ESTERNÓN= ΠΡΧ ΣΤΕΡΝΟ, ΠΡΧ ΣΤΡΩΜΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
estrato πρχ στρώμα
1. α, μτφ, ομάδα ατόμων, στρώμα, estratos sociales, κοινωνικά στρώματα
2. γωλ, στρώμα
3. μτρ, στρωματο-σωρείτης
estratigrafía 1. θ, γωλ, στρωματο-γραφία
estratigráfico, ca 1. ε, γωλ, στρωματογραφικός, -ή, -ó
estratocúmulo 1. α, μτρ, στρωματο-(καμπή)σωρείτης
estratopausa 1. θ, στρατόπαυση
estratosfera 1. θ, στρατόσφαιρα
estratosférico, ca 1. α, στρατοσφαιρικός, -ή, -ó
superestrato 1. α, γλγ, (γλωσσικό) επίστρωμα
sustrato 1. α, υπόστρωμα, este campo tiene un sustrato rico en sales y minerales,
αυτός το έδαφος έχει ενα υπόστρωμα πλούσιο σε άλατα και ορυκτά
estratificar 1. ρμ, πρχ στρωματο-ποιώ, δια-στρωματώνω
2. ραντ, στρωματοποιούμαι, διαστρωματώνομαι
estratificación 1. θ, στρωματοποίηση, δια-στρωμάτωση
estratificado, da 1. ε, στρωματοποιημένος, -η, -ο, διαστρωματωμένος, -η, -ο
estratagema 1. θ, στρατήγημα
estratega 1. α θ, δεινός στη στρατηγική
2. σνθ, estratega de café, στρατηγός του καφενείου
estrategia 1. θ, στρατηγική
estratégicamente 1. επρ, στρατηγικά
estratégico, ca 1. ε, στρ, στρατηγικός, -ή, -ó
2. στρατηγικός, -ή, -ó, han ideado un plan estratégico, έχουν σκεφτεί ενα πλάνο στρατηγικό
3. α θ, στρατηγικός, -ή, ειδικός, -ή, δεινός, -ή στη στρατηγική
estratego 1. α, δεινός στη στρατηγική
estrado πρχ στρωτό
1. α, βήμα, βάθρο για ομιλητή, el conferenciante ocupó el estrado,
ο ομιλητής απασχόλησε το βήμα
2. νομ, εδώλιο για μάρτυρα, κατηγορούμενο, estrado para testigo, acusado
3. σαλόνι, μπουντουάρ
4. εκφ, subir al estrado, ανεβαίνω στο βήμα, subió al estrado para recoger el premio,
ανέβηκε στο βήμα για να παραλάβει το βραβείο
ή κάθομαι στο εδώλιο
estrados 1. α πλ, νομ, αίθουσες ακροατηρίου
acirate πρχ ασιρατε> σειριαστο ή στράτα
1. α, μεταξύ 2 εδαφών, πέτρινο όριο, σύνορο,
2. ανάχωμα, πρόχωμα σε έδαφος
3. μονοπάτι μεταξύ δέντρων
adstrato 1. α, γρμ, πρχ επί-στρωμα γλώσσας που ασκεί επιρροή σε άλλη
esternón 1. α, ανα, στέρνο
esternodeidomastoideo 1. α, ανα, στερνο-κλειδο-μαστο-ειδής μυς
consternar πρχ συν-στερνίζω= είμαι σε στενό σημείο
1. ρμ, συ-στενάζω ψυχικά κάποιον, φέρνω σε δύσκολη ψυχική κατάσταση, σαστίζω, ταράζω, la pobreza me consternó, η φτώχεια με τάραξε ψυχικά
2. ραντ, συ-στενάζω ψυχικά απο κάτι, στεναχωριέμαι πολύ, σαστίζω, ταράζομαι,
me consterno al ver tanta miseria en este barrio,
συστενάζω οταν βλέπω τόση μιζέρια σε αυτή την γειτονιά
consternación 1. θ, συ-στέναγμα ψυχικό, στεναχώρια, σύγχιση, σάστισμα, ταραχή,
la noticia del accidente me causó gran consternación,
η είδηση του ατυχήματος μου προκάλεσε μεγάλη στεναχώρια
consternado, da 1. ε, στεναχωρημένος, -η, -ο, συγχυσμένος, -η, -ο, σαστισμένος, -η, -ο, ταραγμένος, -η, -ο
prosternarse 1. ραντ, επμ, πρχ προ-στρώνω το σώμα μου= προσπίπτω, προσκυνώ,
