ESTOLA= ΠΡΧ ΣΤΟΛΗ, ΠΡΧ ΣΤΥΛΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
apóstol 1. α, Απόστολος, los Hechos de los Apóstoles, οι Πράξεις των Αποστόλων
2. μτφ, που προωθεί κάποιο δόγμα, απόστολος, apóstol de la paz, απόστολος της ειρήνης
apostolado 1. α, αποστολική διακονία, αποστολικοί πατέρες
2. σνθ, apostolado seglar, κοσμικός κλήρος
apostolicidad 1. θ, αποστολικότητα
apostólico, ca 1. ε, αποστολικός, -ή, -ó, mensaje apostólico, μήνυμα αποστολικό
2. του Πάπα, παπικός, -ή, -ó, bendición apostólica, παπική ευλογία
apostolizar 1. ρμ, κάνω τον Απόστολο> κηρύσσω το Ευαγγέλιο
diástole 1. θ, ανα, λγτ, διαστολή
diastólico, ca 1. ε, διαστολικός, -ή, -ó
estola 1. θ, ωμοφόριο ιερέα
2. ετόλ
estolidez 1. θ, λογ, πρχ στυλότητα νοός= ηλιθιότητα, ανοησία
estólido, da 1. ε, λογ, ηλίθιος, -α, -ο, ανόητος, -η, -ο
estulticia 1. θ, μτφ, στυλότητα νοός = ανοησία
estulto, ta 1. ε, ανόητος, -η, -o
estolón 1. α, θρη, επίσημο ωμοφόριο
2. βοτ, παραφυάδα, σαν στύλον
estolonífero, ra 1. ε, βοτ, στυλον-φόρο= που πολλαπλασιάζεται με παραφυάδες
etalaje 1. α, βάση φούρνου
extrasístole 1. θ, ιατ, εκτακτοσυστολή
peristáltico, ca 1. ε, φσλ, περισταλτικός, -ή, -ó
perístole 1. θ, βιο, περιστολή
sístilo 1. ε, ατκ, σύστυλος, -η, -o
sístole 1. θ, φλγ, συστολή