ESTRÍA

ESTRÍA= ΠΡΧ ΣΤΡΕΣ, ΣΤΡΕΦΩ, ΣΤΡΙΒΩ ΚΑΤΙ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

estrés, stress 1. α, άγχος, στρες, Los exámenes me producen mucho estrés,

Οι εξετάσεις μου προκαλούν πολύ άγχος

2. σνθ, estrés laboral εργασιακό στρες

estrés postraumático, μετατραυματικό στρες

3. εκφ, tener estrés, έχω άγχος

estresar 1. ρμ, στρεσάρω, αγχώνω, Si una jefa estresa a sus empleados solo conseguirá que sean menos productivos, Εάν μια προϊστάμενη στρεσάρει τους υπαλλήλους του, μόνο θα πετύχει να είναι λιγότερο παραγωγικούς

2. ραντ, στρεσάρομαι, αγχώνομαι

estresado, da 1. ε, στρεσαρισμένος, -η, -ο, αγχωμένος, -η, -ο

2. εκφ estar, ir estresado είμαι στρεσαρισμένος.

estresante 1. ε, αγχωτικός, -ή, -ό

estresor, ra 1. ε, ιατ, αγχωτικός, -ή, -ó

estresor 1. α, ιατ, παράγοντας άγχους

estrecho πρχ στρέτς= στενό

1. α, μτφ, δυσκολία, στρίμωγμα, se halla en un grave estrecho,

βρίσκεται σε μια μεγάλη δυσκολία

2. γεω, στενό, πορθμός

3. α θ, οικ, υτμ, μτφ, για άτομο, στενός απο ερωτική ζωή και ηθική ζωή

este chico es un estrecho, αυτό το αγόρι είναι τελείως μυξο-παρθένα

4. σνθ, Los estrechos, el estrecho del Bosforo, τα στενά του Βοσπόρου

el estrecho de Gibraltar, το στενό του Γιβραλτάρ

estrecho, cha 1. ε, για χώρο, στενός, -ή, -ó, puente estrecho, γέφυρα στενή
Seguimos un pasillo muy estrecho que nos condujo hasta una sala enorme,

Ακολουθήσαμε έναν πολύ στενό διάδρομο που μας οδήγησε σε ένα τεράστιο δωμάτιο

2. για κατάσταση, όριο, presupuesto estrecho, προϋπολογισμός στενός

3. για σχέση, στενός, -ή, -ó mantienen una estrecha amistad, διατηρούν στενή φιλία

4. για σκέψη, στενός, -ή, -ó, espíritu estrecho,, στενόμυαλος

5. για ηθική, αυστηρός, -ή, -ó, moral estrecha, αυστηρές ηθικές αρχές

6. για ρούχο, υπόδημα, στενός, -ή, -ó, un zapato estrecho, ένα στενό παπούτσι

una falda estrecha, μια στενή φούστα

7. οικ, μτφ, για άτομο, σφιχτοχέρης, -α, -ικο, τσιγγούνης, -α, -ικο,

es muy estrecho, ¡no suelta ni un duro! είναι πολύ σφιχτοχέρης, δεν ξοδεύει δεκάρα

8. οικ, υτμ, για άτομο χωρίς ερωτική ζωή, μυξοπαρθένος, -α, -o,

¡qué chica tan estrecha, todo la escandaliza! τι μυξοπαρθένα, όλα τη σκανδαλίζουν

9. εκφ estar, ir estrecho, σε χώρο, είμαι στριμωγμένος

ser estrecho de, είναι στενός σε, es estrecha de caderas, είναι με στενή λεκάνη

venirle, estarle a alguien algo estrecho, του έρχεται, στέκει= με στενεύει, μου είναι μικρό

estrechez πρχ στρετσάρισμα= στενότητα

1. θ, για μέρος, στενότητα, la estrechez de la habitación, η στενότητα του δωματίου

2. για κριτήριο, criterio, αυστηρότητα

3. για νοοτροπία, στενότητα

4. ιατ, στένωση

5. σνθ, estrechez de miras, στενοκεφαλιά

6. εκφ, pasar estrecheces, περνάω ζόρια, βρίσκομαι σε οικονομική δυσχέρεια

vivir con estrecheces, ζω με λίγα χρήματα ή για χώρο, ζω στενόχωρα

vivir sin estrecheces, ζω άνετα

estrechura 1. θ, για χώρο, στρίμωγμα, στενότητα

2. για χρήμα, στρίμωγμα, στενότητα

estrechamente 1. επρ, μτφ, στενά, conceptos estrechamente relacionados,

έννοιες στενά συνδεδεμένες

2. για χώρο, στενόχωρα, στριμωγμένα, vivir estrechamente, ζω στριμωγμένα

3. για χρήματα, στριμωγμένα, ganarse la vida estrechamente, τα βγάζω πέρα δύσκολα

estrechar πρχ στρετσάρω> στενεύω

1. ρμ, στενεύω δρόμο, van a estrechar la carretera, θα στενέψουν το δρόμο

2. στενεύω ρούχο, estrechar la cintura del vestido, στενεύω τη μέση του φορέματος