se prosternó ante él suplicando su perdón,
προστρώθηκε, προσέπεσε έναντι αυτού ικετεύοντας την συγχώρεση του
prosternación 1. θ, πρόστρωση σώματος, πρηνής θέση, προσκύνηση
postrar προ-στρώνω
1. ρμ, κάτι μου προκαλεί ηθική, σωματική πτώση, σαν να με προ-στρώνει, ρίχνει,
la enfermadad lo postró en cama durante una semana,
η αρρώστια τον έριξε στο κρεβάτι για μιά εβδομάδα
2. ραντ, προ-στρώνομαι= προσπίπτω, προσκυνώ, γονατίζω,
postró ante la imagen para rogar, προσέπεσε έναντι στην εικόνα για να προσευχηθεί
postración 1. θ, πρό-στρωση σώματος= γονυ-κλισία, προσκύνηση
2. μτφ, ηθική, σωματική πρό-στρωση= συντριβή, πτώση, κατάπτωση, πέσιμο,
no conseguimos sacarla de esta postración,
δεν καταφέραμε να την τραβήξουμε απο αυτή την κατάπτωση
estructuralismo 1. α, στρουκτουραλισμός, δομισμός, σειρά απο στρώματα σε κάτι
estructura πρχ στρωμάτωμα
1. θ, δομή σε ένα σύνολο, στρωμάτωση,
la estructura del cuerpo humano, η δομή του ανθρωπίνου σώματος
2. διάρθρωση σε κάτι, πλαίσιο
3. ατκ, σκελετός
estructurar 1. ρμ, θέτω σε στρώματα κάτι= δομώ, διαρθρώνω
estructurar un discurso, διαρθρώνω μια ομιλία
estructurar en, estructurar un drama en tres escenas,
δομήσω ενα έργο σε 3 σκηνές
estructuración 1. θ, στρωμάτωση δόμησης, οργάνωση, δόμηση
estructuración de las clases sociales, στρωμάτωση των κοινωνικών τάξεων
estructuradamente 1. επρ, στρωματωμένα= δομημένα
expuso su argumento estructuradamente, έκθεσε το επιχείρημα του δομημένα
estructurado, da 1. ε, δομημένος, -η, -ο, δια-ρθρωμένος, -η, -ο
estructurador, ra 1. ε, δομητικός, -ή, -ό, διαρθρωτικός, -ή, -ó
estructural 1. ε, δομικός, -ή, -ό, διαρθρωτικός, -ή, -ó
estructuralista 1. ε, α θ, σχετικός, -ή, -ό με τον στρουκτουραλισμό, στρουκτουραλιστής, -ια
estructuralmente 1. επρ, δομικώς, από δομική άποψη
estructurante 1. ε, δομικός, -ή, -ό, διαρθρωτικός, -ή, -ό
infraestructura 1. θ, υπο-δομή
superestructura 1. θ, υπερ-κατασκευή
2. υπερ-δομή κοινωνική, ιδεολογική θεμελιωμένη πάνω σε άλλη
desestructurar 1. ρμ, απο-διαρθρώνω, απο-δομώ
desestructuración 1. θ αποδιάρθρωση, αποδόμηση
reestructurar πρχ περι> ανα-στρωματώνω
1. ρμ, ανα-διαρθρώνω, quieren reestructurar algunos sectores económicos,
θέλουν να αναδιαρθρώσουν κάποιους οικονομικούς τομείς
2. ανα-διοργανώνω, επανα-σχεδιάζω σχέδιο, σύστημα, reestructurar un proyecto, sistema,
reestructuración 1. θ, ανα-διάρθρωση
2. ανα-διοργάνωση, επανα-σχεδιασμός
instrumento πρχ εν-στρωμάτωμα απο κάτι=σειρά απο πράγματα για μια λειτουργία
1. α, όργανο μουσικό
2. όργανο, εργαλείο, μέσο για να κάνω κάτι
3. οικ, μτφ, πέος
4. νομ, έγγραφο
5. instrumento de cuerda, μσκ, έγ-χορδο
instrumento de medida, όργανο μέτρησης
instrumento de percusión, κρουστό όργανο
instrumento de viento, neumático πνευστό
