωση,

προς κάποιον, κάτι, El afecto entre los amigos es evidente en su trato cotidiano,

Η αγάπη μεταξύ των φίλων είναι εμφανής στη καθημερινή τους συμπεριφορά

2. εκφ, sentir afecto por alguien, αισθάνομαι τρυφερότητα για κάποιον,

sentía un gran afecto por su hermano, αισθανόταν μεγάλη τρυφερότητα για τον αδερφό της

tenerle afecto a alguien, του έχω, τρέφω αγάπη, συμπάθεια προς κάποιον,

Le tiene un gran afecto a su abuelo, Τρέφει μεγάλη αγάπη για τον παππού του

le tengo un afecto especial, του έχω μια συμπάθεια ξεχωριστή,

tomar afecto a, προσκολλώμαι συναισθηματικά σε κάποιον,

el niño ha tomado afecto a su abuela, το παιδί έχει προσκολληθεί στην γιαγιά του

afectivo, va 1. ε, στοργικός, -ή, -ό, τρυφερός, -ή, -ό,

Manuel dirigió a su profesor una mirada afectiva,

Ο Μανουέλ απεύθυνε στον καθηγήτρια του ενα βλέμμα στοργικό

2. σχετικό με συναίσθημα, συναισθηματικός, -ή, -ό,

Aunque tiene mucho éxito en los negocios, no es muy feliz en su vida afectiva,

Αν και έχει πολύ επιτυχία στις επιχειρήσεις, δεν είναι πολύ χαρούμενος στην συναισθηματική του ζωή

afectividad 1. θ, στοργικότητα, τρυφερότητα

2. συναισθηματικότητα, ευσυγκινησία

afectísimo, ma 1. ε, στο τέλος γράμματος, με εκτίμηση, su afectísimo servidor,

o αφοσιωμένος υπηρέτης σας

2. εκφ, suyo afectísimo, με εκτίμηση

afectuoso, sa 1. ε, στοργικός, -ή, -ό, τρυφερός, -ή, -ό

afectuosidad 1. θ, στοργή, στοργικότητα, τρυφερότητα

afectuosamente 1. επρ, στοργικά, τρυφερά,

afma., affma. < afectísimo 1. ε, με τους θερμότερους χαιρετισμούς μου

2. εκφ, Suya afma. με τους θερμότερους χαιρετισμούς μου

ή Suyo afmo. μετά τιμής

afecto, ta πρχ α-φεκτο> ευ-φιακτός για κάτι ή με έφεση για κάτι, πρχ φαν για κάτι

1. ε, επιρρεπής, -ής, -ές, es una persona muy afecta a criticar,

είναι άνθρωπος πολύ φιαγμένος> επιρρεπής, που έχει την τάση να κριτικάρει

2. προσκείμενος, -η, -ο σε ιδέα, ομάδα, Manuel es afecto al régimen político de ese país,

Ο Μανουέλ είναι προσκείμενος στο πολιτικό καθεστώς αυτής της χώρας

Es muy afecto a los deportes extremos, Είναι πολύ φαν στα εξτριμ αθλήματα

Siempre fue afecto a los dulces, Ήταν πάντα λάτρης των γλυκών επιδορπίων

3. ιατ, πρχ με α-φιακτο κάτι σωματικά= πάσχων, -ουσα, -ον, una persona afecta de cáncer, κάποιος πάσχων από καρκίνο

4. διορισμένος, -η, -ο, που προορίζεται για κάποια θέση,

un trabajador afecto al departamento de importación,

ένας υπάλληλος διορισμένος στο τμήμα εισαγωγών

5. νομ, υποκείμενος, -η, -ο σε πληρωμή φόρων,

El edificio está afecto al pago de impuestos municipales,

Το κτίριο είναι υποκείμενο, υπόκειται στην πληρωμή δημοτικών φόρων

afectar πρχ φιακτό> φιάχνω ψυχικά, σωματικά κάποιον, προκαλώ αλλαγή, επηρεάζω

1. ρμ, φιάχνω ψυχικά= στενοχωρώ, επηρεάζω, La pérdida de su mascota lo afectó mucho,

Η απώλεια του κατοικίδιου του τον επηρέασε πολύ συναισθηματικά,

La película afectó al público por su mensaje conmovedor,

Η ταινία επηρέασε το κοινό με το συγκινητικό της μήνυμα,

la enfermedad de su madre la afecta mucho,

η αρρώστια της μητέρας της τη στεναχωρεί πολύ

2. φιάχνω σωματικά= καταπονώ, προκαλώ βλάβη, el golpe afectó al oído del paciente,

το χτύπημα προκάλεσε βλάβη στην ακοή του ασθενή,

su pulmonía lo ha afectado mucho, η πνευμονία τον καταπόνησε πολύ

3. επηρεάζω, επιδρώ, La sequía ha afectado gravemente las cosechas,

Η ξηρασία έχει επηρεάσει σοβαρά τις σοδειές,

El ruido constante afecta la concentración de los estudiantes,

Ο συνεχής θόρυβος επηρεάζει τη συγκέντρωση των μαθητών

4. κάτι με αφορά, este problema nos afecta a todos,

αυτό το πρόβλημα μας αφορά όλους

5. δείχνω κάτι φιακτό= προσποιούμαι, υποκρίνομαι,

afectó ignorancia, pero conocía muy bien el asunto,

προσποιήθηκε αγνωσία, αλλα γνώριζε πολύ καλά το ζήτημα

Afectaba ser una persona sofisticada, pero todos sabían que no lo era,

Προσποιούνταν ότι ήταν εκλεπτυσμένος, αλλά όλοι ήξεραν ότι δεν ήταν

6. μιλάω, ενεργώ με επιτήδευση

7. afectar a, προκαλώ ζημιά, καταστρέφω, la helada afectó muchísimo a las cosechas,

η παγωνιά κατέστρεψε πάρα πολύ τις σοδειές

las bebidas alcohólicas afectan al hígado, τα αλκοολούχα ποτά προκαλούν ζημιά στο συκώτι

afectación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του afectar

2. επίδραση, El proyecto tendrá una mínima afectación sobre el medio ambiente,

Το έργο θα έχει ελάχιστη επίδραση στο περιβάλλον

3. επιτήδευση, εκζήτηση, Su afectación al hablar resultaba molesta para los demás,

Η επιτήδευσή του όταν μιλούσε ήταν ενοχλητική για τους άλλους,

La afectación en su forma de vestir no dejaba indiferente a nadie,

Η επιτήδευση στον τρόπο ντυσίματός της δεν άφηνε κανέναν αδιάφορο

4. πάθηση, El paciente tiene una afectación pulmonar grave,

Ο ασθενής έχει σοβαρή πνευμονική πάθηση

afectado, da 1. ε, για άτομο, πράξη, επιτηδευμένος -η, -ο, εξεζητημένος, -η, -ο

estilo afectado, στιλ επιτηδευμένο

2. για πράξη, φιακτό= προσποιητός, -ή, -ό, θεατρινίστικος, -η, -ο,

3. επηρεασμένος, -η, -ο ψυχικά, σωματικά, στεναχωρημένος, -η, -ο, αρρωστημένος, -η, -ο,

está muy afectado por la noticia, είναι πολύ επηρεασμένος απο την είδηση

afectadamente 1. επρ, εξεζητημένα, επιτηδευμένα

desafecto, ta πρχ δεν έχω φιάξιμο ψυχικό για κάτι ή αντι-φιακτο για κάτι

1. ε, με αντι-φιάξιμο= ενάντιος, -α, -o, αντίθετος, -η, -o, desafecto al comunismo,

αντίθετος στον κουμουνισμό

2. αδιάφορος, -η, -ο, es bastante desafecta a la religión,

είναι αρκετά αδιάφορος προς την θρησκεία

desafecto 1. α, αδιαφορία προς κάτι, αντιπάθεια,

su rencor tenía origen en el desafecto de sus padres,

η μνησικακία του είχε αρχή στην αδιαφορία των γονιών του

2. αντίθεση, εναντίωση

desafección 1. θ, αδιαφορία, es increíble que muestre esa desafección por su hijo,

είναι απίστευτο να δείξει αυτή την αδιαφορία για τον γιό του

2. αντίθεση, εναντίωση, La población mostró desafección hacia las nuevas medidas,

Ο λαός έδειξε εναντίωση προς τα νέα μέτρα

infección 1. θ, ιατ, πρχ εν-φιάξη> επι-φιάξιμο σωματικό= μόλυνση, λοίμωξη

cogió una grave infección en el quirófano, έπιασε μια σοβαρή μόλυνση στο χειρουργείο

infeccionar 1. ρμ, ραντ, ιατ, μολύνω, μολύνομαι, la herida se le infeccionó,

η πληγή του μολύνθηκε

infeccioso, sa 1. ε, μολυσματικός, -ή, -ό, λοιμώδης, -ης, -ες

infectar 1. ρμ, ιατ, ραντ, μολύνω, μολύνομαι

infecto, ta πρχ επι-φιακτο ή δυσ-φιακτος

1. ε, ιατ, μολυσμένος, -η, -o

2. μτφ, δυσ-φιακτος σε όψη, μυρωδιά, σαν μολυσμένο= απαίσιος, -α, -o, βρομερός, -ή, -ó, αηδιαστικός, -ή, -ό, aguas infectas, νερά βρωμερά,

Vivían en un barracón infecto, donde había hasta ratas,

Ζούσαν σε μια παράγκα απαίσια, οπου υπήρχαν μέχρι και ποντίκια

3. μτφ, ηθικά δυσ-φιακτο= αισχρός, -ή, -ό, ανήθικος, -η, -ο,

personas infectas, ανήθικα άτομα

infectocontagioso, sa 1. ε, ιατ, μολυσματικός, -ή, -ó και μεταδοτικός, -ή, -ό,

λοιμώδης, -ης, -ες

2. προσβεβλημένος, -η, -ο από μολυσματική και μεταδοτική αρρώστια

inficionar 1. ρμ, ραντ, μολύνω, μολύνομαι, ρυπαίνω νερό, αέρα

2. ιατ, μολύνω, el contacto con el metal oxidado inficionó la herida,

η επαφή με το σκουριασμένο μέταλλο μόλυνε την πληγή

3. μολύνω με δηλητήριο, inficionaron los alimentos con arsénico,

μόλυναν τα τρόφιμα με αρσενικό

4. μτφ, μολύνω ηθικά, διαφθείρω, εκμαυλίζω,

aquellas extrañas amistades inficionaron su personalidad,

εκείνες οι περίεργες φιλίες διαφθείραν την προσωπικότητα του

se inficionó con el juego hasta que se arruinó,

μολύνθηκε με τον τζόγο μέχρι που καταστράφηκε

primoinfección 1. θ, ιατ, πρωτολοίμωξη

desinfectar 1. ρμ, πρχ αντι-εν-φιάχνω= απολυμαίνω

desinfección 1. θ, απολύμανση

desinfectante 1. ε, απολυμαντικός, -ή, -ό

2. α, απολυμαντικό

efecto πρχ επι-φιακτο ή εφέ, και οι ιδιότητες τους

1. α, αυτό που φιάχνει μια πράξη, γεγονός= αποτέλεσμα, επίπτωση, συνέπεια,

principio de causa-efecto, αρχή της αιτίας-αποτέλεσμα

los efectos del terremoto, οι συνέπειες του σεισμού

La falta de sueño tiene efectos negativos en la salud,

Η έλλειψη ύπνου έχει αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία

El efecto de su generosidad se vio en las sonrisas de los niños,

Το αποτέλεσμα της γενναιοδωρίας του φάνηκε στα χαμόγελα των παιδιών

2. αυτό που θέλω να φιάξω= σκοπός, a tal efecto decidió retrasar su partida,

με τέτοιο σκοπό, για αυτό αποφάσισε να καθυστερήσει την αναχώρηση του

3. επι-φιακτο ψυχικό= εντύπωση, nos hizo mucho efecto la noticia,

η είδηση μάς έκανε, προξένησε μεγάλη εντύπωση

4. τεχ, εφέ, οφθαλμαπάτη

5. εμπ, χαρτί για να φιάξω συναλλαγή= εμπορικό γραμμάτιο, χρεόγραφο,

en la caja fuerte guardaba mucho dinero y otros efectos,

στο χρηματοκιβώτιο φύλαγε πολλά χρήματα και άλλα χρεόγραφα

6. αθλ, πρχ εφεκτο> φάλτσο, lanzó la falta con mucho efecto,

χτύπησε το φάουλ με πολύ φάλτσο

7. επι-φιακτο φυσικό= φαινόμενο, El efecto Doppler, Το φαινόμενο Ντόπλερ

El efecto invernadero es clave para entender el cambio climático,

Το φαινόμενο του θερμοκηπίου είναι βασικό για να καταλάβεις την κλιματική αλλαγή

8. πράγμα επι-φιακτο= προιόν, algunos comercios bajaron el precio de los efectos,

κάποιες αγορές κατέβασαν την τιμή των προιόντων

9. σνθ, efecto bancario, τραπεζικός τίτλος

efecto de comercio, χρεόγραφο

efecto de favor, γραμμάτιο ευκολίας

efecto interbancario, διατραπεζικός τίτλος

efecto retroactivo, αναδρομική ισχύς

efectos a cobrar, εισπρακτέο ποσό

efectos a pagar, πληρωτέο ποσό

efectos del estado, κρατικά ομόλογα

efectos públicos, γραμμάτια του δημοσίου

efecto bumerán, φαινόμενο μπούμερανγκ

efecto dominó, φαινόμενο ντόμινο

efecto fotoeléctrico, φωτοηλεκτρικό φαινόμενο

efecto placebo, φαινόμενο πλασέμπο

efecto óptico, οπτικό φαινόμενο

efecto mariposa, φαινόμενο της πεταλούδας

efectos secundarios, παρενέργειες

efecto túnel, φαινόμενο σήραγγας

10. εκφ, a cuyo efecto, έτσι, κατά συνέπεια, ως εκ τούτου,

el plazo había vencido, a cuyo efecto pidieron una prórroga,

η προθεσμία είχε λήξει, έτσι, ζήτησαν παράταση

a efectos de, με σκοπό, te lo volveré a explicar a efectos de que lo entiendas,

θα σου το ξαναεξηγήσω με σκοπό να το καταλάβεις

a dicho, ese, tal efecto, για το λόγο αυτό, για την περίσταση, προαναφερθείσα,

vino a tal efecto con nosotros, ήρθε για αυτό τον λόγο μαζί μας

las medidas propuestas a dicho efecto,

τα προταθέντα μέτρα για την προαναφερθείσα περίσταση

al efecto, γι’ αυτήν την περίπτωση, γι’ αυτόν το σκοπό

a efectos, από άποψη, a efectos legales, esta empresa ya no existe,

από νομική άποψη, αυτή η επιχείρηση δεν υφίσταται πλέον

a todos los efectos, από κάθε άποψη, όπως και να ’χει,

bajo los efectos de, υπό την επήρρεια, estaba bajo los efectos de la droga,

βρισκόταν υπό την επήρρεια ναρκωτικών

causar gran efecto, προκαλώ αίσθηση, μεγάλη εντύπωση

con efecto desde, νομ, με ισχύ από, un contrato con efecto desde el l de enero,

ένα συμβόλαιο με ισχύ από 1 ης Ιανουάριου

con efecto retroactivo, με αναδρομική ισχύ

con, de efecto inmediato, με άμεση επίδραση, un medicamento de efecto inmediato,

ένα φάρμακο με άμεση επίδραση

dar efecto a la pelota, αθλ, δίνω φάλτσο στη μπάλα

dar efecto alto, αθλ, σουτάρω για να πάει η μπάλα ψηλά

dar efecto de la derecha, izquierda, αθλ, δίνω στη μπάλα δεξί, αριστερό φάλτσο

golpear con efecto, αθλ, σουτάρω με φάλτσο

de efecto retardado, με χρονοκαθυστέρηση, un mecanismo de efecto retardado,

ένας μηχανισμός με χρονοκαθυστέρηση

en efecto, πράγματι, llegó, en efecto, a las diez de la mañana,

έφτασε, πράγματι, στις 10 το πρωί

ή μάλιστα, – ¿lo hiciste tú? – en efecto – εσύ το έκανες; – μάλιστα

hacer efecto, φρμ, έχω αποτέλεσμα, (επι)δρώ, todavía no me ha hecho efecto la aspirina,

