DÁCTILO= ΠΡΧ ΔΑΚΤΥΛΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
dáctilo 1. α, λγτ, δάκτυλος μέτρο της αρχαιοελληνικής και ρωμαϊκής ποίησης
dactilar 1. ε, δακτυλικός, -ή, -ó
dactiliforme 1. ε, δακτυλιοειδής, -ή, -ές
dactilografía 1. θ, δακτυλογραφία
dactilografiar 1. ρμ, δακτυλογραφώ
dactilográfico, ca 1. ε, δακτυλογραφικός, -ή, -ό
dactilógrafo, fa 1. α θ, δακτυλογράφος
dactilograma 1. α, δακτυλόγραμμα
dactilología 1. θ, δακτυλολογία
dactiloscopia 1. θ, δακτυλοσκοπία
didáctilo, la 1. ε, ζωλ, διδάκτυλος, -η, -o
perisodáctilo 1. α, ζωλ, περιττοδάκτυλο
sindáctilo, la 1. ε, ζωλ, συνδακυλικός, -ή, -ό, με συνδακτυλία
unidáctilo 1. ε, α θ, μονοδάκτυλος, -η, -o, μονό-χηλος
dátil 1. α, βοτ, καρπός σα δακτυλο ζαρωμένο = χουρμάς
2. δάχτυλο χεριού
3. σνθ, dátil de mar, marino, ζωλ, λιθοδόμος, λιθοφάγος, σωλήνας, δακτύλι
datilado, da 1. ε, που έχει το χρώμα του χουρμά
datilera 1. θ, βοτ, δέντρο χουρμαδιά