instrumento músical, de música μουσικό όργανο
instrumento de precisión, όργανο ακρίβειας
instrumento óptico, οπτικό όργανο
6. εκφ, tocar un instrumento, παίζω ένα μουσικό όργανο
instrumentar 1. ρμ μσκ, ενορχηστρώνω
2. οργανώνω, συντονίζω, instrumentar una protesta, οργανώνω μια διαμαρτυρία
3. ιατ, προετοιμάζω τα ιατρικά εργαλεία
instrumentación 1. θ, μσκ, εν-ορχήστρωση
2. οργάνωση, συντονισμός πράξεων
instrumental 1. ε, ορχηστρικός, -ή, -ό, ενόργανος, -η, -o
música instrumental, ορχηστρική, ενόργανη μουσική
2. που γίνεται μέσο, εργαλείο για κάτι, εργαλειακός, -ή, -ό,
causa instrumental, αιτία εργαλειακή
3. νομ, αποδεικτικός, -ή, -ό, prueba instrumental, αποδεικτικό στοιχείο
4. γρμ, πλάγιος, -α, -ο, caso instrumental, πλάγια πτώση
instrumental 1. α, όργανο, εργαλεία για δραστηριότητα, instrumental médico y quirúrgico,
εργαλεία ιατρικό και χειρουργικό
2. γρμ, πτώση με την οποία δηλώνεται σχέση μέσου, εργαλείου, του μέσου
instrumentalismo 1. α, ινστρουμεταλισμός
instrumentalizar 1. ρμ, εργαλειοποιώ κάτι για κάποιο σκοπό, χρησιμοποιώ ως όργανο,
εκμεταλλεύομαι, instrumentalizó al pueblo para vencer en las urnas,
χειραγώγησε τον λαό για να κερδίσει τις κάλπες
instrumentalización 1. θ, εργαλειο-ποίηση, ινστρουμενταλισμός, χειραγώγηση
instrumentalizador, ra 1. ε, εργαλειο-ποιητικός, ή, ό, ινστρουμενταλιστικός, -ή, -ό,
χειραγωγών, -ούσα, -όν
instrumentista 1. α θ, μσκ, οργανοπαίκτης, -ια
2. ιατ χειριστής, -ια οργάνου
3. τχν, τεχνικός ελέγχου και συντήρησης οργάνων
instruir πρχ εν-στρώνω κάτι
1. ρα, εν-στρωνω πληροφορίες σε κάποιον= ενημερώνω, δίνω πληροφορία
nos instruyó de la tempestad, μας ενημέρωσε για την καταιγίδα
2. εν-στρώνω γνώση σε κάποιον= εκπαιδεύω μαθητή, παιδί,
la instruyó en el arte culinario, την εκπαίδευσε στην μαγειρική τέχνη
3. νομ, εν-στρώνω= κινώ τις διαδικασίες για δίκη
4. ραντ, εν-στρώνω γνώσεις σε μένα= εκπαιδεύομαι, μορφώνομαι
5. θρη, καλλιεργούμαι, se instruyó en la fe budista, καλλιεργήθηκε στην βουδιστική πίστη
instrucción 1. θ, μόρφωση, γνώση, εκπαίδευση, καλλιέργεια τρόπων
es una persona de buena instrucción, είναι ενα άτομο με καλή μόρφωση
2. εκπαίδευση, καθοδήγηση, la instrucción de un soldado, η εκπαίδευση ενός στρατιώτη
3. νομ, εντολή
4. πλφ, εντολή, En este caso, una instrucción tiene la forma’ expr”;’, es decir, una expresión,
Σε αυτήν την περίπτωση, μια εντολή έχει τη μορφή ‘expr’;’, δηλαδή μια έκφραση
5. στρ, εντολή, Los soldados aún no habían recibido instrucción alguna,
Oι στρατιώτες δεν είχαν λάβει ακόμη κάποια οδηγία
6. σνθ, instrucción primaria, πρωτοβάθμια εκπαίδευση
instrucción pública, δημόσια εκπαίδευση
7. εκφ, hacer la instrucción (un soldado), στρ, κάνω την εκπαίδευση, εκπαιδεύομαι
instrucciones 1. θ, εντολές, σαν στρώματα γραμμάτων σε χαρτί,
2. οδηγίες, υποδείξεις για κάτι,