ακόμη δεν έχει (επι)δράσει η ασπιρίνη ακόμη

ή κάνω εντύπωση, hizo efecto la presentación del plato,

έκανε εντύπωση η παρουσίαση του πιάτου

hacer un efecto bárbaro, οικ, κάνω φοβερή (βάρβαρη) εντύπωση

producir, causar buen, mal efecto, κάνω καλή, κακή εντύπωση

llevar algo a efecto, εκτελώ, θέτω σε εφαρμογή, εκπληρώνω, πραγματοποιώ,

llevaron a efecto los trámites de la denuncia,

έθεσαν σε εφαρμογή τις διαδικασίες της καταγγελίας

llevó a efecto sus promesas, εκπλήρωσε, κράτησε τις υποσχέσεις του

por efecto de, σαν αποτέλεσμα, el incendio se declaró por efecto de las altas temperaturas, η πυρκαγιά εκδηλώθηκε σαν αποτέλεσμα των υψηλών θερμοκρασιών

ser de efectos retardados, οικ, είμαι με επιφιακτο αργό= αντιδρώ με καθυστέρηση

sin efecto, χωρίς ισχύ, αποτέλεσμα, la reforma quedó sin efecto,

η μεταρρύθμιση δεν είχε αποτέλεσμα

un juez ha declarado sin efecto esta norma municipal,

o δικαστής κήρυξε αυτή τη διάταξη του δήμου άκυρη

surtir efecto, φέρνω αποτέλεσμα, las medidas del gobierno no han surtido efecto,

τα μέτρα της κυβέρνησης δεν έφεραν αποτέλεσμα

tener efecto, έχω επίφιακτο> ισχύ= ισχύω, ¿desde cuándo tiene efecto esa norma?

από πότε ισχύει αυτό το μέτρο;

tener un efecto explosivo, οικ, σκάω σαν βόμβα

efectos 1. α πλ, κνμ, τηλ, εφέ

2. εμπορεύματα, declarar los efectos en la aduana,

δηλώνω τα εμπορεύματα στο τελωνείο

3. χρεόγραφα

4. προσωπικά αντικείμενα, Los efectos personales de la víctima,

Τα προσωπικά αντικείμενα του θύματος

5. σνθ, efectos de consumo, επιπτώσεις της κατανάλωσης

efectos mobiliarios, κινητή περιουσία

efectos personales, προσωπικά αντικείμενα efectos especiales, ειδικά εφέ

efectos sonoros, ηχητικά εφέ

efectos visuales, οπτικά εφέ

efectuar 1. ρμ, πρχ επι-φιάχνω= κάνω, πραγματοποιώ, εκτελώ μια πράξη,

φέρω εις πέρας μια ενέργεια, προβαίνω σε, la policía efectuó una inspección de la zona,

η αστυνομία έκανε μια επιθεώρηση στην περιοχή

Es necesario efectuar el pago antes de la fecha límite,

Είναι απαραίτητο να πραγματοποιηθεί, γίνει η πληρωμή πριν από την προθεσμία,

El equipo efectuó los cambios necesarios para mejorar el rendimiento,

Η ομάδα πραγματοποίησε τις απαραίτητες αλλαγές για τη βελτίωση της απόδοσης,

el tren efectuará su salida a las 10,το τρένο θα κάνει την αναχώρηση του στις 10

ή θα αναχωρήσει στις 10

efectuar un recorrido, κάνω μια διαδρομή

la policía efectuó varias detenciones, η αστυνομία έκανε, προέβη σε πολλές συλλήψεις

2. ραντ, πραγματοποιείται, συμβαίνει, λαμβάνει χώρα,

Se efectuará un control de seguridad en el edificio,

Θα πραγματοποιηθεί έλεγχος ασφαλείας στο κτίριο,

hoy se efectúa la toma de posesión del nuevo director,

σήμερα λαμβάνει χώρα η ανάληψη καθηκόντων του νέου διευθυντή

la acción se efectuó con éxito, η πράξη πραγματοποιήθηκε με επιτυχία

efectismo 1. α, πράξη που σκοπό έχει να προκαλέσει εντύπωση, εφέ,

El discurso del político se centró en el efectismo, pero careció de propuestas concretas,

Η ομιλία του πολιτικού επικεντρώθηκε στον εντυπωσιασμό, αλλά στερήθηκε απο συγκεκριμένες προτάσεις

El diseño publicitario utiliza el efectismo para captar la atención del consumidor,

Η διαφήμιση χρησιμοποιεί τον εντυπωσιασμό για να τραβήξει την προσοχή του καταναλωτή,

El pintor recurre al efectismo para hacer sus obras más comerciales,

Ο ζωγράφος καταφεύγει στον εντυπωσιασμό για να κάνει τα έργα του πιο εμπορικά

efectista 1. ε, που σκοπό έχει να εντυπωσιάσει, του εντυπωσιασμού,

discurso efectista, ομιλία εντυπωσιασμού,

recursos efectista, συμπεριφορές εντυπωσιασμού,

comedia efectista, κωμωδία γεμάτη ανατροπές

2. εκφ, ser muy efectista, είμαι πολύ εφετζής, φιγουρατζής

efectivo, va 1. ε, πρχ επι-φιακτικός= αποτελεσματικός, -ή, -ó,

es un remedio muy efectivo contra los catarros y la gripe,

είναι ενα φάρμακο πολύ αποτελεσματικό κόντρα στην καταρροή και την γρίπη

2. σαν φιακτό πράγμα= πραγματικός, -ή, -ό, El tiempo efectivo de trabajo fue de seis horas,

Ο πραγματικός χρόνος εργασίας ήταν έξι ώρες

ή που έχει ισχύ, ισχύων, -ουσα, -ον, έγκυρος, -η, -ο,

La subida de sueldo no será efectiva hasta el próximo año,

Η αύξηση του μισθού δεν είναι ισχύουσα μεχρι την επόμενη χρονιά

3. εκφ, hacer algo efectivo, κάνω κάτι φιακτό= πραγματοποιώ κάτι,

al fin se ha hecho efectivo el proyecto, στο τέλος πραγματοποιήθηκε το προτζεκτ,

el entrenador hizo efectivo el cambio en el descanso,

o προπονητής πραγματοποίησε την αλλαγή στο ημίχρονο

για πληρωμή, el pago se hace efectivo el 20 de cada mes,

η πληρωμή πραγματοποιείται στις 20 κάθε μήνα

εισπράττω κάτι, εξαργυρώνω κάτι, hizo efectivo el cheque εξαργύρωσε την επιταγή,

hizo efectivo el ingreso en su cuenta bancaria,

έκανε κατάθεση στον τραπεζικό του λογαριασμό

efectivo πρχ φιακτό χρήμα> μετρητά

1. α, μετρητά, ρευστό, me he quedado sin efectivo, ¿admiten tarjetas?

έχω μείνει χωρίς μετρητά, δέχεστε κάρτες;

2. σνθ, efectivo disponible, ρευστά διαθέσιμα

efectivo en caja, ταμειακά διαθέσιμα.

3. εκφ, en efectivo, σε μετρητά, pagos en efectivo, πληρωμές σε μετρητά

¿pagaré con tarjeta o en efectivo? θα πληρώσετε τοις μετρητοίς ή με κάρτα;

cobrar en efectivo, εισπράττω τοις μετρητοίς

hacerse efectivo, τίθεμαι σε εφαρμογή

tener efectivo, διαθέτω ρευστό, μετρητά, no tengo efectivo, δεν έχω ρευστό, μετρητά

efectivos 1. α πλ, πρχ άτομα που φιάχνουν= προσωπικό, δυνάμεις, δυναμικό,

los efectivos policiales intervinieron en la manifestación,

οι αστυνομικές δυνάμεις παρενέβησαν στην διαδήλωση

baja de los efectivos durante las vacaciones, μείωση προσωπικού κατά τις διακοπές

2. στρ, δυνάμεις

3. σνθ, quinta de efectivos reducidos, γενιά, κληρουχία κατά την οποία παρουσιάζεται λειψανδρία

efectividad 1. θ, αποτελεσματικότητα, la efectividad terapéutica de un medicamento,

η θεραπευτική αποτελεσματικότητα ενός φαρμάκου

2. ισχύς, εγκυρότητα, Si el documento no tiene el sello impreso, carece de efectividad,

Αν το έγγραφο δεν έχει την έντυπη σφραγίδα, στερείται ισχύς, εγκυρότητας

efectivamente 1. επρ, πρχ φιακτό είναι κάτι= πραγματικά, πράγματι, όντως, μάλιστα,

efectivamente, hace tiempo que ocurrió, πράγματι, έχει καιρό που συνέβηκε

– ¿es usted el dueño de la casa? – efectivamente, soy yo

– είστε o ιδιοκτήτης της οικίας; – μάλιστα, εγώ είμαι

acera πρχ ακερα> άκρα

1. θ, πρχ άκρα δρόμου= πεζοδρόμιο

2. ατκ, παρειά, πλευρά τείχους

3. πρχ α-σερα> σειρά απο σπίτια σε κάθε δρόμο

4. εκφ, μτφ, ser de la otra acera, de la acera de enfrente, οικ, υτμ, είναι απο την άλλη άκρη

ή την απέναντι άκρη= είναι αδερφή

acerico, acerillo πρχ ακρικό> θήκη για άκρες= βελόνες, καρφίτσες

ή πρχ φ-ατσαρικο= επειδή έχει επιφάνεια για βελόνες, καρφίτσες

1. α, πελότα, βελονοθήκη

aceruelo 1. α, πρχ α-σερουελο> σελούλα= μικρή σέλα για καβάλημα αλόγου

2. πελότα, βελονοθήκη

ajetreo μτθ αχε-τρεο> μτφ τρέ-χω με κάτι

1. α, μτφ, τρέξιμο με κάτι, έντονη δραστηριότητα, πολλή δουλειά,

últimamente llevas mucho ajetreo, τελευταία έχεις πολύ τρέξιμο,

el ajetreo de la vida, το τρέξιμο της ζωής,

En mi oficina siempre tenemos mucho ajetreo a finales de mes,

Στο γραφείο μου πάντα έχουμε πολύ τρέξιμο στα τέλη του μήνα

2. τρέξιμο κόσμου, κίνηση, el ajetreo de gente por esta calle es incesante,

η κίνηση του κόσμου σε αυτό τον δρόμο είναι ασταμάτητη

3. μτφ, φασαρία, ένταση, El ajetreo de la ciudad puede resultar agotador,

Η ένταση της πόλης μπορεί να είναι εξαντλητική

con tanto ajetreo no recordé su cumpleaños,

με τόση φασαρία δεν θυμήθηκα τα γενέθλια του

ajetrear 1. ρμ, τρέχω κάποιον στην δουλειά, τον κάνω να τρέχει απο δω κι απο κεί

2. ραντ, τρέχω πολύ με μια δουλειά, se ajetreó con los preparativos del viaje,

έτρεξε πολύ με τις προετοιμασίες του ταξιδιού

3. τρέχω με κάτι που κάνω σωματικά, κουράζομαι, ταλαιπωρούμαι, παιδεύομαι,

mi madre suele ajetrearse mucho en la cocina,

η μητέρα μου συνηθίζει να παιδεύεται πολύ στην κουζίνα

ajetreado, da 1. ε, για άτομο, που τρέχει πολύ λόγω δουλειάς ή δραστηριότητας,

απασχολημένος, -η, -ο, φορτωμένος, -η, -ο, es una mujer muy ajetreada,

είναι μια γυναίκα πολύ απασχολημένη

2. που προκαλεί ή έχει πολύ τρέξιμο, έντονος, -η, -ο, κουραστικός, -η, -ό,

ha sido un día ajetreado, ήταν μια μέρα με πολύ τρέξιμο, έντονη,

organizó una gran fiesta tras muchas horas ajetreadas,

οργάνωσε μια μεγάλη γιορτή μετα απο πολλές ώρες τρεξίματος, έντονες

afeite 1. α, πρχ προιόν για φιαχτή ομορφιά= φτιασίδι για πρόσωπο, μαλλί,

Llamaba la atención por su belleza natural, sin afeites,

Τράβαγε την προσοχή λόγω της φυσικής ομορφιάς της, χωρίς φτιασίδια

afeitar πρχ αφειταρ> ευ-φιαχτ-άρω> ξυρίζω

1. ρμ, ραντ, ξυρίζω, ξυρίζομαι, Le ha afeitado la cabeza, του έχει ξυρίσει το κεφάλι,

Juan se afeita todas las mañanas antes de ir al trabajo,

Ο Χουάν ξυρίζεται κάθε πρωί πριν πάει στη δουλειά

recién afeitado, φρεσκο-ξυρισμένος

2. ρμ, περνάω σύρριζα, ξυστά, la bala pasó afeitándome la cabeza,

η σφαίρα πέρασε σύρριζα από το κεφάλι μου

3. ταυ, κόβω, λιμάρω, αμβλύνω τα κέρατα, μύτες του ταύρου για να μην είναι επικίνδυνος,

el ganadero ha afeitado al toro, o κτηνοτρόφος άμβλυνε τα κέρατα του ταύρου

4. κόβω κλαδιά σε δέντρο, φυτό

afeitado 1. α, πρχ ευ-φιακτο= ξύρισμα

2. ταυ, άμβλυνση των κεράτων

afeitadora 1. θ, ξυριστική μηχανή

faena πρχ φιάχνω> αυτό που πρέπει να κάνω

1. θ, δουλειά, εργασία, καθήκον, no ha terminado las faenas del campo,

δεν έχει τελειώσει τις δουλειές του χωραφιού

ή σωματική ή διανοητική εργασία

2. οικ, μτφ, πρχ την φιάχνω> κάνω σε κάποιον ή φαενα> χουνέρι, λαδιά, άσχημη ενέργεια, μπαγαποντιά, me has hecho una buena faena al llevarte el coche sin avisarme,

μου έχεις κάνει μεγάλο χουνέρι με το να πάρεις το αμάξι χωρίς να με ειδοποιήσεις

3. ταυ, έργο του ταυρομάχου

4. ναυ, ψάρεμα

5. σνθ, faenas agrícolas, del campo, αγροτικές εργασίες

faenas domésticas, de la casa, οικιακά, οικιακές εργασίες

6. εκφ, hacer una faena a alguien, κάνω μια λαδιά σε κάποιον, του την φέρνω

rematar la faena, φέρνω εις πέρας μια δουλειά

faenar 1. ρμ, πρχ φαε-ναρ> σ-φάζω ζώα για κατανάλωση

2. ρα, πρχ φιάχνω= δουλεύω, εργάζομαι στο χωράφι

3. ψαρεύω

4. κάνω ναυτικές εργασίες

facultad πρχ φιακτό-τητα

1. θ, φιακτότητα= ικανότητα, δυνατότητα ατόμου σωματική, νοητική να κάνει κάτι,

el ser humano tiene la facultad de pensar, o άνθρωπος έχει την ικανότητα να σκέφτεται, dispone de las facultades necesarias para hacer el trabajo,

