ESPACIO

ESPACIO= ΠΡΧ ΕΣΠΑΘΙΟ> ΣΠΙΘΑΜΗ> ΧΩΡΟΣ, ΠΡΧ ΣΠΑΔΙΟ> ΣΤΑΔΙΟ> ΧΩΡΟΣ, ΔΙΑΣΤΗΜΑ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

espacio

1. α, χώρος, διάστημα, κενό, απόσταση χωρική ή χρονική διανυσμένη,

la relación entre el espacio y el tiempo,

η σχέση ανάμεσα στο χώρο και το χρόνο,

los espacios cerrados, οι κλειστοί χώροι

espacio entre dos cosas, κενό ανάμεσα σε 2 πράγματα

deja un metro de espacio entre cada mesa, άφησε ενα μέτρο χώρο μεταξύ κάθε τραπεζιού

caminó por espacio de dos horas, περπάτησε για διάστημα 2 ωρών

2. χώρος πιασμένος απο κάτι ή ελεύθερος, no queda espacio en mi valija,

δεν υπάρχει χώρος στη βαλίτσα μου

esta mesa ocupa mucho espacio, αυτό το τραπέζι πιάνει πολύ χώρο

3. διάστημα, χώρος έξω απο την γή, enviaron un satélite al espacio,

έστειλαν ενα δορυφόρο στο διάστημα

4. τυπ, χώρος μεταξύ γραμμών= διάστιχο, debes dejar dos espacios entre las líneas,

πρέπει να αφήσεις 2 διάστιχα μεταξύ των γραμμών

5. τυπ, διάστημα μεταξύ λέξεων

6. μσκ, διάστημα

7. τηλ, ραδ, πρόγραμμα, espacio informativo, πρόγραμμα ενημερωτικό

8. σνθ, espacio aéreo, εναέριος χώρος

espacio de tiempo, χρονικό διάστημα

espacio electoral, χώρος για προεκλογική καμπάνια κόμματος

espacio extraterrestre, διαστημικός, εξω-ατμοσφαιρικός χώρος

espacio interplanetario, δια-πλανητικός χώρος

espacio publicitario, διαφημιστικός χώρος

espacio sideral, αστρικό πεδίο

espacios verdes, χώροι πρασίνου

espacio televisivo, radiofónico, τηλεοπτικός, ραδιοφωνικός χώρος

espacio vital, ζωτικός χώρος

espacio Web, πλφ, ιστοχώρος

8. εκφ, por espacio de, για χρόνο, για διάστημα του, στη διάρκεια, για,

cortaron la circulación por espacio de dos horas,

έκοψαν την κυκλοφορία για διάστημα δύο ωρών

espacioso, sa 1. ε, ευρύ-χωρος, -η, -ο

espaciado, da 1. ε, αραιός, -ή, -ó στον χώρο, χρόνο, sus visitas son ahora más espaciadas,

οι επισκέψεις του είναι τώρα πιο αραιές

espaciado 1. α, τυπ, πλφ, διάστημα λέξεων

espaciador 1. α, πλφ, πλήκτρο, μπάρα διαστήματος

espacial 1. ε, διαστημικός, -ή, -ό

espaciar πρχ δίνω σπιθαμή= χώρο σε κάτι, πρχ, μτφ, να σπάσω χρονικά ή χωρικά κάτι

1. ρμ, αραιώνω κάνοντας κάτι στον χρόνο, ha espaciado sus visitas,

έχει αραιώσει τις επισκέψεις του

2. βάζω τα πράγματα με χώρο ανάμεσα τους, αραιώνω, tienes que espaciar los libros, πρέπει να αραιώσεις τα βιβλία

espació los muebles para dejar un poco de hueco,

αραίωσε τα έπιπλα για να αφήσει λίγο κενό

3. τυπ, χωρίζω λέξεις, βάζω διάστημα ανάμεσα στις λέξεις,

Si vas a imprimir el texto, deberías espaciar un poco las líneas para que la lectura sea más cómoda,

Αν πρόκειται να εκτυπώσεις το κείμενο, θα έπρεπε να αφήσεις μεγαλύτερο κενό ανάμεσα στις γραμμές

(να αυξήσεις το διάστιχο) ώστε η ανάγνωση να είναι πιο άνετη

4. ρμ, ραντ, αραιώνω με κάποιον επαφές, aunque eran muy amigos se fueron espaciando,

αν και ήταν πολύ φίλοι αραίωσαν επαφές

5. μτφ, επεκτείνομαι χωρικά, χρονικά κάνοντας κάτι, στην ομιλία, σε γραπτό,

no te espacies más con las anécdotas y vamos al grano,

μην επεκτείνεσαι άλλο με τις ανέκδοτες ιστορίες και πάμε στο ζουμί

6. αραιώνομαι χρονικά, debido a la huelga los envíos se han espaciado mucho,

εξαιτίας της απεργίας οι αποστολές έχουν αραιωθεί πολύ

espaciamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του espaciar

2. αραίωση πραγμάτων σε χώρο, διαχωρισμός, απόσταση,

el espaciamiento de 10 m entre plantas, Η απόσταση 10 m μεταξύ των φυτών

despacio πρχ δια-σπιθαμής ή ντεσπασιο> με σπάσιμο, σπαστά= με χώρο ανάμεσα σε κάτι

1. επρ, για χρόνο, αργά, με χώρο ανάμεσα στις πράξεις,

¿podría ir más despacio, por favor? θα μπορούσατε να πάτε πιο αργά παρακαλώ;

2. επφ, σιγά, μαλακά, ¡despacio, que lo vas a romper! σιγά, γιατί θα το σπάσεις!

despacito 1. επρ, αργούτσικα, σιγά σιγά, anda despacito, περπατά σιγά σιγά

2. επφ, σιγά ¡despacito, que vas a caerte! σιγά μη πέσεις!

Scroll to Top