ESPUELA

ESPUELA= ΠΡΧ ΕΣΠΟΥΕΛΑ> ΣΠΙΡΟΥΝΙ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

espuela πρχ εσπουελα> σπιρούνι

1. θ, σπιρούνι αναβάτη, espuela de jinete

2. μτφ, σπιρούνι που με τσιγκλά= κίνητρο, su desprecio fue una espuela para mí,

η υποτίμηση του υπήρξε ένα κίνητρο για εμένα

3. οικ, μτφ, πρχ εις-πιολα= τελευταίο ποτηράκι, tomamos la espuela y nos vamos,

πίνουμε το τελευταίο ποτηράκι και φεύγουμε

4. σνθ, espuela de caballero, ζωλ, δελφίνιον το αιάντιον, καπουτσίνος

5. εκφ, picar, dar espuelas, πικάρω ή δίνω με τα σπιρούνια= σπιρουνίζω, σπιρουνιάζω

poner espuelas a alguien, μτφ, σπιρουνιάζω> κεντρίζω, κινητοποιώ κάποιον για κάτι

echar ή tomar la espuela, πίνω το τελευταίο ποτηράκι

espolada 1. θ, σπιρούνισμα

espolazo 1.α, σπιρούνισμα

espoleadura 1. θ, σπιρουνιά= πληγή που προξενεί το σπιρούνι στο άλογο

espolear 1. ρμ, σπιρουνίζω, σπιρουνιάζω το άλογο

2. μτφ, κινητοποιώ κάποιον, κεντρίζω, παρακινώ

El entrenador espoleó al equipo para que se esforzara más y ganara el partido

Ο προπονητής κινητοποίησε την ομάδα ώστε να προσπαθούσε περισσότερο και να κέρδιζε

τον αγώνα

espoleo 1. α, σπιρούνισμα

espoleta 1. θ, πυροσωλήνας

2. κλειδοκόκκαλο πτηνού, γιάντες

3. σνθ, espoleta de percusión, επι-κρουστήρας

espolique 1. α, πρχ σπιρουνάκι= υπηρέτης που συνοδεύει πεζός τον έφιππο κύριό του

espolón 1. α, πτερνιστήρας πτηνού

2. οπίσθια οπλή αλόγου

3. μτφ, κυματο-θραύστης, πρχ σπλας ή σπάει κύματα

4. ειδική προεξοχή σε βάθρο γέφυρας, de puente

5. ναυ, έμβολο

6. εκφ, tener más espolones que un gallo, οικ, μτφ, είμαι Μαθουσάλας

espolonada 1. θ, σπιρουνιάδα= έφιππη επίθεση

espolonazo 1. α, σπιρούνισμα

espolonero 1. α, ορν, ταωφασιανός του Βόρνεο

Scroll to Top