διαθέτει τις αναγκαίες ικανότητες για να κάνει την δουλειά,

Las facultades humanas, físicas y mentales, son la base de nuestra creatividad,

Οι ανθρώπινες ικανότητες, φυσικές και νοητικές, είναι η βάση της δημιουργικότητας, está empezando a perder las facultades, αρχίζει να το χάνει

con pleno dominio de sus facultades, έχοντας σώας τας φρένας

esto me resta facultades, αυτό με κάνει να τα χάνω

ή ιδιότητα, ικανότητα, este material tiene la facultad de resistir temperaturas extremas,

αυτό το υλικό έχει την ιδιότητα να αντέχει πολύ υψηλές θερμοκρασίες

2. μέρος οπου μαθαίνω να φιάχνω> αποκτώ ικανότητα= πανεπιστήμιο, σχολή,

Estudio en la Facultad de Medicina, Σπουδάζω στη Σχολή Ιατρικής,

La Facultad de Derecho organiza un seminario esta semana,

Η Νομική Σχολή οργανώνει ένα σεμινάριο αυτή την εβδομάδα,

ή σύνολο καθηγητών σχολής, πανεπιστημίου

3. νομ, ικανότητα να φιάχνω αποφάσεις= δύναμη, εξουσία, δικαίωμα,

El juez tiene la facultad de emitir sentencias,

Ο δικαστής έχει την εξουσία να εκδίδει αποφάσεις,

no tienes facultad para votar, δεν έχεις δικαίωμα για να ψηφίσεις,

4. σνθ, facultad de Letras, Φιλοσοφική Σχολή

facultar 1. ρμ, δίνω εξουσία σε κάποιον να φιάξει= εξουσιοδοτώ

le facultó para representarle en el consejo,

τον εξουσιοδότησε για να τον αντιπροσωπεύσει στο συμβούλιο

facultativo, va 1. ε, επιλογή του να φιάχνω όπως νομίζω= προαιρετικός, -ή, -ó,

Llevar el cinturón de seguridad no es facultativo, sino obligatorio,

Να φοράς την ζώνη ασφαλείας δεν είναι προαιρετικό, αλλα υποχρεωτικό,

asignatura facultativa, μάθημα επιλογής

2. σχετικό με σχολή, πανεπιστήμιο, πανεπιστημιακός, -ή, -ό,

En esas oficinas solo trabaja personal facultativo,

Σε αυτά τα γραφεία μόνο δουλεύει πανεπιστημιακό προσωπικό

3. επιστημονικός, -ή, -ό, τεχνικός, -ή, -ó, voces facultativas, επιστημονικές γνώμες, φωνές

Necesito un informe facultativo del arquitecto de la obra,

Χρειάζομαι μια αναφορά τεχνική του αρχιτέκτονα του έργου

4. ιατρικός, -ή, -ó, el personal facultativo de las instituciones sanitarias,

το ιατρικό προσωπικό των υγειονομικών ιδρυμάτων,

prescripción facultativa, ιατρική συνταγή

parte facultativo, δελτίο υγείας

5. σχετικό με εξουσία, αρμοδιότητα, αρμόδιος, -α, -ο, υποκείμενος, -η, -ο,

la decisión es facultativa del presidente, η απόφαση είναι υποκείμενη του προέδρου

6. δημοσιο-υπαλληλικός, -ή, -ό, δημόσιος υπάλληλος,

cuerpo facultativo de la administración, σώμα δημοσιο-υπαλληλικό της διοίκησης

7. α θ, ιατρός

fácil πρχ φακιλ> ευ-κολο, πρχ ευ-φιακτο> εύκολο να γίνει

1. ε, εύκολος, -η, -o, es una lección fácil, acabaré pronto,

είναι ενα εύκολο μάθημα, θα τελειώσω νωρίς,

un problema fácil, ενα εύκολο πρόβλημα,

dinero fácil, εύκολο χρήμα,

tiene la lágrima fácil, το κλάμα το έχει εύκολο, στο τσεπάκι

2. πιθανόν, εύκολος, -η, -ο να συμβεί, es fácil que llueva, είναι πιθανόν να βρέξει

es fácil que venga hoy, είναι πιθανόν να έρθει σήμερα

3. για άτομο, εύκολος, -η, -ο, υπάκουος, -η, -ο στο να εκπαιδευτεί, παιδαγωγηθεί,

tiene un carácter fácil, έχει ενα χαρακτήρα υπάκουο

este niño tiene un carácter muy fácil, αυτό το παιδί έχει εύκολο χαρακτήρα

ή κοινωνικός, -ή, -ό, προσήνης, -ες, -ης, ευπροσήγορος, -η, -ο,

es un chico fácil, είναι ένα παιδί κοινωνικό

fácil 1. επρ, εύκολα, eso se arregla fácil, αυτό διορθώνεται εύκολα

Eso se dice fácil, pero prueba a hacerlo y verás que no es así,

Αυτό λέγεται εύκολα, αλλα δοκίμασε να το κάνεις και θα δεις πως δεν είναι έτσι

facilidad 1. θ, ευκολία στο να κάνω κάτι= ικανότητα,

Lope de Vega tenía una gran facilidad para versificar,

Ο Λόπε ντε Βέγκα είχε μια μεγάλη ευκολία για να στιχογραφεί, γράφει στίχους

tiene facilidad para aprender lenguas, έχει ικανότητα για να μαθαίνει γλώσσες

2. ευκολία του να γίνει κάτι, la facilidad de una transacción, η ευκολία μιας συναλλαγής

Las nuevas tecnologías nos ofrecen facilidad para comunicarnos,

Οι νέες τεχνολογίες μας προσφέρουν ευκολία για να επικοινωνούμε

3. εύκολες συνθήκες για να συμβεί κάτι, ευκαιρία, καταλληλότητα,

en este momento no existe facilidad para montar el negocio,

σε αυτή την στιγμή δεν υπάρχει ευκολία για να στήσω το μαγαζί

4. σνθ, facilidad de palabra, ευχέρεια λόγου, ευγλωττία

facilidades 1. θ πλ, ευκολίες, διευκολύνσεις για να πετύχω ή να γίνει κάτι,

Brindamos las facilidades para que puedan participar desde el exterior,

Παρέχουμε τις διευκολύνσεις ώστε να μπορέσουν να συμμετέχουν από το εξωτερικό

2. σνθ, facilidades de crédito, διευκολύνσεις πίστωσης, δανεισμού

facilidades de pago, διευκολύνσεις πληρωμής,

Se ofrecen facilidades de pago para la compra del coche,

Προσφέρονται διευκολύνσεις πληρωμής για την αγορά του αυτοκινήτου

3. εκφ, dar facilidades, δίνω, παρέχω ευκολίες, διευκολύνω,

le dio muchas facilidades, por eso pudo hacerlo,

τον διευκόλυνε, του έδωσε πολλές ευκολίες, για αυτό μπόρεσε να το κάνει

facilón, ona 1. ε, οικ, πανεύκολος, -η, -o, tiene un trabajo facilón,

έχει μια δουλειά πανεύκολη

facilillo, lia 1. ε, πανεύκολος, -η, -o

facilísimo, ma 1. ε, ευκολότατος, -η, -o

fácilmente 1. επρ, εύκολα

2. οικ, πιθανόν, πιθανώς

facilitar πρχ κάνω εύκολο να γίνει κάτι

1. διευκολύνω, κάνω πιο εύκολο κάτι, los electrodomésticos facilitan las tareas caseras,

οι οικιακές συσκευές διευκολύνουν τις οικιακές εργασίες, καθήκοντα

2. μτφ, διευκολύνω σε κάποιον κάτι που χρειάζεται= παρέχω, προμηθεύω, δίνω,

Solicita a tu profesor que te facilite una copia,

Ζήτα απο τον καθηγητή σου να σου παρέχει ενα αντίγραφο

facilitación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του facilitar, διευκόλυνση,

La facilitación de los trámites administrativos es fundamental para los ciudadanos,

Η διευκόλυνση των διοικητικών διαδικασιών είναι θεμελιώδης για τους πολίτες

2. παροχή, χορήγηση, προμήθεια, La facilitación de los datos, η παροχή των δεδομένων

facilitador, ra 1. ε, διευκολυντικός, -ή, -ό

difícil πρχ δυσ-φιακτο ή δυσ-ευκολο> αντίθετο του εύκολου

1. ε, δύσκολος, -η, -o, Este problema matemático es muy difícil de resolver,

Αυτό το μαθηματικό πρόβλημα είναι πολύ δύσκολο να λυθεί,

Es difícil aprender un nuevo idioma en poco tiempo,

Είναι δύσκολο να μάθεις μια νέα γλώσσα σε σύντομο χρονικό διάστημα

no es difícil que ocurra, δεν είναι δύσκολο να συμβεί

Fue un año difícil para la economía mundial,

Ήταν μια δύσκολη χρονιά για την παγκόσμια οικονομία

2. es un niño muy difícil είναι ένα πολύ δύσκολο παιδί

difícil de difícil de decir δύσκολο να το πεις | es lina pregunta difícil de

responder είναι μια ερώτηση που δύσκολα απαντιέται

2. δύσκολος, -η, -o να συμβεί, με λίγες πιθανότητες, απίθανος, -η, -ο,

Es difícil que llegues a tiempo, Είναι δύσκολο να φτάσεις εγκαίρως

3. για άτομο, δύσκολος, -η, -o, Es una persona difícil para trabajar en equipo,

Είναι ένα δύσκολο άτομο για να δουλέψεις σε ομάδα, να συνεργαστείς

ten paciencia porque es difícil de carácter, έχε υπομονή γιατι είναι δύσκολος σε χαρακτήρα

4. για πρόσωπο, χαρακτηριστικά, πρχ δυσ-φιακτος= άσχημος, -η, -o, άχαρος, -η, -ο,

es un hombre de rostro difícil, είναι ενας άντρας με πρόσωπο άσχημο,

tiene unas facciones bastante difíciles, έχει αρκετά άσχημα χαρακτηριστικά

5. εκφ, tener algo difícil, έχω κάτι δύσκολο= μου είναι κάτι δύσκολο, με δυσκολεύει,

Tú también lo tienes difícil, supongo, Eσύ επίσης το έχεις δύσκολο, υποθέτω

difícilmente 1. επρ, δύσκολα, με δυσκολία, un átomo difícilmente puede vivir solo,

ενα άτομο δύσκολα μπορεί να ζήσει μόνο του

dificultar 1. ρμ, δυσκολεύω, δυσχεραίνω, el viento excesivo dificulta la navegación,

ο υπερβολικός άνεμος δυσκολεύει τον διάπλου,

la gran cantidad de vehículos dificulta el tráfico,

o μεγάλος αριθμός των αυτοκινήτων δυσχεραίνει την κυκλοφορία

dificultar unas negociaciones, δυσκολεύω κάποιες διαπραγματεύσεις

dificultad 1. θ, δυσκολία, no tuvo dificultades en conseguir el permiso,

δεν είχε δυσκολίες στο να αποκτήσει την άδεια,

todo son dificultades para ella, γι’ αυτή όλα είναι δύσκολα

has puesto un examen de excesiva dificultad, έβαλες ενα τεστ με υπερβολική δυσκολία

hemos pasado muchas dificultades, έχουμε περάσει πολλές δυσκολίες

2. εκφ, crecerse ante las dificultades, αντιμετωπίζω τις δυσκολίες,

Su habilidad para crecerse ante las dificultades es lo que lo hace un líder,

Η ικανότητά του να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες είναι αυτό που τον καθιστά ηγέτη

pasar por dificultades, περνάω δυσκολίες

poner dificultades, προκαλώ, φέρνω δυσκολίες

dificultador, ra 1. ε, που δυσκολεύει, δυσκολευτικός, -ή, -ό, προβληματικός, -ή, -ó,

la tecnología es un medio facilitador y no un dificultador,

η τεχνολογία είναι ενα μέσο διευκολυντικό και όχι δυσκολευτικό

dificultoso, sa 1. ε, δύσκολος, -η, -ο, se trata de algo muy complejo y dificultoso,

πρόκειται για κάτι πολύ περίπλοκο και δύσκολο

su relación atraviesa una fase dificultosa, η σχέση τους περνά μια δύσκολη φάση

2. απαιτητικός, -ή, -ό, κοπιαστικός, -ή, -ό, σκληρός, -ή, -ó,

Lo más dificultoso es el pescado, το πιο κοπιαστικό είναι το ψάρεμα,

trabajo dificultoso, απαιτητική δουλειά

3. για πρόσωπο, σχήμα, πρχ δύσ-φιακτο= άσχημος, -η, -ο, dificultoso aspecto,

άσχημη όψη

dificultosamente 1. επρ, δύσκολα, με δυσκολία, El anciano respiraba dificultosamente,

Ο γέροντας ανέπνεε με μεγάλη δυσκολία

oficina πρχ οφις, πρχ οφισ-ινα> γρ-αφείο

1. θ, γραφείο σαν μέρος, está en la oficina, είναι στο γραφείο

trabaja en una oficina comercial en una multinacional,

δουλεύει σε ενα γραφείο εμπορικό σε μια πολυεθνική

2. φρμ, oficina de farmacia, φαρμακείο

3. σνθ, oficina central, έδρα

oficina de cambio, γραφείο ανταλλαγής συναλλάγματος

oficina de colocación, γραφείο ευρέσεως εργασίας

oficina de correos, ταχυδρομείο

oficina de empleo, γραφείο ευρέσεως εργασίας

oficina de información, γραφείο πληροφόρησης, πληροφοριών

oficina de objetos perdidos, γραφείο απολεσθέντων αντικειμένων

oficina de reclamaciones, γραφείο παραπόνων

oficina de turismo, τουριστικό γραφείο

oficina inteligente, υπηρεσία πληροφοριών

Oficina Internacional del Trabajo, Διεθνές Γραφείο Εργασίας

oficina pública, δημόσιο γραφείο

oficina de prensa, γραφείο Τύπου

oficina del recaudador, οκν, γραφείο είσπραξης φόρων

oficinal 1. ε, φρμ, φαρμακευτικός, -ή, -ó

oficinista 1. α θ, υπάλληλος γραφείου

oficio πρχ οφικιο> αξίωμα, πρχ επι-φιάξω> εργασία, και οι ιδιότητες τους

1. α, επάγγελμα, tiene el oficio de bombero, έχει το επάγγελμα του πυροσβέστη,

2. επάγγελμα χειρονακτικό, τεχνικό, el oficio de carpintero, το επάγγελμα του μαραγκού

3. μτφ, έργο που κάνει κάτι, δουλειά, λειτουργία, χρήση, ρόλος, σκοπός πράγματος,

no sé cuál es el oficio de esa planta ahí en medio,

δεν ξέρω ποιός είναι ο ρόλος αυτού του φυτού εκεί στην μέση

el oficio del reloj es indicar la hora, η δουλειά του ρολογιού είναι να δείχνει την ώρα

