ECLIPSE= ΠΡΧ ΕΚΛΕΙΨΗ, ΕΛΛΙΠΗΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
eclipse πρχ έκλειψη
1. α, αστρ, έκλειψη, el eclipse del sol, η έκλειψη ηλίου
2. μτφ, δύση, παρακμή, el eclipse del cantante se debe a su enfermedad,
η παρακμή του τραγουδιστή οφείλεται στην αρρώστια του
3. μτφ, απουσία, εξαφάνιση ατόμου, nadie sabe a qué se debe su eclipse político,
κανείς δεν ξέρει σε τι οφείλεται η πολιτική του απουσία, εξαφάνιση,
regresó tras un largo eclipse, επέστρεψε ύστερα από μακριά απουσία
4. οικ, απώλεια ατόμου, el eclipse de nuestro padre, η απώλειά του πατέρα μας
5. σνθ, eclipse anular, δακτυλιοειδής έκλειψη
eclipse de luna, lunar, de sol, solar,
έκλειψη Σελήνης, σεληνιακή έκλειψη, έκλειψη Ηλίου, ηλιακή έκλειψη
eclipse parcial, total, μερική, ολική έκλειψη
eclipsar 1. ρμ, προκαλώ έκλειψη, επισκιάζω, la luna eclipsó al sol,
η σελήνη επισκίασε τον ήλιο
2. μτφ, επισκιάζω άτομα, πράγμα, κρύβω αρετή, προσόντα, υποσκελίζω,
con su talento eclipsa a los demás, με το ταλέντο του επισκιάζει τους υπολοίπους,
este edificio eclipsa todos los demás, το κτίριο επισκιάζει όλα τα άλλα
las gafas te eclipsan la mirada, τα γυαλιά σου υποσκελίζουν το βλέμμα
3. ραντ, επισκιάζομαι, Ιa luna se eclipsó por completo,
η σελήνη επισκιάστηκε τελείως
4.μτφ δύω, χάνομαι, εκλείπω, su fama se eclipsó tras el escándalo,
η φήμη του έδυσε μετά το σκάνδαλο
5. για άτομο, απουσιάζω, εξαφανίζομαι, voy a eclipsarme unos minutos
θα απουσιάσω για λίγα λεπτά
sin dinero se eclipsan nuestros deseos de viajar,
χωρίς χρήματα εξαφανίζονται οι επιθυμίες μας για ταξίδι
eclíptica 1. θ, αστρ, εκλειπτική
eclíptico, ca 1. ε, αστρ, εκλειπτικός, -ή, -ó
elipticidad 1. θ, αστρ, ελλειπτικότητα
elipsis 1. θ, κνμ, γρμ, λγτ, έλλειψη
elipsoidal 1. ε, γμτ, ελλειψοειδής, -ής, -ές
elipsoide 1. α, γμτ ελλειψοειδές
elíptico, ca 1. ε, γμτ, γρμ, κνμ, λγτ, ελλειπτικός, -ή, -ó
elipse 1. θ, γμτ, έλλειψη
elipsógrafo 1. α, ελλειψογράφος
clisos 1. α πλ, οικ, μάτια, απο έκλειψη
lipograma 1. α, λγτ, λειπό-γραμμα
paralipómenos 1. α πλ, βίβλος Παραλειπόμενων
delito πρχ ντε-λιτο> αντι> εκ-λείπω από νόμο ή πρχ έκ-λυτος
1. α, αδίκημα, πταίσμα, κακούργημα, πλημμέλημα, παράπτωμα, έγκλημα,
ha cometido varios delitos, έχει διαπράξει διάφορα παραπτώματα
2. μτφ, πράξη αποδοκιμαστέα= έγκλημα, es un delito gastar tanto en un coche,
είναι έγκλημα να ξοδεύεις τόσα σε ένα αμάξι
3. σνθ, delito común, κοινό έγκλημα
delito consumado, τελεσθέν έγκλημα
delito contra la propiedad, αδίκημα κατά της ιδιοκτησίας
delito contra la salud pública, έγκλημα κατά της δημόσιας υγείας
delito de fuga, αδίκημα εγκατάλειψης παθόντος
delito de prevaricación, αδίκημα παρεμπόδισης της δικαιοσύνης
delito de sangre, αιματηρό> βίαιο έγκλημα
delito financiero, οικονομικό έγκλημα