3. συσφίγγω φιλία, σχέσεις

4. σφίγγω το χέρι, le estrechó la mano, του έσφιξε το χέρι

5. σφίγγω, σφιχταγκαλιάζω κάποιον, estrechar a uno entre los brazos,

σφίγγω κάποιον στην αγκαλιά μου

6. ραντ, στενεύομαι για χώρο, για δρόμο, ποτάμι

7. μτφ, συσφίγγομαι για φιλία, σχέση

8. οικ, σφίγγομαι οικονομικά, το ζωνάρι

estrechamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του estrechar, estrecharse

2. στένεμα για χώρο, δρόμο, σωλήνα, ρούχο

3. σύσφιξη για φιλία, σχέση, δεσμούς

4. σφίξιμο χεριών

5. εκφ, estrechamiento provisional de la calzada, προσωρινό στένεμα οδοστρώματος

astringir 1. ρμ, πρχ στριβ-αγω= συστέλλω, σφίγγω οργανικά τείχη

2. μτφ, εξαναγκάζω

astricción 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του astringir

2. σφίξη

astricto, ta 1. ε, υποχρεωμένος, -η, -o, δεσμευμένος, -η, -o, περιορισμένος, -η, -o,

astricto a un servicio, υποχρεωμένος να εκτελέσω μια υπηρεσία

astringente πρχ στρέφων

1. ε, στυπτικός, -ή, -ó, efecto astringente, στυπτικό αποτέλεσμα, ιδιότητα

2. που στρέφει οργανικά, la manzana es astringente, τα μήλα προκαλούν δυσκοιλιότητα

3. α, για ουσία, τρόφιμο, στυπτικό, toma astringentes para frenar la diarrea,

πάρε στυπτικό για τη διάρροια

astringencia 1. θ, στυπτικότητα, la astringencia del ácido gálico,

η στυπτικότητα του γαλλικού οξέος

astreñir πρχ αστρενιρ> στρέφω= συ-στρέφω με κάτι

1. ρμ, συστέλλω, σφίγγω οργανικά τείχη

2. μτφ, εξαναγκάζω

constreñir, costreñir πρχ συ-στρέφω κάτι

1. ρμ, για άτομο, στρέφω προς κάτι κάποιον, αναγκάζω, υποχρεώνω,

su padre le constriñó a estudiar una carrera,

ο πατέρας του τον ανάγκασε να σπουδάσει μια επιστήμη

2. ιατ, εφαρμόζω πίεση, σφίγγω, συστέλλω

constricción πρχ συ-στροφή

1. θ, αναγκασμός για κάτι

2. ιατ, εφαρμογή πίεσης, σύσφιξη, αίσθημα σύσφιξης, συστολή

La nicotina provoca la constricción de los vasos sanguíneos,

Η νικοτίνη προκαλεί συστολή των αιμοφόρων αγγείων

constreñimiento 1. α, αναγκασμός για κάτι, υποχρέωση

2. ιατ, εφαρμογή πίεσης, σύσφιξη, αίσθημα σύσφιξης, συστολή

constrictor, ra 1. ε, ιατ, σχετικός, -ή, -ό με τη σύσφιξη, περισταλτικός, -ή, -ό

2. που αναγκάζει, αναγκαστικός, -ή, -ό

constrictor 1. α, φρμ, αγγειοσυσταλτικό, αγγειοσυσταλτικό φάρμακο

constringente 1. ε, συσφικτικός, -ή, -ό

estreñir 1. ρμ, ρα, πρχ στρέφω= προκαλώ δυσκοιλιότητα

estreñido, da 1. ε, δυσκοίλιος, -α, -o

estreñimiento 1. α, δυσκοιλιότητα

2. εκφ tener, estreñimiento υποφέρω από δυσκοιλιότητα

estricción 1. θ, ιατ, σύ-σφιξη

estricnina 1. θ, χημ, στρυχνίνη

estricno 1. α, βοτ, στρύχνος

estricto, ta 1. ε, πρχ αυστηρός, -ή, -ó, la estricta aplicación de la ley,

η αυστηρή εφαρμογή του νόμου

estrictamente 1. επρ, αυστηρά, αυστηρώς, άκρως, απολύτως,

estrictamente confidencial, άκρως εμπιστευτικό

distrito πρχ δια-στριτο> δια-στρωτος χώρος

1. α, τομέας, περιοχή, περιφέρεια

2. διαμέρισμα σαν χωρική επιφάνεια πόλης

3. σνθ, distrito electoral, εκλογική περιφέρεια

Distrito Federal, ομοσπονδιακό διαμέρισμα

distrito marítimo, η γειτονιά πέριξ του λιμανιού

distrito municipal, δήμος

distrito postal, ταχυδρομικός κώδικας

distrito universitario, πανεπιστημιακή περιφέρεια, περιοχή

restringir πρχ περι-στρέφω

1. ρμ, περι-ορίζω κάτι, restringir el consumo de energía, agua,

περιορίζω την κατανάλωση ενέργειας, νερού

2. ιατ, σφίγγω

3. ραντ, περι-ορίζομαι

restricción 1. θ, περιορισμός σε κάτι, restricciones a la importación de vehículos extranjeros,