4. μτφ, πράξη, έργο, διαμεσολάβηση υπέρ κάποιου, buenos oficios,

consiguió el trabajo gracias a los buenos oficios de su tío,

κατάφερε την δουλειά χάρη στην διαμεσολάβηση του θείου του

5. γραπτό κείμενο απο γραφείο= ειδοποίηση, γνωστοποίηση,

El secretario del instituto remitió un oficio al Ministerio,

Ο γραμματέας του ινστιτούτου απέστειλε μια κοινοποίηση στο υπουργείο

6. θρη, λειτουργία, ακολουθία, ιεροτελεστία, oficio de difuntos, νεκρώσιμη ακολουθία

7. σνθ, el Santo Oficio, θρη, η Ιερά Εξέταση

oficio divino mayor, ακολουθία των Ωρών

oficio parvo, ακολουθία Υπεραγίας Θεοτόκου

oficio manual, χειρωνακτική εργασία

8. εκφ, hacer su oficio, κάνω τη δουλειά μου

el oficio más viejo del mundo, το αρχαιότερο επάγγελμα του κόσμου

de oficio, νομ, εξ επαγγέλματος, defensor de oficio, συνήγορος εξ επαγγέλματος

ή αυτοδικαίως, αυτεπάγγελτα, sumario de oficio, αυτεπάγγελτη έρευνα

desempeñar su oficio, εκτελώ τα καθήκοντά μου

machacando se aprende el oficio, πρμ, η δουλειά μαθαίνεται με το μάσημα> επανάληψη=

το αγώγι ξυπνάει τον αγωγιάτη,

ή επανάληψις μήτηρ πάσης μαθήσεως

no hay oficio malo, πρμ, η δουλειά δεν είναι ντροπή

estar sin oficio ni beneficio ή no tener oficio ni beneficio, οικ, μτφ, στέκω, είμαι χωρίς εργασία ούτε όφελος= είμαι άεργος

quien ha oficio, ha beneficio, πρμ, όποιος δουλεύει, αμείβεται

ser del oficio, είμαι της δουλειάς

ή οικ, μτφ, κάνω το αρχαιότερο επάγγελμα του κόσμου

tener mucho oficio, έχω πλούσια πείρα στο επάγγελμα

office 1. α, οφις= κουζίνα-τραπεζαρία

oficial, la 1. α θ, ειδικευμένος εργάτης, oficial de modista, ειδικευμένος ράφτης

ή μαθητευόμενος, -η, oficial de costura, μαθητευόμενος ράφτης

2. υπάλληλος σε γραφείο, oficial de secretaría, υπάλληλος γραμματείας

3. υπάλληλος

4. σνθ, oficial administrativo, διοικητικό στέλεχος

oficial de peluquería, μαθητευόμενος κουρέας

oficial electricista, ηλεκτρολόγος

oficial de albañil, οικοδόμος

oficial montador, μονταδόρος, εφαρμοστής

primer oficial de notario, αρχιγραμματέας συμβολαιογράφου

oficial πρχ που έρχεται απο γραφείου ή με οφίκιο

1. ε, απο κράτος ή δημόσιο, επίσημος, -η, -o, documento oficial, έγγραφο επίσημο

2. επίσημος, -η, -o, titulo oficial, επίσημος τίτλος

novio oficial, μνηστήρας

no sabemos si ésta es la versión oficial de la empresa,

δεν ξέρουμε αν αυτή είναι η έκδοση επίσημη της εταιρίας

3. εκπ, για μαθητή, εγγεγραμμένος, -η, -o, Un alumno oficial, Ενας μαθητής εγγεγραμμένος

ή για κέντρο, ίδρυμα, εγκεκριμένος, -η, -ο

oficial πρχ με οφίκιο> αξίωμα

1. α θ, αστυφύλακας

2. στρ, αξιωματικός, αξιωματούχος

3. θρη, ιερουργός, χοροστατών

4. σνθ, oficial al mando, στρ, αξιωματικός έχων το γενικό πρόσταγμα

oficial de complemento, έφεδρος αξιωματικός

oficial de semana, αξιωματικός υπηρεσίας για μια εβδομάδα

oficial de guardia, αξιωματικός βάρδιας, επιφυλακής

oficial de la sala, νομ, δικαστικός επιμελητής

oficial de sanidad, υγειονομικός αξιωματικός

oficial mayor, ανώτερος διοικητικός υπάλληλος

oficial 1. α, δήμιος

oficialmente 1. επρ, επισήμως, επίσημα

oficialía 1. θ, υπαλληλική θέση σε λογιστήριο, γραμματεία κ.λπ

2. σνθ, oficialía mayor, διοίκηση

cooficial 1. ε, για γλώσσα σε χώρα, συνεπίσημος, -η, -ο

cooficialidad 1. θ, αναγνώριση συνεπισημότητας σε γλώσσα

extraoficial 1. ε, ανεπίσημος, -η, -ο, la información de su dimisión es extraoficial,

η πληροφορία της παραίτησης του είναι ανεπίσημη

extraoficialmente 1. επρ, ανεπίσημα

suboficial 1. α θ, στρ, υπαξιωματικός

2. σνθ, suboficial de marina, υπαξιωματικός του ναυτικού

oficialidad 1. θ, επισημότητα, la oficialidad de la noticia, η επισημότητα της είδησης

2. στρ, σύνολο οφικίων= σώμα αξιωματικών, la oficialidad en pleno estaba en el desfile,

το σώμα των αξιωματικών σύσσωμο, όλο βρισκόταν στην παρέλαση

oficialismo 1. α, κυβερνών κόμμα

2. οπαδοί του κυβερνώντος κόμματος

oficialista 1. ε, α θ, οφικιστής> κυβερνιστής= υπερ του κυβερνώντος κόμματος

ή οπαδός κυβερνώντος κόμματος

oficializar 1. ρμ, επισημοποιώ, oficializarán el pacto entre el sindicato y la patronal,

θα επισημοποιήσουν την συμφωνία μεταξύ του συνδικάτου και των ιδιοκτητών

oficialización 1. θ, επισημοποίηση

oficiar πρχ οφικιάζω= ασκώ αξίωμα, πρχ οφις> γραφείο> κοινοποιώ επίσημο γραπτό

1. ρμ, ιερουργώ, τελώ λειτουργία, ιεροτελεστώ, χοροστατώ, oficiará el padre Sarmiento,

θα ιερουργήσει ο πατέρ Σαρμιέντο

2. κοινοποιώ, γνωστοποιώ επίσημο έγγραφο,

el ministerio ha oficiado la solicitud a las autoridades competentes,

το υπουργείο κοινοποίησε την αίτηση στις αρμόδιες αρχές

3. ρα, oficiar de, εκτελώ χρέη, λειτουργώ σαν, El más veterano ofició de juez en la disputa,

ο πιο παλιός εκτέλεσε χρέη δικαστή στην διαμάχη

ofició de celestina entre la pareja, λειτούργησε σαν προξενήτρα μεταξύ του ζευγαριού

oficiante 1. ε, α θ, θρη, ιερουργικός, -ή, -ó, ιερουργός, χοροστατών

oficioso, sa 1. ε, πρχ που βγαίνει απο γραφείο αλλα όχι επίσημα= ανεπίσημος, -η, -o,

los resultados electorales son oficiosos hasta que no termine el escrutinio,

τα αποτελέσματα είναι ανεπίσημα εως να τελειώσει η καταμέτρηση,

Dos himnos, el oficial y el oficioso, 2 ύμνοι ο επίσημος και ο ανεπίσημος

representante oficioso, ανεπίσημος αντιπρόσωπος,

fuentes oficiosas, ανεπίσημες πηγές

2. για άτομο, πρχ που κάνει καλά το οφίκιο του ή επι-φιαχτικός= πρόθυμος, -η, -o,

επιμελής, -ές, -ή, Ella siempre ha sido oficiosa, ayudando sin que se lo pidan,

Αυτή πάντα ήταν πρόθυμη, βοηθώντας χωρίς να της το ζητήσουν

3. μτφ, που χώνεται σε οφίκιο> δουλειά που δεν τον αφορά= αδιάκριτος, -η, -ο

4. πολ, πρχ με οφίκιο μεσολαβητή για να επι-φιάξω= διαμεσολαβητικός, -ή, -ό

5. τυπ, σχετιζόμενος, -η, -ο με οφίκιο= κυβέρνηση, εξουσία, κόμμα, es un canal oficioso,

είναι ενα κανάλι κυβερνητικό

oficiosidad 1. θ, ανεπισημότητα, la oficiosidad de un encuentro,

o ανεπίσημος χαρακτήρας μιας συνάντησης

la oficiosidad de la noticia no garantiza que sea verdadera,

η ανεπισημότητα της είδησης δε εγγυάται αν είναι αληθινή

2. πρχ επι-φιακτικότητα= σπουδή, γρηγοράδα, αμεσότητα στην εκτέλεση πράξης, le agradezco la oficiosidad mostrada en la resolución de este asunto,

σας ευχαριστώ για τη σπούδη που επιδείξατε προκειμένου να επιλυθεί αυτό το θέμα

3. αδιάκριτη εμπλοκή σε κάτι, ακαταλληλότητα

oficiosamente 1. επρ, ανεπίσημα

2. γρήγορα, άμεσα, la policía actuó oficiosamente

η αστυνομία έδρασε γρήγορα

inoficioso, sa 1. νομ, ε, άστοργος, -η, -ο (δωρεά κ.λπ.)

provecho πρχ απο pro-fectus> προ-φιακτο> φιακτο υπερ εμου= όφελος

1. α, όφελος, κέρδος, obtuvo gran provecho de su dinero con la inversión en bolsa,

απέκτησε μεγάλο κέρδος απο το χρήμα του με την επένδυση στο χρηματιστήριο

sólo busca el provecho personal, αναζητεί μόνο το προσωπικό όφελος

en provecho de las clases desfavorecidas, προς όφελος των μη προνομιούχων τάξεων

2. εκφ, ¡buen provecho! καλή όρεξη! Antes de comer, el camarero dijo: “¡Buen provecho!”

Προτού να φάνε, ο σερβιτόρος είπε: «Καλή όρεξη!»,

¡buen provecho le haga! ειρ, τώρα σώθηκε! σωθήκατε!

de provecho, για άτομο, πράγμα= ωφέλιμος, χρήσιμος, κατάλληλος για κάτι,

si estudias serás un hombre de provecho,

αν σπουδάσεις θα γίνεις ένας χρήσιμος άνθρωπος

sus consejos nos fueron de gran provecho,

οι συμβουλές του υπήρξαν μας ήταν πολύ ωφέλιμες

hacer provecho a alguien, ωφελώ κάποιον, aquellas vacaciones nos hicieron gran provecho εκείνες οι διακοπές μάς ωφέλησαν πολύ

sacar provecho (de algo), πρχ σακιάζω> βγάζω όφελος, κέρδος απο, επωφελούμαι απο,

Es importante sacar provecho de las oportunidades que se presentan en la vida,

Είναι σημαντικό να επωφελείσαι απο τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται στη ζωή

provechoso, sa 1. ε, επωφελής, -ής, -ές, επικερδής, -ής, -ές,

el negocio resultó provechoso para los inversores,

η επιχείρηση υπήρξε επικερδής για τους επενδυτές

sus consejos nos fueron muy provechosos, οι συμβουλές του ήταν πολύ επωφελείς για μας

provechosamente 1. επρ, επωφελώς, επικερδώς, με χρήσιμο τρόπο, χρήσιμα,

Un medio de comunicación como la Internet puede utilizar se provechosamente,

Ενα μέσο όπως το ιντερνέτ μπορεί να χρησιμοποιηθεί επωφελώς,

invirtieron provechosamente los beneficios de la empresa,

επένδυσαν επωφελώς τα κέρδη της επιχείρησης

aprovechar πρχ προ> υπερ-φιάχνω για μένα

1. ρμ, αποκτώ όφελος απο κάτι, εκμεταλλεύομαι, αξιοποιώ,

debes aprovechar el tiempo, πρέπει να αξιοποιήσεις τον χρόνο,

aprovechó sus contactos y encontró trabajo,

εκμεταλλεύτηκε τις επαφές του και βρήκε δουλειά

2. χρησιμοποιώ ωφέλιμα κάτι, αξιοποιώ, επαναχρησιμοποιώ,

aprovechó el retal para hacerse una falda,

αξιοποίησε το ρετάλι για να μου φιάξει μια φούστα

3. επωφελούμαι, Israel aprovechó la ocasion para atacar a Egipto,

το Ισραήλ επωφελήθηκε την ευκαιρία για να επιτεθεί στην Αίγυπτο

4. έχω όφελος μαθαίνοντας κάτι, aprovechar en, προοδεύω σε, βελτιώνομαι σε,

aprovechar en clase, προοδεύω στην τάξη

con el profesor particular aprovecha más en física,

με τον καθηγητή που κάνει ιδιαίτερα βελτιώνεται στη φυσική

5. ρα, κάτι ωφελεί, χρησιμεύει, las prisas no aprovechan, οι βιασύνες δεν ωφελούν

esto les aprovechará a tus hermanos, αυτό θα τους χρησιμεύσει στα αδέρφια σου

6. πρχ υπερ-φιάχνω= δράττομαι της ευκαιρίας, εκμεταλλεύομαι,

como hacía buen tiempo, aprovecharon y se fueron al campo,

καθώς έκανε καλό καιρό, εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία και πήγαν στην εξοχή

7. ναυ, ορθοπλωρίζω

8. ραντ, πρχ υπερ-φιάχνομαι απο = επωφελούμαι απο, εκμεταλλεύομαι, aprovecharse de,

Se aprovechó de la bondad de su amigo para obtener un préstamo,

Εκμεταλλεύτηκε την καλοσύνη του φίλου του για να πάρει ένα δάνειο,

aprovecharse de alguien, εκμεταλλεύομαι κάποιον

9. μτφ, επωφελούμαι σεξουαλικά απο κάποιον= βιάζω,

ha intentado varias veces aprovecharse de ella, προσπάθησε αρκετές φορές να την βιάσει,

se aprovechó de una menor, βίασε μια ανήλικη

10. εκφ, ¡que aproveche! καλή όρεξη!

aprovechamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του aprovechar ή aprovecharse

2. εκμετάλλευση, αξιοποίηση, aprovechamiento del espacio, αξιοποίηση του χώρου,

aprovechamiento de los recursos naturales, αξιοποίηση των φυσικών πόρων

aprovechamiento en común, κοινή εκμετάλλευση

3 κέρδος, όφελος, sacaron el máximo aprovechamiento de la inversión,

έβγαλαν το μέγιστο όφελος απο την επένδυση

4. φιλομάθεια, seguía sus enseñanzas con aprovechamiento,

παρακολουθούσε τη διδασκαλία του με φιλομάθεια

5. σνθ, aprovechamiento de aguas, αξιοποίηση των υδάτων

aprovechamiento forestal, αξιοποίηση των δασών

aprovechable 1. ε, για πράγμα, αξιοποιήσιμος, -η, -ο, χρησιμοποιήσιμος, -η, -o,

La energía eólica es limpia e inagotable, pero es aprovechable en pocas zonas,

Η αιολική ενέργεια είναι καθαρή και ανεξάντλητη, αλλα είναι αξιοποιήσιμη σε λίγες ζώνες

dicen que del cerdo es todo aprovechable,

λένε πως απο το γουρούνι είναι όλα αξιοποιήσιμα

2. για ρούχο, που μπορεί να φορεθεί, φορέσιμος, -η, -ο, χρησιμοποιήσιμος, -η, -o,

ese vestido es aún aprovechable αυτό το φόρεμα είναι ακόμα χρησιμοποιήσιμο

aprovechadamente 1. επρ, ωφέλιμα

aprovechado, da 1. ε, για άτομο, που αξιοποιεί τα πάντα, αξιοποιητικός, -ή, -ό,

es una modista muy aprovechada y con retales sobrados me hace falda,

είναι μια μοδίστρα πολύ αξιοποιητική και με ρετάλια περισσευόμενα μου φιάχνει φούστα

