EXPLORAR= ΠΡΧ ΕΞ> ΞΕ-ΠΛΕΥΡΙΖΩ> ΨΑΧΝΩ ΤΙΣ ΠΛΕΥΡΕΣ ΣΕ ΚΑΤΙ, ΕΞΕΡΕΥΝΩ, ΕΡΕΥΝΩ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
explorar πρχ ξε-πλευρίζω κάτι> ψάχνω κάθε πλευρά, σημείο
1. ρμ, εξερευνώ, ερευνώ ένα μέρος, πράγμα λεπτομερώς, nadie ha explorado esta cueva,
κανείς δεν έχει εξερευνήσει αυτή την σπηλιά
2. διερευνώ, εξετάζω, los posibles nuevos socios exploran la contabilidad de la empresa,
οι πιθανοί συνέταιροι διερευνούν τα βιβλία της εταιρίας
explorar las posibilidades, εξετάζω τις πιθανότητες
3. ορυ, ανιχνεύω, αναζητώ κοιτάσματα
4. ιατ, εξετάζω εξωτερικά ή ενδοσκοπώ εσωτερικά
5. πλφ, περιηγούμαι, explorar Internet, περιηγούμαι στο Διαδίκτυο
6. στρ, ανιχνεύω, Explorar la posición del enemigo nos dará una ventaja sobre él,
Να ανιχνεύσουμε την θέση του εχθρού θα μας δώσει πλεονέκτημα έναντι αυτού
exploración 1. θ, εξερεύνηση εδάφους, μέρους, πράγματος
2. ορυ, ανίχνευση
3. ιατ, εξέταση εξωτερική ή ενδοσκόπηση
4. τηλε, σάρωση, línea de exploración, γραμμή σάρωσης
explorador 1. α, πλφ, μηχανή πλοήγησης, πρόγραμμα περιήγησης,
περιηγητής ιστού και συστήματος αρχείων
2. σνθ, explorador óptico, σαρωτής
explorador, ra 1. α θ, εξερευνητής, εξερευνήτρια
2. πρόσκοπος, προσκοπίνα
3. στρ, ανιχνευτής
explorador, ra 1. ε, εξερευνητικός, -ή, -ó, viaje explorador, εξερευνητικό ταξίδι
explorable 1. ε, εξερευνήσιμος, -η, -ο
inexplorado, da 1. ε, μη εξερευνημένος, -η, -ο, ανεξερεύνητος, -η, -o
exploratorio, ria 1. ε, διερευνητικός, -ή, -ó, προκαταρκτικός, -ή, -ó,
conversaciones exploratorias διερευνητικές, προκαταρκτικές συνομιλίες
análisis exploratorio, προκαταρκτική ανάλυση
misión exploratoria, διερευνητική αποστολή
2. ιατ, εξεταστικός, -ή, -ó, instrumento exploratorio, όργανο εξέτασης