EMBARAZO= ΠΡΧ ΕΜΒΑΡΑΘΟ> ΕΜΒΡΥΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ, ΕΓΚΥΟΣ, ΠΡΧ ΕΜΠΑΡΑΘΟ> ΕΜΠΟ-ΔΙΟ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
embarazo πρχ έμβρυα κατάσταση
1. α, εγκυμοσύνη, κύηση, Tiene muchas probabilidades de tener un embarazo múltiple,
Έχετε υψηλές πιθανότητες του να έχετε πολλαπλή κύηση
2. περίοδος εγκυμοσύνης, durante el embarazo no deben tomarse ciertos medicamentos,
κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης δεν πρέπει να λαμβάνονται ορισμένα φάρμακα
3. μτφ, εμβρυακή στάση σε κάτι= ντροπή, pronunció el discurso con embarazo,
πρόφερε την ομιλία με ντροπή
4. μτφ, αμηχανία, no mostró embarazo alguno ante tus reproches,
δεν έδειξε κάποια αμηχανία απέναντι στις κριτικές του
5. μτφ, πρχ εμπα-ραθο> εμπόδιο, κώλυμα για να γίνει κάτι,
su retirada supuso un grave embarazo para el proyecto,
η απόσυρση του έθεσε ένα μεγάλο εμπόδιο για το πρότζεκτ
5. σνθ, embarazo no deseado, indeseado, ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη
embarazo psicológico, fantasma, falso, ιατ, κατά φαντασία εγκυμοσύνη, ψευδο-κύηση
embarazada 1. ε, θ, εγκυμονούσα, έγκυος, las embarazadas deben cuidar su dieta,
οι έγκυες πρέπει να φροντίζουν την διατροφή τους
2. εκφ, dejar embarazada, αφήνω έγκυο
quedarse embarazada de, μένω έγκυος από
embarazar 1. ρμ, ραντ, πρχ εμβρυώνω> κάνω με έμβρυο κάποια= αφήνω έγκυο,
μένω έγκυος, El cantante embarazó a la mujer pero ahora niega ser el padre de su hijo,
Ο τραγουδιστής άφησε την γυναίκα έγκυο, αλλά τώρα αρνείται ότι είναι ο πατέρας του παιδιού της
2. ρμ, μτφ, κάνω σαν έμβρυο κάποιον= προκαλώ αμηχανία, ντροπή σε κάποιον,
La pobreza de la familia era algo que embarazaba a las hermanas cuando recibían visitas,
Η φτώχεια της οικογένειας ήταν κάτι που έφερνε σε αμηχανία τις αδελφές όταν δεχόντουσαν επισκέψεις
3. πρχ εμποδίζω, δυσκολεύω, la muchedumbre le embarazaba el paso,
το πλήθος του δυσκόλευε το βήμα
embarazadamente 1. επρ, σαν έμβρυο= αμήχανα
embarazosamente 1. επρ, αμήχανα
embarazado, da 1. ε, αμήχανος, -η, -o, ante tu pregunta se mostró embarazado,
προ της ερώτησης του φάνηκε αμήχανος
embarazador, ra 1. ε, μτφ, ενοχλητικός, -ή, -ó
embarazoso, sa 1. ε, ενοχλητικός, -ή, -ó, pregunta embarazosa, ενοχλητική ερώτηση
2. που εμποδίζει, άβολος, -η, -ο, ογκώδης, -ης, -ες, mueble embarazoso, ογκώδες έπιπλο,
desembarazo 1. α, πρχ δεν-έχω εμπόδιο στο να εκφράζομαι, φέρομαι=
άνεση στο να κινούμαι, έκφραση με φυσικότητα, χαλαρότητα,
no sé de quién ha sacado su desembarazo en público,
δεν ξέρω από ποιόν έχει πάρει την άνεση του με το κοινό
desembarazar 1. ρμ, πρχ απ-εμποδίζω, αφαιρώ, βγάζω εμπόδιο από κάτι,
desembarazamos el camino de maleza para seguir la marcha,
απ-εμποδίσαμε τον δρόμο από αγριόχορτα για να συνεχίσουμε την πορεία
2. απ-εμποδίζω, αδειάζω, ξεφορτώνω ένα χώρο από πράγματα που ενοχλούν,
quiere desembarazar los trastos del cuarto de los niños,
θέλει να αδειάσει την σαβούρα από το δωμάτιο των παιδιών
3. ρμ, ραντ, απαλλάσσω, -ομαι απο κάποιον, κάτι που με ενοχλεί,
fue muy difícil desembarazarme de él, ήταν πολύ δύσκολο να απαλλαχτώ από αυτόν
desembarazado, da 1. ε, χωρίς εμπόδιο, απαλλαγμένος, -η, -o από κάτι, κάποιον
2. που φέρεται, πράττει χωρίς εμπόδια, άνετος, -η, -ο, χαλαρός, -ή, -ό
3. αυθάδης, -ης, -ες, una persona desembarazada, ένα άτομο αυθάδης
4. ανεπιτήδευτος, -η, -o, un estilo desembarazado, ένα ανεπιτήδευτο στιλ