2. αξιοποιημένος, -η, -ο, εκμεταλλευόμενος, -η, -ο με τον καλύτερο τρόπο,

Ο χώρος σε αυτό το μικρό διαμέρισμα είναι πολύ καλά αξιοποιημένος,

El espacio en este pequeño apartamento está muy bien aprovechado

3. για μαθητή, επιμελής, -ής, -ές, alumno aprovechado, μαθητής επιμελής

4. ε, α θ, για άτομο, που κοιτάει να εκμεταλλευθεί, να βγάλει ιδίο όφελος εις βάρος άλλου, κερδοσκοπικός, -ή, -ó, εκμεταλλευτικός, -ή, -ό, συμφεροντολογικός, -ή, -ό, κερδοσκόπος,

Ese vecino es un aprovechado, siempre pide favores pero nunca ayuda a nadie,

Αυτός ο γείτονας είναι εκμεταλλευτής, πάντα ζητάει χάρες αλλά ποτέ δεν βοηθάει κανέναν

inaprovechado, da 1. ε, μη αξιοποιημένος, -η, -ο, αναξιοποίητος, -η, -ο,

ανεκμετάλλευτος, -η, -ο, αχρησιμοποίητος, -η, -ο

Ese terreno lleva años completamente inaprovechado,

Αυτό το οικόπεδο παραμένει αναξιοποίητο για χρόνια

El joven es muy inteligente, pero en este trabajo está completamente inaprovechado,

Ο νεαρός είναι πολύ έξυπνος, αλλά σε αυτή τη δουλειά είναι εντελώς αναξιοποίητος

aprovechador, ra 1. ε, ωφελιμιστικός, -ή, -ό

2. κερδοσκοπικός, -ή, -ó,

3. εκμεταλλευτικός, -ή, -ό

desaprovechar πρχ δεν-υπερ-φιάχνω για μένα=

1. ρμ, δεν αξιοποιώ, δεν εκμεταλλεύομαι κάτι, αφήνω να πάει χαμένο κάτι, χαραμίζω

No desaproveches la oportunidad de estudiar en el extranjero,

Μην χάσεις την ευκαιρία να σπουδάσεις στο εξωτερικό,

Desaprovechó la oferta de trabajo por no responder a tiempo,

Έχασε την προσφορά εργασίας επειδή δεν απάντησε έγκαιρα

2. κατα-σπαταλώ, διασπαθίζω, ξοδεύω αλόγιστα κάτι,

desaprovechar el dinero, διασπαθίζω το χρήμα,

Desaprovecharon el tiempo discutiendo en lugar de buscar soluciones,

Σπατάλησαν τον χρόνο συζητώντας αντί να βρουν λύσεις

Es una lástima que esté desaprovechando su talento para el dibujo,

Είναι κρίμα να σπαταλά το ταλέντο του στη ζωγραφική

No deberíamos desaprovechar los recursos naturales, debemos usarlos de forma sostenible,

Δεν πρέπει να σπαταλάμε τους φυσικούς πόρους, πρέπει να τους χρησιμοποιούμε με βιώσιμο τρόπο

desaprovechamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του desaprovechar

2. μη αξιοποίηση, εκμετάλλευση σε κάτι, el desaprovechamiento de la energía solar,

η μη αξιοποίηση της ηλιακής ενέργειας

3. κατασπατάληση, διασπάθιση

desaprovechado, da 1. ε, ανεπαρκώς ή μη αξιοποιημένος, -η, -o, αναξιοποίητος, -η, -o

ανεκμετάλλευτος, -η, -ο, al no cultivar las tierras las tiene desaprovechadas,

οταν δεν καλλιεργεί τα χωράφια τα έχει ανεκμετάλλευτα

es el típico alumno desaprovechado, είναι ο τυπικός μαθητής μη αξιοποιημένος

2. κατασπαταλημένος, -η, -o, χαμένος, -η, -o,

una oportunidad desaprovechada, μια ευκαιρία χαμένη

3. χρησιμοποιούμενος, -η, -o με κακό τρόπο, χαραμισμένος, -η, -ο

fecha πρχ φετσα> απο ντε φάκτο= γεγονός χρονολογημένο, πρχ φ> θ-έση χρονική

ή πρχ φ-ετσα> φιξα-ρισμα χρονικό σε γεγονός

1. θ, ημερομηνία, μέρος σε γράμμα, έγγραφο, se te ha olvidado poner la fecha en tu carta,

σου έχει ξεφύγει να βάλεις την ημερομηνία στο γράμμα σου

una carta de fecha 5 de julio, μια επιστολή με ημερομηνία 5 Ιουλίου

2. θέση χρονική= ημερομηνία, ¿cuál es la fecha de hoy? ποια είναι η σημερινή ημερομηνία;

Navidad y Año Nuevo son fechas muy señaladas,

Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά είναι ημερομηνίες πολύ σημαντικές, ξεχωριστές

3. ημέρα, el envío ha tardado tres fechas en llegar,

η αποστολή έχει αργήσει 3 ημέρες να φτάσει

4. παρών χρόνος, σήμερα, hasta la fecha no ha habido cambios,

μέχρι σήμερα δεν έχουν υπάρξει αλλαγές

5. σνθ, fecha cierta, νομ, επίσημη ημερομηνία

fecha de caducidad, ημερομηνία λήξεως τροφίμων, φαρμάκων

ή για έγγραφο, διαβατήριο, ημερομηνία λήξης ισχύος

fecha de consumo, τελική ημερομηνία ανάλωσης, ημερομηνία λήξεως

fecha de cierre, οκν, ημερομηνία κλεισίματος βιβλίων

fecha de vencimiento, ημερομηνία λήξης προθεσμίας πληρωμής

fecha límite de venta, τελική ημερομηνία πώλησης

fecha de entrega, ημερομηνία παράδοσης

fecha de expedición, ημερομηνία αποστολής

fecha de nacimiento, ημερομηνία γεννήσεως

fecha señalada, ξεχωριστή ημερομηνία

fecha tope, límite, τελευταία προθεσμία

6. εκφ, a fecha de hoy, σήμερα

a fecha fija, σε καθορισμένη ημερομηνία

de fecha reciente, με θέση πρόσφατη χρονικά= πρόσφατο

de larga fecha, μακροχρόνιος

en fecha próxima, προσεχώς

hasta la fecha, μέχρι σήμερα

poner la fecha (en), βάζω ημερομηνία (σε)

por estas fechas, αυτήν την περίοδο

señalar la fecha, αναφέρω ημερομηνία

tener fecha, έχω ημερομηνία, el lanzamiento del nuevo modelo todavía no tiene fecha,

το λανσάρισμα του νέου μοντέλου ακόμη δεν έχει ημερομηνία κυκλοφορίας

posfecha 1. θ, μεταχρονολόγηση

fechar πρχ φ-ετσαρ> να θέσω ημερομηνία ή να φιξάρω χρονικά ενα γεγονός

1. ρμ, χρονολογώ έγγραφο, εύρημα, fechó el documento en Madrid a 20 de julio de 1995,

χρονολόγησε το έγγραφο στην Μαδρίτη στις 20 Ιουλίου του 1995

2. βάζω ημερομηνία και μέρος σε γράμμα, fechar una carta

fechador 1. α, σφραγίδα ημερομηνίας

2. σφραγίδα ταχυδρομείου

fechoría 1. θ, πρχ να την φιάξω σε κάποιον= αδίκημα, cometer una fechoría,

διαπράττω αδίκημα

2. σκανταλιά, Castigaron al niño por su fechoría,

Τιμώρησαν το παιδί για την σκανταλιά του

hacer 1. ρμ, πρχ fac-er> φιακ-νω> φιάχνω, ποιώ, κάνω και τις ιδιότητες τους

φιάχνω, ποιώ, δημιουργώ απο τίποτα, Dios hizo al hombre a su imagen y semejanza,

ο Θεός ποίησε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και κατ’ ομοίωση

2. φιάχνω, κατασκευάζω κάτι δίνοντας του σχήμα, ιδιότητα,

esta empresa hace automóviles, αυτή η εταιρία φτιάχνει αυτοκίνητα

3. κάνω μια πράξη ή δραστηριότητα, hace un trabajo muy pesado,

κάνει μια δουλειά πολύ βαριά

hicimos un viaje maravilloso, κάναμε ένα ταξίδι θαυμάσιο,

me gusta hacer crucigramas, μου αρέσει να κάνω σταυρόλεξα

No sabe qué hacer, δεν ξέρει τι να κάνει

4. φιάχνω κάτι άυλο, δημιουργώ νοητικό υλικό, desde muy joven hacía poesías,

απο πολύ μικρός έφιαχνε ποιήματα

5. κάνω να παραχθεί ενα αποτέλεσμα, προκαλώ, esta máquina hace demasiado ruido,

αυτή η μηχανή κάνει υπερβολικό θόρυβο,

sus chistes no me hacen gracia, τα αστεία του δεν με κάνουν να γελώ> δεν μου αρέσουν

Hacer sombra, humo, Κάνω σκιά, καπνό

6. κάνω κινήσεις, hizo varias flexiones para desentumecerse,

έκανε αρκετά τεντώματα για να ξεμουδιάσει,

hacía unos gestos muy exagerados, έκανε μερικές χειρονομίες πολύ υπερβολικές

7. κάνω καθαριότητα, συγυρίζω, τακτοποιώ, hace los cristales una vez al mes,

κάνει τα τζάμια μια φορά τον μήνα,

haz la cocina antes de salir, κάνε την κουζίνα πριν να φύγεις

8. κάνω ετοιμασία για κάτι, φιάχνω, τακτοποιώ, βάζω σε τάξη, στρώνω,

tengo que hacer la maleta, πρέπει να φιάξω την βαλίτσα,

el niño debe acostumbrarse a hacer la cama,

το παιδί πρέπει να συνηθίσει να στρώνει το κρεβάτι

9. κάνω να πραγματοποιηθεί κάτι σαν επιβολή, υποχρέωση, υποχρεώνω, αναγκάζω,

el profesor hizo callar a los alumnos, ο καθηγητής έκανε να σιωπήσουν οι μαθητές,

le hizo venir, τον έκανε να έρθει

10. κνμ, θτρ, τηλ, κάνω ρόλο, ερμηνεύω, παίζω, siempre hace papeles secundarios,

πάντα κάνει ρόλους δευτερεύοντες

ή κάνω προβολή, παίζω, hoy hacen una obra de Calderón,

σήμερα παίζουν ενα έργο του Καλντερόν,

11. κάνω λεφτά ή αποκτώ, κερδίζω απο δραστηριότητα, Hacer dinero, una fortuna,

κάνω χρήματα, μια περιουσία

12. κάνω κάποιον, κάτι να αλλάξει, μετατραπεί, μεταμορφωθεί,

los desengaños le han hecho desconfiado, οι απογοητεύσεις τον έχουν κάνει δύσπιστο

13. κάνω υπόθεση για κάποιον, νομίζω, yo te hacía en Londres, εγώ σε έκανα στο Λονδίνο,

la hacía más simpática, την έκανα, νόμιζα πιο συμπαθητική

14. πόσο κάνει σύνολο κάτι, dos y dos hacen cuatro, 2 και 2 κάνουν 4

15. φιάχνω, κάνω σύνολο, συμπληρώνω, este huevo hace la docena,

αυτό το αυγό κάνει την ντουζίνα, δωδεκάδα

16. κάνω μια θέση σε σειρά, πιάνω, απασχολώ, haces el quinto de la fila,

κάνεις τον 5ο της σειράς

17. κάνω πλήρωση ετών σε ηλικία, συμπληρώνω, su hermano hará los treinta en mayo,

ο αδερφός του θα συμπληρώσει τα 30 τον Μάιο

18. με κάποια ουσιαστικά τα ρηματοποιεί, le hizo burla, του έκανε κοροιδία= κοροίδεψε

hacer uso = usar, να κάνω χρήση= χρησιμοποποιώ

19. κάνω γυμναστική σε μέρη του σώματος, γυμνάζω, hacer piernas, bíceps,

κάνω πόδια, δικέφαλα

20. κάνω μια διαδρομή, απόσταση, διατρέχω, hacer un recorrido, κάνω μια διαδρομή

21. κάνω να έχει μια όψη κάποιος, Esa camisa te hace más joven,

Αυτή η μπλούζα σε κάνει πιο νέο

Ese corte de pelo te hace más joven, Αυτό το κούρεμα μαλλιού σε κάνει πιο νέο

22. κάνω να συνηθίσει σε κάτι, συνηθίζω, μαθαίνω να, Hacer el cuerpo a las fatigas,

Μαθαίνω το σώμα στις κοπώσεις

23. κάνω να χωρέσει κάτι στο εσωτερικό μου= παίρνω, χωράω,

este barril hace cien litros, αυτό το βαρέλι παίρνει 100 λίτρα

24. κάνω ψέμματα, παριστάνω, παίζω, προσποιούμαι, María hace mucho el tonto,

η Μαρία κάνει πολύ την χαζή

25. κάνω χώρο για κάποιον, κάτι, Hacer hueco, Κάνω κενό,

Hacer sitio, Κάνω χώρο

26. κάνω περιποίηση στο σώμα, φιάχνω, la manicura le hizo las uñas,

η μανικιουρίστα της έκανε τα νύχια

27. κάνω> πιάνω ταχύτητα, Esta moto hace una media de 120 km/h,

Αυτή η μηχανή πιάνει μια μέση ταχύτητα των 120 χλμ

28. κάνω σπουδές, σπουδάζω, mi hijo quiere hacer medicina,

o γιός μου θέλει να σπουδάσει ιατρική

29. ραπρ, για καιρό, κάνει, Hace calor, frío, buen día. Mañana hará malo,

Κάνει ζέστη, κρύο, καλή ημέρα. Αύριο θα κάνει κακό καιρό

si hace sol iremos a la playa, αν κάνει ήλιο θα πάμε στην παραλία

30. για χρόνο που έχει περάσει, κάνει> έχει (περάσει), πριν,

Hace tres días, Πριν 3 μέρες

hace un año que no la veo, έχει 1 χρόνο που δεν την βλέπω,

el lunes hará tres años que se casaron,

την Δευτέρα θα έχει 3 χρόνια απο τότε που παντρεύθηκαν,

Ayer hizo un mes, Εχθές πέρασε ενας μήνας

31. ρα, κάνω μια πράξη, πράττω, προχωρώ, Creo que hice bien, πιστεύω πως έκανα καλά

32. κάνω να έχει σημασία κάτι για κάποιον, να έχει επιρροή σε κάποιον= νοιάζει,

Se siente bien vestida así, qué le hace que se rían de ella,

Αισθάνεται καλά ντυμένη έτσι, τι την νοιάζει αν γελάσουν με αυτή

33. κάτι κάνει αναφορά σε κάτι, αφορά, Por lo que hace al dinero, no te preocupes,