3. σνθ, instrucciones de uso οδηγίες χρήσης
4. εκφ, seguir las instrucciones de alguien, ακολουθώ τις υποδείξεις κάποιου
instruido, da 1. ε, μορφωμένος, -η, -o, διαβασμένος, -η, -ο
instructor, ra 1. ε, διδακτικός, -ή, -ó, εκπαιδευτικός, -ή, -ó,
2. οδηγητικός, -ή, -ό, ενημερωτικός, -ή, -ό, πληροφοριακός, -ή, -ό
3. α θ, δάσκαλος, -α, εκπαιδευτής, -ια
4. σνθ, instructor de vuelo, εκπαιδευτής πτήσης
juez instructor, ανακριτής, -ια, El juez instructor atribuyó la responsabilidad de el accidente a la actuación errónea de los pilotos fallecidos,
Ο ανακριτής απέδωσε την ευθύνη για το ατύχημα σε λανθασμένες ενέργειες των θανόντων πιλότων
instructivo, va 1. ε, διδακτικός, -ή, -ó, εκπαιδευτικός, -ή, -ó
un cursillo muy instructivo para dominar el sistema,
ενα μάθημα πολύ διδακτικό για να μάθεις το σύστημα
instructivamente 1. επρ, διδακτικά, εκπαιδευτικά
construir πρχ συν-στρώνω κάτι= το θέτω σε σειρά, στρώματα
1. ρμ, κατ, χτίζω, οικοδομώ, κατασκευάζω, he mandado construir una caseta en el jardín,
έχω διατάξει να κατασκευάσουν ενα σπιτάκι στον κήπο
2. κατασκευάζω πλοίο, barco
3. γλγ, σχηματίζω, συντάσσω, διατυπώνω φράση, construir una frase
4. σχηματίζω, διατυπώνω θεωρία, construir una teoría
5. μτφ, καταστρώνω, construir una farsa, καταστρώνω μια φάρσα,
construyó junto con su equipo la campaña publicitaria,
κατέστρωσε μαζί με την ομάδα του την διαφημιστική καμπάνια
construcción 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του construir, construirse
2. κατασκευαστικός τομέας, οικοδομή, trabajar en la construcción,
δουλεύει στις οικοδομές
3. σαν αντικείμενο, οικοδομή, οικοδόμημα, κατασκευή
construcciones 1. θ πλ, κατασκευές
2. κατασκευαστική εταιρεία
constructivismo 1. α, τεχ, κονστρουκτιβισμός
constructivista 1. ε, α θ, κονστρουκτιβιστικός, -ή, -ó, κονστρουκτιβιστής, -ια
constructivo, va 1. ε, κατασκευαστικός, -ή, -ό, δομικός, -ή, -ό
2. επ-οικοδομητικός, -ή, -ό, las críticas constructivas, οι εποικοδομητικές κριτικές
constructor, ra 1. ε, κατασκευαστικός, -ή, -ό
2. α θ, κατασκευαστής, ια
constructora 1. θ, κατασκευαστική εταιρεία
deconstruir 1. ρμ, φλφ, απο-δομώ
deconstrucción 1. θ, φλφ, αποδόμηση
deconstrucciónismo 1. α, φλφ, αποδομισμός
deconstructivismo 1. α, φλφ, αποδομισμός
deconstructivo, va 1. ε, φλφ, αποδομικός, -ή, -ó
reconstruir περι> ανα-κατα-σκευάζω κάτι
1. ρμ, ανα-κατα-σκευάζω, αν-οικοδομώ, ανασυγκροτώ κάτι που έχασε την δομή του,
reconstruyeron la fachada en muy poco tiempo,
ανακατασκεύασαν την πρόσοψη σε πολύ λίγο χρόνο,
quieren reconstruir el puzzle, θέλουν να ανασυγκροτήσουν, ξαναφιάξουν το παζλ
2. ανα-κατα-σκευάζω ενα γεγονός με τα στοιχεία που έχω, αναπαριστάνω,
reconstruyeron los hechos a partir de varias declaraciones,
ανακατασκεύασαν τα γεγονότα απο διάφορες δηλώσεις
