FAJA= ΠΡΧ ΦΑΣΚΙΑ, ΦΡΑΝΤΖΑ, ΛΩΡΙΔΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
franja πρχ φράντζα
1. θ, μπορντούρα
2. λωρίδα υφάσματος, εδάφους, γής, franja de tela, de tierra
3. αχτίδα φωτός, franja de luz
4. σνθ, franja horaria, ωριαία άτρακτος, ζώνη ώρας
franja de edad, ζώνη ηλικίας
La Franja de Gaza, Η λωρίδα της Γάζας
franjar, franjear 1. ρμ, πρχ φραντζάρω= κοσμώ με μπορντούρες
fimbria 1. θ, μπορντούρα
faja πρχ φασκιά
1. θ, ζωνάρι, ζώνη για στολισμό, δέσιμο ρούχου, necesitaba una faja roja para el disfraz,
χρειαζόταν μια κόκκινη ζώνη για την στολή
2. κηλεπίδεσμος, ιατρικός κορσές, el médico le recomendó utilizar faja en invierno,
ο ιατρός της σύστησε να χρησιμοποιεί κηλεπίδεσμο τον χειμώνα
3. ζωστήρας για γυναίκα, ελαφρύς κορσές
4. γεω, λωρίδα εδάφους, χώρου, σαν φασκιά, faja de vegetación, λωρίδα βλάστησης
5. ταινία περιτύλιξης περιοδικού
6. τυπ, χάρτινη ταινία βραβείου, περιεχόμενου για βιβλίο, faja de libro
7. στρ, έμβλημα τιμητικό σαν λωρίδα, κονκάρδα, διακριτικό
8. ατκ, φάσα, κορνίζα
9. σνθ, faja abdominal, κηλεπίδεσμος
faja braga, κορσές, λαστέξ
faja de embarazo, ζώνη εγκυμοσύνης
faja intermedia, μεσαία λωρίδα
faja pantalón, κορσές παντελόνι
fajar πρχ φασκιώνω
1. ρμ, ραντ, φασκιώνω με επίδεσμο μέρος του σώματος,
se fajó el pie para evitar una torcedura, φάσκιωσε,
έδεσε το πόδι για να αποφύγει ένα διάστρεμμα
2. τυλίγω, ζώνω με ζώνη
3. φορώ κορσέ, βάζω κορσέ
4. δένω, επιδένω κάτι
5. φασκιώνω μωρό
6. τυλίγω περιοδικό
fajero 1. α, φασκιά
fajín 1. α, στρ, φαρδιά μεταξωτή ζώνη στρατιωτικού
fajado, da 1. ε, ζωλ, λωριδάτος, -η, -ο, ζώο με φασκιά = λωρίδα άλλου χρώματος στην ράχη, κοιλιά
2. μτφ, για άτομο, μαστιγωμένος, -η, -ο, ή χτυπημένος, -η, -ο
3. α, ορυ, μτφ, δοκάρι, καδρόνι
fajador, ra πρχ με φασκιές στα χέρια> μποξέρ
1. ε, α θ, για μποξέρ, μαχητικός, -ή, -ό, ανθεκτικός, -ή, -ό σε χτυπήματα, μαχητής
2. για άτομο, μτφ, ανθεκτικός, -ή, -ό σε χτυπήματα, αγωνιστής
fajadura 1. θ, ναυ, προστατευτικές λωρίδες από πισσωμένο καραβόπανο
fajamiento 1. α, ναυ, τύλιγμα με προστατευτικές λωρίδες από πισσωμένο καραβόπανο
fajeado, da 1. ε, ατκ, διακοσμημένος, -η, -o με φάσες, κορνίζες
haza 1. θ, μικρό τμήμα, λωρίδα καλλιεργήσιμης γης
fajina πρχ φασκ-ινάκι
1. θ, θημωνιά, δεμάτι, σαν φασκιά απο στάχυ
2. προσάναμμα, ξυλάκια σαν φασκιά
3. στρ, προσκλητήριο για συσσίτιο, φασκιά σαν σειρά για φαγητό
fajinada 1. θ, κατασκευή δεματιών από κλαδιά
fajardo 1. α, μαγ, βολοβάν
fajo 1. α, φασκιά= δέσμη με χαρτονομίσματα, χαρτιά, δεσμίδα, δέσμη, fajo de billetes,
fajo de papel
2. δεμάτι, δεματιά απο ξύλο, καλάμια, de leña, cañas
refajo 1. α, πρχ περι-φασκια= μεσοφόρι εσωτερικό
2. φούστα
fascal 1. α, σωρός από δεμάτια
fasces 1. θ πλ, αρχ δέσμη ράβδων