Όσο για ότι αφορά στα χρήματα, μην ανησυχείς

34. να κάνει κάποιος, κάτι για κάποιο σκοπό, ταιριάζει, πάει,

este bolso no hace con estos zapatos, αυτή η τσάντα δεν κάνει με αυτά τα παπούτσια,

este chico no hace para ti, αυτό το παιδί δεν κάνει για εσένα

Llave que hace a ambas cerraduras, Κλειδί που κάνει και στις 2 κλειδαριές

35. κάνω ενα επάγγελμα, μια λειτουργία προσωρινά, σαν λύση ανάγκης, hacer de,

hacía de mecánico, έκανε, δούλευε προσωρινά σαν μηχανικός,

el cable hace de antena, το καλώδιο κάνει την λειτουργία> λειτουργεί σαν κεραία

ή σε κνμ, θτρ, κάνω ενα ρόλο συγκεκριμένο, hizo de Ofelia en la obra,

έπαιξε την Οφέλια στο έργο

ή κάνω τον, Hacer del tonto, κάνω τον χαζό

36. κάνω να> προσπαθώ για κάτι, προσπαθώ να, hacer por, haré por llegar a tiempo,

θα κάνω να, θα προσπαθήσω να φτάσω εγκαίρως

Haré por verla mañana, pero no sé si será posible,

Θα κάνω (προσπάθεια) να την δώ αύριο, αλλα δεν ξέρω αν θα είναι δυνατόν

37. κάνω πως, Hace que, Hace que estudia, que trabaja, κάνει πως μελετά, πως δουλεύει

38. ραντ, κάνω τον εαυτό μου να συνηθίσει με κάτι= συνηθίζω, εγκλιματίζομαι, καμώνομαι,

se hizo pronto al nuevo trabajo, συνήθισε γρήγορα στην νέα του δουλειά

39. κάνω τακτοποίηση, βάζω σε τάξη κάτι, él mismo se hace la cama,

αυτός ο ίδιος, μόνος του φιάχνει το κρεβάτι

40. κάνω, προσποιούμαι, παριστάνω, no te hagas el tonto, μην κάνεις τον χαζό

41. κάνω περιποίηση στο σώμα, φιάχνω, se hace la barba cada semana,

φιάχνει τα γένια του κάθε εβδομάδα

42. τα κάνω επάνω μου, κάνω κακά, el niño se ha hecho caca, το παιδί έκανε κακά,

se lo hizo encima, τα έκανε πάνω του

ή κάνω πιπί, El nene quiere hacer pis, το νινί θέλει να κάνει πιπί

43. φιάχνω εμένα σε επάγγελμα= γίνομαι, Se hizo médico, έγινε ιατρός

ή για ιδεολογία, Se hizo neoliberal, έγινε νεοφιλελεύθερος

ή κάνω εμένα ακόλουθο ομάδας, παράταξης, nos hemos hecho del Numancia,

έχουμε γίνει οπαδοί της Νουμάνθια

44. κάνω αυτό που δηλώνει το επίθετο επιδεικνύοντας την ιδιότητα του, παριστάνω,

No te hagas el valiente, Μην κάνεις τον θαραλλέο

45. κάνω κίνηση προς τα κάπου, Hazte allá, κάνε πιο εκεί

Hacerse a un lado, Να κάνω στην άκρη

Háganse atrás, por favor, que están interrumpiendo el paso,

Κάντε πίσω, παρακαλώ, διότι διακόπτετε το πέρασμα

46. ρμ, κάνω, φιάχνω με κάτι κάποιον, το παρέχω, δίνω, κάνω να το έχει, Hacer con,

Mi tío me hizo con un buen bastón para la marcha,

Ο θείος μου με έφιαξε με ενα καλό μπαστούνι για την πορεία

ή ραντ, φιάχνομαι με> κάνω δικό μου κάτι, αποκτώ ή παίρνω τον έλεγχο, Hacerse con, de,

se hizo con la mayoría de los votos, έκανε δική του, απέκτησε την πλειοψηφία των ψήφων

tiene un carácter tan fuerte que enseguida se hizo con la pandilla,

έχει ενα χαρακτήρα τόσο δυνατό που αμέσως πήρε τον έλεγχο της συμμορίας

ή δεν κάνω> μπορώ με κάποιον, no me hago con mis padres, δεν κάνω με τους γονείς μου

47. κάτι φιάχνεται, γίνεται, φτάνει στο σημείο που πρέπει για να χρησιμοποιηθεί,

las lechugas se hacen pronto, τα μαρούλια φιάχνονται γρήγορα

48. εκφ, a medio hacer, στα μισά, μισο-φιαγμένο, dejaste el trabajo a medio hacer,

άφησες την δουλειά στα μισά, μισο-τελειωμένη

hacer como que, Να κάνω σαν να, Hizo como que no nos había visto,

Έκανε σαν να μην μας είχε δεί

hacer saber, κάνω γνωστό κάτι, γνωστοποιώ, πληροφορώ,

le hago saber que han llegado los invitados,

σας πληροφορώ πως έχουν φτάσει οι καλεσμένοι

hacer y deshacer, φιάχνω και ξεφιάχνω= λύνω και δένω χωρίς να πάρει είδηση κανένας,

en su casa su madre hace y deshace y su padre no se entera de nada,

στο σπίτι του η μητέρα του λύνει και δένει και ο πατέρας του δεν καταλαβαίνει τίποτα

κάνω κομμάτια κάτι, hacer pedazos, hizo pedazos la carta, έκανε κομμάτια το γράμμα

σαν ερώτηση, κάνεις (κέφι) για κάτι, θέλεις, ¿hace?, ¿hace un vaso de vino?

θέλεις ένα ποτήρι κρασί;

ή για να δηλώσω συμφωνία, ¿hace? εντάξει; σύμφωνοι;

hacer agua, κάνει νερά κάτι, μπάζει, δεν πάει καλά ή ενα πλοίο μπάζει νερά απο κάπου,

El negocio de tus amigos no va bien, está haciendo agua últimamente,

Η επιχείρηση των φίλων σου δεν πάει καλά, κάνει νερά τελευταία

El barco hacía agua constantemente, το πλοίο έμπαζε νερά διαρκώς

hacer al caso ή venir al caso, κάνει για την περίπτωση κάτι, βολεύει, κολλάει, ταιριάζει,

si hace al caso, me pasaré por tu casa, αν βολέψει, θα περάσω απο το σπίτι σου,

El ejemplo que puso no venía al caso, το παράδειγμα που έβαλε δεν κόλλαγε

hacer caso, δίνω σημασία, Dile tú que estudie, a ti sí te hace caso,

Πές του εσύ να μελετήσει, σε εσένα δίνει σημασία

hacer caso omiso, κάνω σαν να μην άκουσα, αγνοώ ή δεν λαμβάνω υπόψη κάτι,

Tu hija hizo caso omiso de todos los consejos que le di cuando estuvo conmigo,

Η κόρη σου αγνόησε όλες της συμβουλές που της έδωσα όταν βράθηκε μαζί μου

hacer a todo, κάνει για όλα, esta navaja hace a todo, αυτός ο σουγιάς κάνει για όλα

hacer alguna, κάνει κάποια (στραβή), el niño no habla, yo creo que ha hecho alguna,

το παιδί δεν μιλά, εγώ πιστεύω πως έχει κάνει κάποια στραβή

hacerla, να την κάνω σε κάποιον,  él me la ha hecho pero yo se la guardo,

αυτός μου την έχει κάνει αλλα εγώ του την φυλάω

haberla hecho buena, καλά την κάνω (μια πράξη) ειρ, ωραία τα καταφέρνω με κάτι,

la has hecho buena, ¿cómo se lo contamos ahora a tu madre?,

την έκανες πάλι την πατάτα, ωραία τα κατάφερες, πως της το λέμε τώρα στην μάνα σου;

hacer de las suyas, να κάνω τα δικά μου, να κάνω μια πράξη συνηθισμένη για εμένα,

Ha vuelto a hacer de las suyas, ha cerrado la puerta y se ha dejado las llaves dentro,

Έχει ξανακάνει τα δικά του, έχει κλείσει την πόρτα και έχει αφήσει τα κλειδιά μέσα

hacer carrera, κάνω καριέρα επιτυχημένη σε κάτι και ευημερώ,

Pilar ha hecho carrera en el mundo empresarial, dirige tres fábricas importantes,

Η Πιλαρ έκανε καριέρα στον επιχειρηματικό κόσμο, διευθύνει 3 εταιρίες σημαντικές

hacer castillos en el aire, κάνω κάστρα στην άμμο, τρέφω προσδοκίες χωρίς θεμέλιο,

Si solo tienes deudas, no sé por qué haces castillos en el aire con la compra de un coche,

Αν μόνο έχεις χρέη, δεν ξέρω γιατί τρέφεις προσδοκίες με την αγορά αυτοκινήτου,

hacer buenas migas ή hacer malas migas, κάνω καλή ή κακή σχέση, παρέα με κάποιον

hacer bulto, να κάνω μπούγιο, Fui a la conferencia de tu profesor para hacer bulto, porque yo no entiendo nada de peces, Πήγα στην διάλεξη του καθηγητή σου για να κάνω μπούγιο,

γιατι εγώ δεν καταλαβαίνω τίποτα απο ψάρια

dar que hacer, προκαλώ προβλήματα

el que la hace la paga, πρμ, όποιος την κάνει την πληρώνει, όποιος έφταιξε πληρώνει

haz bien y no mires a quién, πρμ, κάνε το καλό και ρίξτο στο γυαλό

hacer falta, κάνει έλλειψη κάτι αν δεν γίνει= χρειάζεται

no hacer falta, δεν χρειάζεται

hacer feliz a alguien, κάνω κάποιον ευτυχισμένο

por más que haga, haga lo que haga, ó,τι και να γίνει

¿qué le vamos a hacer? τι να κάνουμε; τι να γίνει;

¿qué quiere que le haga? τι θέλετε να σας κάνω;

hacer de menos, κάνει μείον κάποιον στα μάτια του= υποτιμά, τον θεωρεί κατώτερο του,

Es una persona que se cree superior y va haciendo de menos a las demás,

Είναι ενα άτομο που νομίζει τον εαυτό του ανώτερο και πάει υποτιμώντας τους άλλους

hacer sudar a alguien, κάνω να ιδρώσει κάποιος= του βγάζω το λάδι, φτύνει αίμα,

para aprender griego le hizo sudar a Manuel,

για να μάθει ελληνικά του έβγαλε το λάδι στον Μανουέλ

hacer por hacer, κάνω για να το κάνω κάτι χωρίς να περιμένω να πετύχω κάτι,

lo hace por hacer, aunque no tiene ninguna esperanza de que le sirva a alguien,

το κάνει για να το κάνει, αν και δεν έχει καμιά ελπίδα του αν χρησιμεύσει σε κάποιον

hacer cuenta o hacer la cuenta, κάνω την σκέψη, νομίζω, φαντάζομαι,

Cada vez que lo veo, hago cuenta que veo al mismo Lucifer,

Κάθε φορά που τον βλέπω, κάνω την σκέψη πως βλέπω τον ίδιο τον Εωσφόρο

hacer el favor, κάνω την χάρη σε κάποιον, Haz el favor de venir a recogerme,

Κάνε την χάρη του να έρθεις να με παραλάβεις

hacerse ilusiones, τρέφω προσδοκίες

hacérselo con alguien, οικ, το κάνω με κάποιον

hacérsele, φιάχνεται η εντύπωση σε κάποιον= μου φαίνεται,

muchas promesas pero se me hace que no obtendré nada,

πολλές υποσχέσεις αλλα εμένα μου φαίνεται πως δεν θα αποκτήσω τίποτα

hacerse de rogar, κάνω κάτι μόνο με παρακάλια = θέλει παρακάλια κάποιος,

después de mucho hacerse de rogar, aceptó la invitación,

μετά απο πολλά παρακάλια, αποδέχτηκε την πρόσκληση

hecho, cha 1. πρχ ετσο> φιαξω> φιαγμένο και οι ιδιότητες του

1. μετοχή του φιάχνω, he hecho, έχω φιάξει, κάνει

2. ε, για άτομο, ώριμος, -η, -ο, έτοιμος, -η, -o σε ανάπτυξη,

ή για κάτι, un árbol hecho, ενα ώριμο δέντρο

3. για προιόν, έτοιμος, -η, -o, el producto ya llega hecho, το προϊόν φτάνει έτοιμο

ή κατασκευασμένος, -η, -o, hecho en China, κατασκευασμένο στην Κίνα

4. για άτομο, φιαγμένος= συνηθισμένος, -η, -ο σε κάτι, estoy hecha a dormir poco,

είμαι συνηθισμένη να κοιμάμαι λίγο

5. για τρόφιμο, ποτό, ψημένος, -η, -ο, ώριμος, -η, -ο, el pescado está muy hecho,

το ψάρι είναι πολύ ψημένο, παραψήθηκε

un filete hecho, ενα καλοψημένο φιλέτο

nos sirvió un vino hecho μας, σέρβιρε ένα ώριμο κρασί

6. εκφ, a lo hecho, pecho, οικ, μτφ, πρχ στο φιαγμένο, (ασε το στο) στήθος=

ό,τι έγινε, έγινε, no me gusta lo que ha pasado, pero a lo hecho, pecho,

δεν μου αρέσει αυτό που συνέβη, αλλά ό,τι έγινε, έγινε

lo hecho, hecho está, ό,τι έγινε, έγινε, o γέγονε γέγονε

¡bien hecho! πολύ καλά!

bien hecho, για κρέας, πολύ καλοψημένο, la carne me gusta bien hecho,

το κρέας μου αρέσει καλοψημένο

¡eso está hecho! πες το κι έγινε!

estar bien hecho, για δουλειά, καλός, καλοκαμωμένος, καλοφτιαγμένος,

estar mal hecho κακός, κακοκαμωμένος, κακοφτιαγμένος

για άτομο, καλοκαμωμένος ή κακοκαμωμένος

estar hecho algo, είναι φιαγμένο κατι σαν αυτό που λέει το ουσιαστικό=

είναι σαν, σωστό, πραγματικό, αληθινό, está hecho un demonio, είναι αληθινό δαιμόνιο,

tu hija mayor, ya está hecha una mujer, η μεγάλη σου κόρη, πλέον είναι σωστή γυναίκα

hecho y derecho, για άτομο, φτιαγμένος κοινωνικά, οικονομικά, φτασμένος, επιτυχημένος, es una mujer hecha y derecha, είναι μια γυναίκα φτασμένη

ή φτιαγμένος νοητικά, που φέρεται, σκέφτεται με σύνεση, συνετός, -ή, ώριμος, -η,

Aunque tiene quince años, es ya un hombre hecho y derecho,

Αν και είναι 15 χρονών, είναι πλέον ενας άντρας συνετός

¡mal hecho! κακώς καμωμένο κάτι, mal hecho, tenias que haber avisado!

