EOLO

EOLO= ΠΡΧ ΑΙΟΛΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

Eolo 1. ονο, μυθ, Αίολος

eólica 1. θ, αιολική

eólico, ca 1. ε, αιολικός, -ή, -ó

2. απο Αιολία, αιολικός, -ή, -ó

3. α θ, γηγενής, κάτοικος Αιολίας

eólico 1. α, η αιολική διάλεκτος

eolio, lia 1. ε, απο Αιολία, αιολικός, -ή, -ó

2. α θ, γηγενής, κάτοικος Αιολίας

eolípilo 1. α, φσκ, αιολοπύλη, αιολόσφαιρα

Scroll to Top