fascículo 1. α, τεύχος, φυλλάδιο, ένθετο δημοσίευσης, σαν φασκ-ίδιο= μικρή λωρίδα
2. ανα, δεμάτιο
fasciculado, da 1. ε, βοτ, φασκιομένο= διακλαδωμένος, -η, -ο, με διάφορες διακλαδώσεις
fascinar πρχ φασκιώνω, πρχ φ> β-ασκάνω, πρχ φασιναρ> φα-(ντα)-σιώνω κάποιον> συναρπάζω, γοητεύω
1. ρμ, μτφ, σαγηνεύω, γοητεύω, συναρπάζω άτομο, σαν να τον δένω με φασκιές,
La cantante fascinó al público con su interpretación de “La historia de un amor”,
Η τραγουδίστρια μάγεψε το κοινό με την ερμηνεία της στο τραγούδι «Η ιστορία μιας αγάπης»,
ή για πράγμα που με τραβάει, συναρπάζει, esa música me fascina, αυτή η μουσική με συναρπάζει,
Una película que me fascinó profundamente, Μια ταινία που με γοήτευσε βαθιά,
la serpiente fascina a sus presas con la mirada, Το φίδι γοητεύει τα θηράματα του με το βλέμμα
2. γητεύω ζώο
3. βασκάνω άτομο, ματιάζω
fascinación 1. θ, σαγήνη, γοητεία, έλξη, Este actor ejerce una fascinación absoluta sobre las adolescentes.,
Αυτός ο ηθοποιός ασκεί μια απόλυτη γοητεία στις έφηβες
2. γήτεμα
3. βασκανία
fascinador, ra 1. ε, σαγηνευτικός, -ή, -ό, μαγευτικός, -ή, -ό, συναρπαστικός, -ή, -ό
2. γητευτικός, -ή, -ό
3. βασκανικός, -ή, -ό
fascinante 1. ε, πολύ ελκυστικός= σαγηνευτικός, -ή, -ό, συναρπαστκός, -ή, -ό, γοητευτικός, -ή, -ό,
París es una ciudad fascinante, το παρίσι είναι μια πόλη σαγηνευτική,
El espectáculo fascinante de una puesta de sol, Το συναρπαστικό θέαμα ενός ηλιοβασιλέματος
Fascinante personalidad, Συναρπαστική, γοητευτική προσωπικότητα
haz 1. πρχ ας> φ-ασκ-ιά, δέσμη
α, δέσμη φωτός, ηλεκτρόνια, ακτινών, haz de luz, electrones, rayos
2. δεμάτι, δεσμίδα πραγμάτων, un haz de sobres con votos por correo,
μια δέσμη φακέλων με ψηφοδέλτια μέσω ταχυδρομείου
3. δεμάτι ξύλου
4. μάτσο
5. δεμάτι από στάχυ, un haz de espigas, ένα δεμάτι στάχυα
6. γμτ, δέσμη
7. βιο, δέσμη
8. βοτ, τσαμπί
9. ανα, δέσμη μυών
10. καλή πλευρά υφάσματος
haces 1. α πλ, αρχ δέσμη ράβδων, του ραβδούχου
2. εκφ, a dos haces, με διπλό σκοπό
ser de dos haces, είμαι απο 2-φασκιές= δι-πρόσωπος
hacecillo 1. α, βοτ, δέσμη
hacina 1. θ, θημωνιά, δεμάτι τρύγου, αχύρου, hacina de cereal, paja
2. σωρός, στοίβα
hacinar πρχ ακιν-αρ> φ-ασκι-ώνω
1. ρμ, θημωνιάζω, δεματιάζω
2. στοιβάζω, συσσωρεύω, βάζω σε σωρό, hacinó las viejas revistas y les prendió fuego,
στοίβαξε τα παλιά περιοδικά και τους άναψε φωτιά
3. ραντ, για άτομο, μτφ, συνωστίζομαι, στριμώχνομαι,
los refugiados se hacinaban en el barco, οι πρόσφυγες συνωστίζονταν στο πλοίο
4. για πράγματα, στοιβάζομαι, συσσωρεύομαι
hacinamiento 1. α, συνωστισμός, στρίμωγμα ατόμων
2. συσσώρευση, στοίβαγμα πραγμάτων
3. θημώνιασμα, δεμάτιασμα
baca 1. θ, πρχ φάκα ή σαν φασκιά που δένει= σχάρα αυτοκινήτου
2. δεύτερος όροφος λεωφορείου, σαν φασκιά= λωρίδα