δεν έκανες καλά, έπρεπε να με είχες ειδοποιήσει!

muy hecho, καλοψημένο

poco hecho, λίγο ψημένο, σενιάν

recién hecho, φρεσκοφτιαγμένο

estar hecho, -a + κάτι= στέκω φιαγμένο σαν ενα> είμαι σαν + αυτό που ακολουθεί

estar hecho, -a polvo ή hecho, -a trizas, είμαι σκόνη απο κούραση, αρρώστια, στεναχώρια,

Desde que se murió su madre, está hecho polvo,

Απο τότε που πέθανε η μητέρα του, είναι χάλια

estar hecho, -a un asco, είναι μια αηδία, No comas en ese plato, porque está hecho un asco

Μην φας σε αυτό το πιάτο, διοτι είναι μια αηδία

estar hecho, -a un higo, για ρούχο, κάτι, σαν σύκο= τσαλακωμένος, -η, τσαλαπατημένος, -η, todos los vestidos de lino estaban hechos un higo,

όλα τα λινά φορέματα ήταν τσαλακωμένα

estar hecho, -a un mar de lagrimas, είμαι μια θάλασσα απο δάκρυα= απαρηγόρητος, -η,

Yo estaba hecha un mar de lágrimas porque mi amiga me había fallado,

Εγώ ήμουνα απαρηγόρητη γιατι η φίλη μου με είχε πουλήσει

estar, encontrarse hecho, -a un trapo ή hecho, -a una braga, είμαι κουρέλι σωματικά

ή ράκος ψυχικά, Tu madre está hecha un trapo desde la muerte de tu padre,

Η μητέρα σου είναι ενα κουρέλι απο τον θάνατο του πατέρα σου

estar hecho, -a una carraca, για άτομο, είναι σαν σα-καράκα> υποφέρει απο κάτι σωματικά ή ψυχικά, A Julia siempre le duele algo, está hecha una carraca,

Την Τζούλια πάντα την πονάει κάτι, είναι σαν μια σα-καράκα

ή για πράγμα που δεν λειτουργεί καλά

hecho, -a un + κάτι= φιαγμένο σαν> σαν ενα και ό, τι ακολουθεί

hecho, -a un cristo, σαν Χριστός= κατα-πληγωμένος, -η, τραυματισμένος, -η,

Rodó por una ladera y llegó a casa hecho un cristo,

Κύλησε απο μια πλαγιά και έφτασε στο σπίτι καταπληγωμένος

hecho, -a un cromo, σαν ενα χαρτάκι χρωματιστό, για ντύσιμο, γελοίος, -α, καραγκιόζης,

Con ese vestido de colores, va hecha un cromo,

Με αυτό το χρωματιστό φόρεμα, πάει σαν ενας καραγκιόζης

ponerse hecho, -a un basilisco, γίνομαι σαν βασιλίσκος σε θυμό> γίνομαι θηρίο, έξαλλος, -η,

Como tuvo que venir a trabajar dos horas antes, se puso hecha un basilisco con su jefa,

επειδή χρειάστηκε να έρθει να δουλέψει 2 ώρες νωρίτερα, έγινε θηρίο με την διευθύντρια

hecho πρχ φιαγμένο

1. α, το φιαγμένο απο κάποιον= πράξη, έργο, κατόρθωμα, ανδραγάθημα,

sus hechos hablan por él, οι πράξεις του μιλούν από μόνες τους,

los hechos de nuestros antepasados, τα έργα των προγόνων μας,

queremos hechos, y no promesas, θέλουμε έργα, όχι υποσχέσεις.

2. γεγονός, συμβάν, su exposición de los hechos fue sucinta,

η έκθεση του για τα γεγονότα υπήρξε σύντομη,

los hechos tuvieron lugar de madrugada, τα γεγονότα συνέβησαν τα ξημερώματα

3. ζήτημα, θέμα, el verdadero problema que presenta el hecho no es la falta de fondos,

το αληθινό πρόβλημα που παρουσιάζει το ζήτημα δεν είναι η έλλειψη κεφαλαίων

4. σνθ, hecho consumado, τετελεσμένο γεγονός

hecho de armas, πολεμικό ανδραγάθημα

hechos y milagros, βίος και πολιτεία

5. εκφ, los Hechos de los Apóstoles, θρη, οι Πράξεις των Αποστόλων

el hecho de que, το γεγονός ότι,

por el hecho de que, εξαιτίας του γεγονότος ότι

ser un hecho que, είναι γεγονός ό, τι, es un hecho que todavía no tengo el dinero,

είναι γεγονός ό, τι ακόμα δεν έχω τα χρήματα

el hecho es que, το θέμα είναι πως, el hecho es que no puede saldar su deuda,

το θέμα είναι πως δεν μπορεί να ξεπληρώσει το χρέος του

hecho 1. επφ, σαν φιαγμένο κάτι> κλεισμένο, έγινε!, εντάξει!, σύμφωνοι!,

¿hacemos el viaje juntos? ¡Hecho!, κάνουμε το ταξίδι μαζί; έγινε!

de hecho 1. εκφ, πράγματι, os prometí que volvería y, de hecho, aquí estoy,

σας υποσχέθηκα πως θα γύριζα, πράγματι, εδώ είμαι

2. εκ των πραγμάτων, στην πραγματικότητα,

parecía simpático, pero de hecho era un hipócrita,

φαινόταν συμπαθητικός, αλλα εκ των πραγμάτων ήταν ενας υποκριτής,

3. φιαγμένο σε ένα πλαίσιο εκτός νόμου ή κανονισμού, una pareja de hecho,

ένα ζευγάρι ελεύθερης συμβίωσης

4. μάλιστα δε, claro que la conozco, de hecho, fuimos juntos al instituto,

βέβαια την ξέρω, μάλιστα δε πήγαμε στο ίδιο ινστιτούτο

hechura πρχ φ-ιαξούρα> φιάξη σε κάτι

1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του ρήματος hacer

2. κόψιμο, ράψιμο ρούχου, σύσταση, no me gusta la hechura del vestido,

δεν μου αρέσει το κόψιμο του φορέματος

3. σχήμα πράγματος, la hechura del sofá, το σχήμα του καναπέ

4. φυσικά χαρακτηριστικά ατόμου ή ζώου, φιάξη, κοψιά, σύσταση, φιγούρα,

la hechura de una mujer, η κοψιά μιας γυναίκας

5. έργο, πράξη, φιάξιμο κάποιου, δημιουργία, todo el desastre es hechura tuya,

όλη η καταστροφή είναι έργο δικό σου

No debe quejarse de su ayudante porque es hechura suya, él lo eligió y lo formó,

Δεν πρέπει να παραπονιέται για τον βοηθό του διότι είναι δημιουργία δική του, αυτός τον επέλεξε και τον διαμόρφωσε

6. θ πλ, χρήματα που δίνονται στον μάστορα για να κάνει ενα έργο

malhecho 1. α, πρχ μελανο> κακο-φιακτο= κακή πράξη, παράπτωμα

malhecho, cha 1. ε, για άτομο, κακο-φιακτος σωματικά= δύσμορφος, -η, -o,

παραμορφωμένος, -η, -ο

malhechor, ra 1. ε, για άτομο, κακοποιός, -ός, -ό

2. α θ, κακοποιός, εγκληματίας, por fin pudieron detener a los malhechores,

επιτέλους μπόρεσαν και συλλάβανε τους κακοποιούς

hacedor, ra 1. ε, πρχ φιακ-τηρ-ας> που μπορεί και φιάχνει= δημιουργικός, -ή, -ó

2. α θ, δημιουργός, αυτουργός

hacedor 1. α, θρη, Φιάκτης όλων= ο Πλάστης, Δημιουργός, el Sumo, el Supremo Hacedor,

2. επιστάτης αγροκτήματος (ο φιάκτης της hacienda)

hacedero, ra 1. ε, πρχ που μπορεί να φιακτεί= εφικτός, -ή, -ó, πραγματοποιήσιμος, -η, -o,

no creo que sea un proyecto hacedero dentro del plazo,

δεν πιστεύω να είναι ενα πρότζεκτ εφικτό μέσα στην προθεσμία

hacienda πρχ φ-ιακτέον

1. θ, μέρος οπου φιάχνεται κάτι= αγρόκτημα, φάρμα, υποστατικό

2. φιακτάπράγματα= περιουσία, αγαθά

3. μτφ, οργανισμός που φιάχνει τα οικονομικά σε χώρα, Hacienda, εφορία

4. σνθ, hacienda pública, δημόσιο Ταμείο

Ministerio de Hacienda, Υπουργείο Οικονομικών

5. εκφ, declarar a Hacienda, δηλώνω στην Εφορία

defraudar a Hacienda, κλέβω την εφορία= φοροδιαφεύγω

pagar a Hacienda, πληρώνω στην Εφορία

hacendado, da 1. ε, που έχει γαιοκτήματα, αγροκτήματα,

una familia hacendada, μια οικογένεια γαιοκτημόνων

2. α θ, γαιοκτήμονας, su abuelo fue un rico hacendado,

ο παππούς ήταν ενας πλούσιος γαιοκτήμονας

hacendar 1. ρμ, δίνω φιακτέα> αγροκτηματική γή σε κάποιον= παραχωρώ ιδιοκτησία γης,

los reyes hacendaban a los conquistadores,

οι βασιλιάδες παραχωρούσαν γή στους κατακτητές

2. ραντ, αγοράζω αγρόκτημα και εγκαθίσταμαι σε αυτό

hacendera 1. θ, πρχ φιαχτήριον= έργο δημοσίου συμφέροντος στο οποίο φιάχνουν> συμμετέχουν όλα τα μέλη μιας κοινότητας

hacendero 1. α, εργάτης στα ορυχεία του Αλμαδέν στην Ισπανία

hacendista 1. α θ, οικονομικός εμπειρογνώμων σε δημόσια ταμεία

hacendoso, sa 1. ε, για άτομο, πολύ φιακτικός= εργατικός, -ή, -ó,

su marido es tan hacendoso, ο άντρας της είναι τόσο εργατικός

2. εύτακτος, -η, -ο στο σπίτι, τακτοποιητικός, -ή, -ό, νοικοκύρικος, -η, -ο,

Tiene una casa limpia en la que se adivina la mano hacendosa de su madre,

Έχει ενα σπίτι καθαρό στο οποίο μαντεύεται το εύτακτο χέρι της μητέρας του

hazaña πρχ απο hacer> πράξη ηρωική

1. θ, πράξη ηρωική, θαρραλέα, άθλος, επίτευγμα, ανδραγάθημα, κατόρθωμα,

las hazañas de los héroes, οι άθλοι των ηρώων

hazañosamente 1. επρ, ηρωικά

hazañería 1. θ, φιαχτή αντίδραση, προσποίηση, ψεύτικος μορφασμός

hazañero, ra 1. ε, φιαχτός, -ή, -ό σε αντιδράσεις, προσποιητικός, -ή, -ό

hazmerreír 1. α, πρχ κάνε-με-να γελάσω= περίγελος, καραγκιόζης,

eres el hazmerreír del grupo, είσαι ο περίγελος της ομάδας

quehacer 1. α, πρχ αυτό που έχω να φιάξω= δουλειά, καθήκον, ασχολία,

no puedo acompañaros pues tengo quehaceres,

δεν μπορώ να σας συνοδέψω αφού έχω δουλειές,

nuestro quehacer cotidiano, οι καθημερινές ασχολίες μας.

2. σνθ, quehaceres domésticos, de la casa, δουλειές του σπιτιού

3. εκφ, ir a sus quehacere, ασχολούμαι με τις δουλειές μου

hechizo πρχ hacer> ετσιζο> φ-ιαχτό φίλτρο ή μάγια

1. α, μαγεία, μάγια, ξόρκι, el hechizo le convirtió en una bestia,

τα μάγια τον μετέτρεψαν σε θηρίο

2. μαγικό φίλτρο, μαντζούνι, bebió el hechizo, ήπιε το μαγικό φίλτρο

3. μτφ, έλξη μαγική ατόμου, μαγεία, γοητεία, σαγήνη, El hechizo de ese actor es irresistible,

Η γοητεία αυτού του ηθοποιού είναι ακαταμάχητο

4. σνθ, hechizo de amor, ερωτικά μάγια, ερωτικό φίλτρο,

hechizar 1. ρμ, κάνω μάγια, ξόρκια, una bruja hechizó al príncipe,

μια μάγισσα έκανε μάγια στον πρίγκιπα

2. μτφ, μαγεύω, γοητεύω, σαγηνεύω, ese cuadro le ha hechizado,

αυτό το κάδρο τον έχει μαγέψει

hechizante 1. ε, κυρ, μτφ, μαγευτικός, -ή, -ό, γοητευτικός, -ή, -ό, σαγηνευτικός, -ή, -ό

Ojos hechizantes, Μάτια μαγευτικά

hechicería 1. θ, τέχνη μαγείας

2. μαγεία, μάγια, ξόρκια

hechicero, ra 1. ε, κυρ, μτφ, μαγευτικός, -ή, -ó, γοητευτικός, -ή, -ó, σαγηνευτικός, -ή, -ó

ojos hechiceros, μάτια μαγευτικά

2. α θ, μάγος, μάγισσα, γητευτής, γητεύτρα, el hechicero invocó a los espíritus,

ο μάγος εγκάλεσε τα πνεύματα

deshechizar 1. ρμ, να ξε-φιάξω τα μάγια, λύνω τα μάγια, ξεμαγεύω

deshacer πρχ αντι> ξε-φιάχνω, ξεκάνω κάτι= όπου εφαρμοστεί δημιουργεί το αντίστοιχο ρήμα στα ελληνικά

1. ρμ, ξεφιάχνω> χαλάω το μαλλί, el viento le deshizo el peinado,

ο άνεμος χάλασε το χτένισμα

deshacer el nudo, λύνω τον κόμπο,

deshacer la cama, ξεστρώνω το κρεβάτι

deshizo las costuras del vestido, ξήλωσε τις ραφές του φορέματος

2. για στερεό σώμα, λειώνω, el calor ha deshecho el helado, η ζέστη έχει λιώσει το παγωτό 3. διαλύω σε υγρό κάτι, Remueve bien el café para deshacer el azúcar,

ανακίνησε καλά τον καφέ για να διαλύσεις την ζάχαρη

4. αραιώνω πυκνότητα σε κάτι, deshacer el chocolate, αραιώνω την σοκολάτα

5. κομματιάζω, deshacer la carne, κομματιάζω το κρέας

6. διακόπτω, λύω δέσμευση, σχέση, deshacer el matrimonio, διαλύω τον γάμο

7. ακυρώνω, αίρω, αναιρώ συμβόλαιο, la empresa deshizo todos los planes de compra,

η εταιρία ακύρωσε όλα τα πλάνα της αγοράς

8. νικάω στρατό, las tropas invasoras deshicieron a las que defendían la ciudad,

τα στρατεύματα εισβολής νίκησαν αυτά που υπερασπιζόντουσαν την πόλη

9. διαλύω σε συζήτηση, en el debate deshizo al adversario,

στο ντιμπέιτ διάλυσε τον αντίπαλο

10. διαλύω ψυχικά, στεναχωρώ πολύ, θλίβω, la muerte de Pedro deshizo a los vecinos,