delito flagrante, αυτόφωρο αδίκημα, έγκλημα επ’ αυτοφώρω
delito frustrado, απόπειρα εγκλήματος
delito informático, ηλεκτρονικό έγκλημα
delito menor, πταίσμα
delito político, πολιτικό έγκλημα
4. εκφ, ser constitutivo de delito, νομ, συνιστά έγκλημα
tener delito, οικ, μτφ, έχει> είναι έγκλημα= είναι ασυγχώρητο, αδικαιολόγητο,
Tiene delito que teniendo 4 meses para hacer el informe hayas esperado a la última semana,
Είναι αδικαιολόγητο πως έχοντας 4 μήνες για να κάνεις την αναφορά να περιμένεις την τελευταία εβδομάδα
delictivo, va 1. ε, εγκληματικός, -ή, -ó, παραβατικός, -ή, -ό
acto delictivo, παραβατική ενέργεια
delictuoso, sa 1. ε, παραβατικός, -ή, -ό, εγκληματικός, -ή, -ό, παραπτωματικός, -ή, -ό
delinquir 1. ρα, πρχ ντε-λιν-κιρ> αντι-λεκτώ σε νόμο ή εκ-λείπω του νόμου= εγκληματώ, διαπράττω έγκλημα, παραβατώ,
Las malas influencias llevaron a la chica a delinquir y por eso acabó en la cárcel,
Οι κακές επιρροές οδήγησαν το κορίτσι να εγκληματήσει και γι’ αυτό κατέληξε στη φυλακή
2. εκφ, volver a delinquir, διαπράττω έγκλημα εκ νέου
delincuencia 1. θ, εγκληματικότητα, παραβατικότητα
2. σνθ, delincuencia informática, πλφ, ηλεκτρονική εγκληματικότητα, ηλεκτρονικό έγκλημα,
delincuencia juvenil, νεανική εγκληματικότητα, παραβατικότητα
delincuencia organizada, οργανωμένο έγκλημα
delincuente 1. ε, α θ, εγκληματικός, -ή, -ό, εγκληματίας
2. σνθ, delincuente común, κοινός εγκληματίας
delincuente habitual, reincidente εγκληματίας καθ’ έξιν, καθ’ υποτροπή
delincuente juvenil, νεαρός, νεανικός εγκληματίας.
predelincuente 1. α θ, νομ πρχ προ-εκ-λειπτικός στο νόμο= προ-παραβάτης, -ια
ή άτομο με προ-παραβατική συμπεριφορά
codelincuencia 1. θ, πρχ συν-εκλειπτότητα στο νόμο= συνενοχή
codelincuente 1. ε, α θ, συν-ενοχικός, -ή, -ó, συνένοχος, -η
cuasidelito 1. α, νομ, σχεδόν έγκλημα= οιονεί αδικοπραξία
reliquia πρχ ρε-λικια> περι-λείψανα ή παρα-ληκτα, που έχει λήξει, μτθ ρε-λι-κια> λαρ-να-κα
1. θ, σκήνωμα αγίου, λείψανο, reliquia de santo
2. κατάλοιπο, ερείπιο παρελθόντος, estas ruinas son una reliquia romana,
αυτά τα ερείπια είναι ένα κατάλοιπο ρωμαϊκό
3. κατάλοιπο, επακόλουθο, συνέπεια αρρώστιας, ατυχήματος
4. μτφ, ίχνος, el sentimiento hacia ella no es más que una reliquia del amor que sintió,
το συναίσθημα προς αυτήν δεν είναι παρα μόνο ένα ίχνος της αγάπης που ένιωσε
5. ανάμνηση, este brazalete es una reliquia de mi abuela,
αυτό το βραχιόλι είναι μια ανάμνηση από την γιαγιά μου
6. εκφ, ser una reliquia, για άτομο, πράγμα, υτμ, είμαι ένα λείψανο, μια παλιατζούρα,
ese bolso es una reliquia, αυτή η τσάντα είναι μια παλιατζούρα
relicario μτθ ρε-λικ-άριο> λάρ-νακα ή παρα-ληκτ-άριο> θήκη για ληγμένο
1. α, λειψανοθήκη, λάρνακα
derrelicto 1. α, ναυ, πρχ δια-παρα-ληκτο= εγκαταλειμμένο ναυάγιο