reconstrucción 1. θ, ανακατασκευή, ανοικοδόμηση, ανασυγκρότηση
2. αναπαράσταση
reconstructivo, va 1. ε, ανα-κατα-σκευαστικός, ή, ό, αν-οικοδομητικός, -ή, -ό
destruir πρχ ξε-στρώνω κάτι= αφαιρώ την δομή του
1. ρμ, κατα-στρέφω, γκρεμίζω μια κατασκευή, el ejército destruyó gran parte de la ciudad,
ο στρατός κατέστρεψε μεγάλο μέρος της πόλης
2. μτφ, καταστρέφω,καταρρίπτω, συντρίβω κάτι άυλο, destruyó las razones de su oponente,
κατέρριψε τα επιχειρήματα του αντιπάλου του
3. μτφ, καταστρέφω ελπίδες, esperanzas
4. μτφ, καταστρέφω υπόληψη, reputación
5. μτφ, καταστρέφω, διαλύω γάμο, σχέση, ζευγάρι, matrimonio, relación, pareja,
6. κατα-σπαταλώ, κατατρώω, περιουσία, destruyó su hacienda en dos años,
κατέφαγε την περιουσία του σε 2 χρόνια
7. ραντ, μαθ, απ-αλείφω
semidestruir 1. ρμ, μισο-κατα-στρέφω
destrucción 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του destruir
2. καταστροφή, ισοπέδωση, el terremoto causó la destrucción de la zona,
ο σεισμός προκάλεσε την καταστροφή της ζώνης
destruible 1. ε, κατα-στρέψιμος, -η, -o
destructible 1. ε, κατα-στρέψιμος, -η, -ο
2. φθαρτός, -ή, -ό
destructividad 1. θ, κατα-στροφικότητα
destructivamente 1. επρ, κατα-στρεπτικά, κατα-στροφικά
destructivo, va 1. ε, κατα-στρεπτικός, -ή, -ό
destructor, ra 1. ε, κατα-στροφικός, -ή, -ό
destructor 1. α, ανυ αντιτορπιλικό
destructora 1. θ, για μηχανή, κατα-στροφέας
2. σνθ, destructora de papel, καταστροφέας χαρτιού, εγγράφων
destroyer 1. α, ναυ, κατα-στροφέας τορπιλών= αντι-τορπιλικό
indestructible 1. ε, μη-κατα-στρέψιμος, η, ο, ά-φθαρτος, -η, -ο
indestructibilidad 1. θ, ανευ-καταστρεπτικότητας= αφθαρσία
obstruir πρχ επι-στρώνω κάτι= θέτω στρώμα σε κάτι
1. ρμ, φράζω με στρώμα κάτι, αποκλείω δρόμο, διαδικασία,
los niños obstruyeron el pasillo con todos sus juguetes,
τα παιδιά έφραξαν τον διάδρομο με όλα τα παιχνίδια τους
2. εμποδίζω την πράξη, ενέργεια σε κάποιον, παρακωλύω, han obstruido sus planes,
έχουν εμποδίσει τα πλάνα του
3. για άτομο, ζώο, πράγμα που εμποδίζει ενα φυσικό παράγοντα να ενεργήσει
el muro obstruye el viento, το τείχος παρ-εμποδίζει τον αέρα
4. ραντ, φράζομαι για αγωγό, τρύπα, el conducto se obstruyó, ο αγωγός φράχτηκε
obstrucción 1. θ, έμφραξη σε αγωγό, τρύπα, la obstrucción del desagüe,
η έμφραξη του νεροχύτη
2. εμπλοκή, κόλλημα, παρακώλυση ενέργειας, λειτουργίας σε κάτι
obstruccionismo 1. α, πολ, σύστημα κωλυσιεργίας
obstruccionista 1. ε, α θ, πολ, που κωλυσιεργεί, άτομο που κωλυσιεργεί
obstructor, ra 1. ε, εμ-φρακτικός, -ή, -ό
2. εμποδιστικός, -ή, -ό
3. α θ, παρ-εμποδιστής, -ια, για άτομο που παρ-εμποδίζει
desobstruir πρχ απ-επι-στρώνω κάτι= αφαιρώ τα εμπόδια
1. ρμ, αποφράζω, ξεβουλώνω, le medicaban para desobstruirle las arterias,
του έδιναν φάρμακα για να του αποφράξουν τις αρτηρίες