ο θάνατος του Πέδρο διάλυσε τους γείτονες

11. χαλάω λόγω χρήσης, φθείρω, καταστρέφω, el uso diario ha deshecho la máquina,

η καθημερινή χρήση έχει φθείρει την μηχανή

el ejercicio excesivo deshace las articulaciones,

η υπερβολική άσκηση καταστρέφει τις αρθρώσεις

12. καταργώ, διαλύω οργάνωση, σωματείο, deshacer la organización, asociación

13. διαλύω, χαλάω κάτι, deshizo la caja en mil pedazos, διάλυσε το κουτί σε χίλια κομμάτια

una ola deshizo el castillo de arena, ένα κύμα διέλυσε το κάστρο της άμμου

el niño ha deshecho el puzzle, το παιδί έχει χαλάσει το παζλ

14. πλφ, αναίρεση ενέργειας

15. ραντ, για στερεό σώμα που γίνεται υγρό, τήκομαι, λειώνω

la mantequilla se deshizo con el calor, το βούτυρο έλειωσε με την ζέστη

16. λειώνω, διαλύομαι μέσα σε υγρό, el azúcar se deshizo en el té,

η ζάχαρη διαλύθηκε μέσα στο τσάι

17. αποσυντίθεμαι, διαλύομαι, la madera estaba tan carcomida que se deshacía al tocarla,

το ξύλο ήταν τόσο σαρακιασμένο που διαλυόταν με το που το άγγιζες

el edificio se deshizo con el huracán, το κτίριο διαλύθηκε με τον ανεμοστρόβιλο

18. διαλύομαι στο σώμα απο τραυματισμό, se deshizo la cara en aquel accidente,

διάλυσε το πρόσωπο του σε εκείνο το ατύχημα

19. κομματιάζομαι, διαλύομαι, el jarrón se deshizo en pedazos, το βάζο έγινε κομμάτια

20. φθείρομαι, καταστρέφομαι απο χρήση, la máquina se deshace con el uso diario,

η μηχανή φθείρεται με την καθημερινή χρήση

21. διαλύομαι ψυχικά, στεναχωριέμαι πολύ, θλίβομαι, απελπίζομαι,

se ha deshecho por la muerte de su esposo, έχει διαλυθεί απο τον θάνατο του συζύγου της

22. διαλύομαι σωματικά, καταβάλλομαι, εξουθενώνομαι, εξαντλούμαι,

el enfermo se deshizo a causa de la gripe, ο άρρωστος εξουθενώθηκε εξαιτίας της γρίπης

23. μτφ, χάνεται απο την όραση μου κάτι, εξαφανίζεται, σαν να διαλύεται,

la montaña se deshacía al alejarnos con el coche,

το βουνό χανόταν απο τα μάτια μας καθώς απομακρυνόμασταν με το αμάξι

24. μτφ, διαλύομαι για να πετύχω κάτι, δουλεύω, προσπαθώ έντονα, τα δίνω όλα,

Luis se deshace para que su negocio funcione,

ο Λουις διαλύεται ωστε η επιχείρηση του να δουλέψει

25. deshacerse de, ξε-φιάχνομαι απο κάποιον= απαλλάσσομαι, ξεφορτώνομαι,

en cuanto podamos nos deshacemos de ellos y nos quedamos solos,

μόλις μπορέσουμε απαλλασσόμαστε απο αυτούς και μένουμε μόνοι,

nos costó mucho deshacernos de él, τρομάξαμε να τον ξεφορτωθούμε

ή απο κάτι, deshazte de ese mueble tan feo, απαλλάξου απο αυτό το τόσο άσχημο έπιπλο,

se deshicieron de un sofá viejo, ξεφορτώθηκαν έναν παλιό καναπέ

26. οικ, μτφ, ξεφορτώνομαι, ξεπαστρεύω, σκοτώνω, ξεκάνω, απαλλάσσομαι απο,

se deshicieron de él en un ajuste de cuentas,

απαλλάχτηκαν απο αυτόν σε ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών

El asesino se deshizo de la testigo, ο δολοφόνος ξεφορτώθηκε τον μάρτυρα

ή για πτώμα, se deshizo rápidamente del cadáver, ξεφορτώθηκε γρήγορα το πτώμα

27. deshacerse en, μτφ, ξε-φιάχνομαι> δηλώνει πλήθος απο λόγια, πράξεις προς κάποιον = αναλίσκομαι σε, επιδαψιλεύω, ξεσπάω, αρχίζω να λέω πλήθος απο λόγια θετικά ή αρνητικά

deshacerse en cumplidos, elogios, αναλίσκομαι σε φιλοφρονήσεις, επαίνους,

deshacerse en insultos, αναλίσκομαι σε ύβρεις

se deshizo en maldiciones al conocer el resultado,

ξέσπασε σε κατάρες με το που έμαθε το αποτέλεσμα

28. deshacerse por, ξε-φιάχνομαι υπέρ = σκίζομαι για, σκοτώνομαι για, κόπτομαι για,

κάνω τα πάντα για, se deshace por su familia, σκίζεται για την οικογένεια του,

se deshace por sus hijos, κάνει τα πάντα για τα παιδιά της

ή ξε-φιάχνομαι για κάποιον, κάτι= είμαι τρελός και παλαβός για, είμαι ξετρελαμένος με,

se deshace por los coches rápidos, τρελαίνεται για τα γρήγορα αμάξια,

dicen que Juan se deshace por María, λέγεται ότι o Χουάν είναι τρελός για την Μαρία

29. εκφ, es él quien hace y deshace, είναι αυτός που λύνει και δένει

estar deshecho, είμαι εξουθενωμένος απο κούραση

ή είμαι τρελός από ανησυχία

ή είμαι καταβεβλημένος απο συγκίνηση

deshacerse por conseguir algo, κάνω τα πάντα για να πετύχω κάτι

deshacerse por hacer algo, τρελαίνομαι να κάνω κάτι

deshecho, cha 1. μετοχή του deshacer

deshecho, cha πρχ ξε-φιαγμένο= όπου εφαρμοστεί δημιουργεί το αντίστοιχο επίθετο

1. ε, για στερεό σε υγρό, λειωμένος, -η, -o, mantequilla deshecha, βούτυρο λειωμένο

2. διαλυμένος, -η, -o σε υγρό

3. διαλυμένος, -η, -o, El castillo de arena quedó deshecho al subir la ola,

To κάστρο απο άμμο έμεινε διαλυμένο με το που ανέβηκε το κύμα

4. ξέστρωτος, -η, -o, Las camas están deshechas, Τα κρεβάτια ήταν ξέστρωτα

5. ξηλωμένος, -η, -o

6. ηττημένος, -η, -o

7. για δέσμευση, διαλυμένος, -η, -ο, λυμένος, -η, -ο

8. για συμβόλαιο, συμφωνία, ακυρωμένος, -η, -ο

9. για οργάνωση, σωματείο, λυμένος, -η, -ο, διαλυμένος, -η, -ο

10. για μηχανή, κινητήρα, κατεστραμμένος, -η, -ο, σπασμένος, -η, -ο

11. οικ, ψυχικά διαλυμένος, -η, -ο, κατα-θλιμμένος, -η, -ο, καταστεναχωρημένος, -η, -ο,

συντετριμμένος, -η, -ο, Después de la noticia, quedó completamente deshecho,

Μετά την είδηση, έμεινε εντελώς συντετριμμένος,

estaban deshechos por la muerte de su hija,

ήταν καταθλιμμένοι απο τον θάνατο της κόρης τους

12. οικ, σωματικά εξουθενωμένος, -η, -ο, αποκαμωμένος, -η, -o, κατάκοπος, -η, -ο,

Después del maratón, estaba deshecho de cansancio,

Μετά τον μαραθώνιο, ήταν εξαντλημένος από την κούραση,

llegó deshecho, έφτασε κατάκοπος

13. μτφ, για καταιγίδα, βροχή, σφοδρός, -ή, -ό, la calma siguió a una lluvia deshecha,

την ηρεμία ακολούθησε μια σφοδρή βροχή

deshacedor, ra 1. α θ, πρχ αντι-φιαχτηρας δικαίου= απονέμων δικαιοσύνη,

deshacedor de agravios, de entuertos, απονέμων δικαιοσύνη, προστάτης αδικουμένων

desfacedor, ra 1. α θ, deshacedor, ra, desfacedor de agravios, de entuertos,

o απονέμων δικαιοσύνη, προστάτης των αδικημένων

rehacer πρχ περι-> ξανα-φιάχνω, ξανα-κάνω

1. ρμ, ξαναφιάχνω κάτι, ξανακάνω, επαναλαμβάνω, επισκευάζω,

Tuve que rehacer el informe porque tenía varios errores,

Χρειάστηκα να ξαναφτιάξω την αναφορά επειδή είχε αρκετά λάθη

Después del terremoto, tuvieron que rehacer muchas casas en el pueblo,

Μετά τον σεισμό, χρειάστηκε να ξαναφτιάξουν πολλά σπίτια στο χωριό

Después de su separación, decidió rehacer su vida en otra ciudad,

Μετά τον χωρισμό του, αποφάσισε να ξαναφτιάξει τη ζωή του σε μια άλλη πόλη

2. ραντ, ξανα-φιάχνομαι ψυχικά, σωματικά= συνέρχομαι, επανέρχομαι,

tardó mucho en rehacerse tras la pérdida de su padre,

άργησε πολύ να επανέλθει μετά την απώλεια του πατέρα του

le costará mucho rehacerse, θα του πάρει χρόνο να συνέλθει

ha tardado mucho en rehacerse tras la operación,

έχει αργήσει πολύ να επανέλθει μετά από την εγχείρηση

rehacimiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του rehacer, rehacerse

ξαναφιάξιμο σε κάτι, επισκευή, επιδιόρθωση

2. επαναφορά σωματική, ψυχική,

rehecho, cha 1. ε, μετοχή του rehacer, ξαναφτιαγμένος, -η, -o

2. μτφ, πρχ περι-φιαγμένος σωματικά= γεροδεμένος, -η, -o με μέτριο ανάστημα

refectorio 1. α, πρχ περι> ανα-φιακτήριο δυνάμεων= τραπεζαρία

cohecha 1. θ, νομ, πρχ συ-φιάξω κάτι= δωροδοκία, διαφθορά

cohechar 1. ρμ, νομ, να συ-φιάξω με δικαστή, δημόσιο υπάλληλο κάτι προς όφελος μου, δωροδοκώ, διαφθείρω, intentó cohechar al juez, προσπάθησε να δωροδοκήσει τον δικαστή

2. αγρ, κάνω το τελευταίο όργωμα πριν από τη σπορά

cohecho 1. α, νομ, δωροδοκία, διαφθορά

2. αγρ, εποχή του τελευταίου οργώματος

ahechar 1. ρμ, πρχ αετσαρ> να ξε-φιάξω το στάρι απο το άχυρο= λιχνίζω

ahecho 1. α, λίχνισμα

ahechadero 1. α, ξεφιαχτήριο= χώρος λιχνίσματος

ahechaduras 1. θ πλ, ξεφιακτήρια= υπόλειμμα άχυρου μετά το λίχνισμα

fario 1. α, πρχ φάριο> φορά> αυτό που φέρει η τύχη ή μ-οίρα= καλή ή κακή τύχη,

2. σνθ, mal fario, κακοτυχία, está convencido de que el número trece le trae mal fario,

είναι πεπεισμένη πως το νούμερο 13 της φέρνει κακή τύχη

3. εκφ, dar algo mal fario a alguien, κάτι φέρνει κακοτυχία, γρουσουζιά σε κάποιον

tener mal fario, έχω κακοτυχία, είμαι άτυχος

traer mal fario, φέρνω γρουσουζιά

fasto 1. α, πρχ με πολύ φώς ή ευ-φάνταστο, πρχ ευ-φιαχτο> υπερ-φιακτο=

πολυτέλεια, λαμπρότητα, μεγαλοπρέπεια, χλιδή σε τελετή, εορτασμό,

La boda de los reyes se celebró con fasto, Ο γάμος των βασιλιάδων έγινε με μεγαλοπρέπεια

la ceremonia se celebró con gran fasto, η τελετή γιορτάστηκε με μεγάλη λαμπρότητα

2. πολυτέλεια, χλιδή, vivían con gran fasto, ζούσαν με μεγάλη πολυτέλεια

3. εορτασμός, Los fastos de inauguración fueron seguidos por muchos espectadores,

οι εορτασμοί των εγκαινίων παρακολουθήθηκαν απο πολλούς θεατές

fastos 1. α πλ, χρονολογικός πίνακας των Ρωμαίων

fasto, ta 1. ε, λογ, πρχ ευ-φιαχτο= για ημέρα, χρόνο, ευτυχισμένος, -η, -o,

ευλογημένος, -η, -o, καλότυχος, -η, -ο, hoy es un día fasto,

σήμερα είναι μια ημέρα ευτυχισμένη

nefasto, ta πρχ συν-νεφάτος ή ανευ-φωτός

ή δυσ-φιαχτο

1. δυσοίωνος, -η, -ο, ζοφερός, -ή, -ό, día nefasto, αποφράδα ημέρα

desenlace nefasto, δυσοίωνη έκβαση

2. μτφ, για γεγονός, πράξη, βλαβερός, -ή, -ό, καταστροφικός, -ή, -ό,

La guerra puede tener consecuencias nefastas para todo el sistema,

Ο πόλεμος μπορεί να έχει συνέπειες καταστοφικές για όλο το σύστημα

las políticas nefastas del dictador, οι καταστροφικές πολιτικές του δικτάτορα

3. μτφ, για ποιότητα, απαίσιος, -α, -ο, escritor nefasto, απαίσιος συγγραφέας

Soy un nefasto conductor, Είμαι ενας απαίσιος οδηγός

por fas ο por nefas πρχ απο αλ-φα ή νο-άλ-φα > βήτα

1. οικ, εκφ, για τον άλφα ή βήτα λόγο, για τον ένα ή τον άλλο λόγο,

cada vez que la invito, por fas o por nefas nunca puede venir,

κάθε φορά που την καλώ δεν μπορεί να έρθει για τον άλφα ή βήτα λόγο

2. δίκαια ή άδικα, por fas o por nefas, había sido excluido del partido,

δικαίως ή αδίκως είχε αποκλειστεί από την παράταξη

por (las) nefas 1. εκφ, καλώς ή κακώς, σωστά ή άδικα

estrafalario, ria πρχ εξτρα-βολάρης= έξω απο την βούληση νορμάλ, λογική

ή εξτρα-φαλ(τσ)άριο= παράξενη όψη

1. ε, για ντύσιμο, στυλ, εκκεντρικός, -ή, -ό, se presentó con un estrafalario sombrero,

παρουσιάστηκε με ένα εκκεντρικό καπέλο

Esa decoración es demasiado estrafalaria para mi gusto,

Αυτή η διακόσμηση είναι υπερβολικά εκκεντρική για τα γούστα μου

2. για άτομο, συμπεριφορά, εκκεντρικός, -ή, -ό,

El personaje estrafalario de la película se robó todas las miradas,

Ο εκκεντρικός χαρακτήρας της ταινίας τράβηξε όλα τα βλέμματα

3. μτφ, εξωφρενικός, -ή, -ó, παράλογος, -η, -o, αλλόκοτος, -η, -o,

y no nos olvidemos de el estrafalario precio de la entrada de el cine,

και ας μην ξεχνάμε την εξωφρενική τιμή ενός εισιτηρίου κινηματογράφου

Lo único estrafalario aquí es su nacionalismo étnico-cultural-territorial,

Το μόνο παράλογο εδώ είναι ο εθνοπολιτισμικός-εδαφικός εθνικισμός του

Esa idea es completamente estrafalaria, Αυτή η ιδέα είναι εντελώς παράλογη

estrafalariamente 1. επρ, εκκεντρικά, εξωφρενικά, παράλογα, παράξενα, αλλόκοτα

Los jóvenes salen a la calle estrafalariamente vestidos,

Οι νέοι βγαίνουν στους δρόμους ντυμένοι εκκεντρικά

Scroll to Top