περιορισμοί στην εισαγωγή ξένων οχημάτων

2. περιορισμός σε κάτι λόγω έλλειψης, restricción de agua, περιορισμός στο νερό

restrictivamente 1. επρ, περιοριστικά

restrictivo, va 1. ε, περιοριστικός, -ή, -ó

restricto, ta 1. ε, περιορισμένος, -η, -o

restringente 1. ε, περιοριστικός, -ή, -ó

restringible 1. ε, περιορίσιμος, -η, -ο, που μπορεί να περιοριστεί

restriñir 1. ρμ, ιατ, περι-στρέφω= σφίγγω

restriñidor, ra 1. ε, που σφίγγει, στυπτικός, -ή, -ό

restriñimiento 1. α, ιατ, σφίξιμο

restingar 1. α, ναυ, περιοχή με υποθαλάσσια συσσώρευση άμμου στα ρηχά

restinga 1. θ, ναυ, υποθαλάσσια συσσώρευση άμμου στα ρηχά

estregar 1. ρμ, πρχ εσ-τρεγαρ> εκ-τρίβω= τρίβω

2. ραντ, τρίβομαι

estregón 1. α, τρίψιμο

estregadera 1. θ, πρχ τριφτιέρα= βούρτσα

2. βούρτσα παπουτσιών

estregadera 1. θ, σημείο όπου πηγαίνουν τα ζώα για να τριφτούν, βράχος ή ένα δέντρο

restregar πρχ περι-στρίβω= περι-τρίβω

1. ρμ, τρίβω κάτι, bostezó y se restregó los ojos, χασμουρήθηκε και έτριψε τα μάτια

2. οικ, μτφ, στρίβω κάποιον= ενοχλώ, πρήζω, se lo estuvo restregando todο el día,

τον τριβέλισε, έπρηξε όλη την ημέρα

3. ραντ, τρίβω τα χέρια, manos, me restrego las manos, τρίβω τα χέρια μου

4. restregarse contra, τρίβομαι πάνω σε κάτι

restregadura 1. θ, τρίψιμο

2. σημάδι τριβής

restregamiento 1. α, τριβή

restregón 1. α, τριβή, τρίψιμο

2. τρίψιμο για καθάρισμα

3. σημάδι από τρίψιμο

prestigiar 1. ρμ, πρχ δίνω πρεστίζ ή προ-στέγω κάποιον= προσδίδω γόητρο, κύρος σε αυτόν

prestigio 1. α, πρεστίζ, γόητρο, κύρος

prestigioso, sa 1. ε, με πρεστίζ, έχων, -ουσα, -ον κύρος, γόητρο

desprestigiar πρχ αφαιρώ πρεστίζ απο κάποιον

1. ρα, δυσφημίζω, απαξιώνω, aquel escándalo le desprestigió,

εκείνο το σκάνδαλο τον απαξίωσε

2. αμαυρώνω την τιμή, όνομα κάποιου, σπιλώνω, διαβάλλω,

su meta era desprestigiar a sus compañeros,

o στόχος του ήταν να σπιλώσει τους συναδέλφους του

3. ραντ, απαξιώνομαι, χάνω το κύρος, γόητρο μου, σπιλώνομαι,

se ha desprestigiado como abogado απαξιώθηκε ως δικηγόρος

desprestigio 1. α, απώλεια κύρους, γοήτρου, ονόματος, σπίλωση, δυσφήμηση

estría πρχ στρέψη πράγματος που προκαλεί γραμμές

1. θ ράβδωση, αυλακιά, χαρακιά σε αντικείμενο

2. σε δέρμα,en piel, ραγάδα

3. σε όπλο,en arma, εγκοπή

4. ατκ, αυλακιά κολώνας, ράβδωση, εντομή

estriar 1. ρμ, ραβδώνω, αυλακώνω σε επιφάνεια, superficie

2. ραβδώνω όπλο

3. ραντ καλύπτομαι από ραγάδες λόγω στρέψης στο δέρμα

estriación θ ζωλ γράμμωση

estriado, da 1. ε, για αντικέιμενο, αυλακωτός, -ή, -ó, ραβδωτός, -η, -o

2. για δέρμα, με ραγάδες

3. ατκ, αυλακωτός, -ή, -ό, ραβδωτός, -ή, -ό

estriado 1. α ράβδωση, αυλακιά αντικειμένου

2. εγκοπή όπλου

triar 1. ρμ πρχ τρυπώ κάτι=διαλέγω

2. ρα για μέλισσες, abejas, μπαινοβγαίνω στην κυψέλη

3. ραντ, για ύφασμα, tela, τρυπιέμαι και γίνομαι διάφανος από φθορά, χρήση

tría θ διαλογή

triaca 1. θ θεραπευτικό μέσο

2. φρμ, σκεύασμα Theriaca

Scroll to Top