2. αφαιρώ τα εμπόδια απο κάτι, ξεμπλοκάρω, no lograron desobstruir la carretera a tiempo,
δεν κατάφεραν να ξεμπλοκάρουν τον δρόμο εγκαίρως
desobstrucción 1. θ, απόφραξη, ξεβούλωμα
2. αφαίρεση εμποδίων, ξεμπλοκάρισμα
desobstructivo, va 1. ε, αποφρακτικός, -ή, -ό
industria πρχ ενδο-στρωμάτωση απο κάτι για παραγωγή αποτελέσματος
1. θ, κλάδος παραγωγής προιόντων, industria algodonera, κλάδος βαμβακιού
2. βιομηχανία
3. εργοστάσιο
4. μτφ, επιδεξιότητα, επινοητικότητα για να πετύχω κάτι,
tiene mucha industria para la organización, έχει πολλή επιδεξιότητα για την οργάνωση
5. σνθ, industria armamentística, βιομηχανία όπλων
industria clave, στρατηγική βιομηχανία, κλάδος
industria del automóvil, αυτοκινητοβιομηχανία
industria editorial, εκδοτικός κλάδος
industria fílmica, κινηματογραφική βιομηχανία
industria ligera, pesada ελαφριά, βαριά βιομηχανία
industria siderúrgica, βιομηχανία σιδήρου, χάλυβα
6. εκφ, de industria, με σκοπό, επίτηδες, lo comentó en público de industria,
το σχολίασε δημόσια επίτηδες
industrial 1. ε, α θ, βιομηχανικός, -ή, -ό, βιομήχανος
industrialismo 1. α, βιομηχανισμός
industrialista 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με το βιομηχανισμό
postindustrial, posindustrial 1. ε, μετα-βιομηχανικός, -ή, -ó
la sociedad postindustrial, η μετα-βιομηχανική κοινωνία
preindustrial 1. ε, προ-βιομηχανικός, -ή, -ó
industrializar 1. ρμ, βιομηχανο-ποιώ, εκ-βιομηχανίζω
2. ραντ, βιομηχανο-ποιούμαι
industrialización 1. θ, βιομηχανο-ποίηση, εκ-βιομηχάνιση
industrializador, ra 1. ε, βιομηχανοποιημένος, -η, -ο
desindustrialización 1.θ, απο-βιομηχάνιση, αποβιομηχανο-ποίηση
industriar 1. ρμ, ενδο-στρώνω γνώση σε κάποιον= διδάσκω, εκπαιδεύω
2. ραντ, μτφ, καταστρώνω τα πάντα για να πετύχω κάτι, κάνω ό, τι μπορώ,
me industrio para jugar en el primer equipo,
κάνω ό, τι μπορώ για να παίξω στην πρώτη ομάδα
industrioso, sa 1. ε, επιδέξιος, -α, -ο, δεξιοτέχνης, -ης, -ές
estrago πρχ στράγγισμα σε κάτι
1. α, καταστροφή υλική ηθική, σωματική, απο πόλεμο, αρρώστια, συναισθήματα,
los estragos de la guerra, οι καταστροφές από τον πόλεμο
los estragos del terremoto, οι καταστροφές του σεισμού
2. εκφ, causar, hacer estragos, κυρ, μτφ, προκαλώ, κάνω καταστροφές,
ή κάνω θραύση, el huracán causó estragos en las zonas turísticas,
ο τυφώνας προκάλεσε καταστροφές στις τουριστικές ζώνες,
la droga hace estragos entre los jóvenes, το ναρκωτικό προκαλεί διάλυση στους νεαρούς
hacía estragos entre las chicas, έκανε θραύση στα κορίτσια
estragar πρχ στραγγίζω
1. ρμ, καταστρέφω ηθικά, σωματικά, υλικά κάποιον, κάτι,
las inundaciones estragaron la cosecha, οι πλημμύρες κατέστρεψαν την σοδειά
2. ραντ, καταστρέφομαι, χαλάω ηθικά, σωματικά, υλικά,
se te ha estragado el oído con tanto decibelio,
έχει καταστρέψει την ακοή με τόσα ντεσιμπέλ