DOSIER= ΠΡΧ ΝΤΟΣΙΕ> ΠΛΑΤΗ, ΠΙΣΩ ΜΕΡΟΣ, ΠΡΧ ΔΥΡΡΑΧΙΟ> ΡΑΧΗ,
ΠΡΧ ΠΑΡΑ-ΔΕΙΣΟΣ> ΠΑΡΑ-ΤΟΙΧΟΣ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
dossier, dosier 1. α, ντοσιέ, φάκελος αναφοράς ή με έγγραφα
dorso 1. α, πρχ ντοσιε= πίσω μέρος, πλευρά σε κάτι, πλάτη, όψη, ράχη,
el dorso de la mano, το πίσω μέρος του χεριού
el dorso del sobre, το πίσω μέρος του φακέλου
escribió algo al dorso, en el dorso, έγραψε κάτι στο πίσω μέρος
dorsal 1. ε, που είναι στην πλάτη, νωτιαίος, -α, -ο, ραχιαίος, -α, -ο,
músculos dorsales, ραχιαίοι μύες
espina dorsal, ραχοκοκκαλιά
2. φων, ραχιαίος, -α, -o
3. α, αθλ, νούμερο φανέλας, el dorsal de la camiseta, το νούμερο της φανέλας
4. ανα, ράχη, πλάτη
5. θ, φων, ραχιαίος ήχος
6. γωλ, οροσειρά εδάφους, θαλάσσης, ράχη, dorsal oceánica, ράχη ωκεάνια
7. σνθ, dorsal barométrica, μετ, περιοχή υψηλών πιέσεων, υψηλό βαρομετρικό
posdorsal, postdorsal 1. ε, φων, υπερωικός, -ή, -ó
predorsal 1. ε, ανα, προραχιαίος, -α, -ο
extradós 1. α, ατκ, εξω-ντοσιέ= εξωτερική ράχη
intradós 1. α, ατκ, ενδο-ντοσιέ= εσωράχιο, κατώτερη πλευρά αψίδας
trasdós 1. α, ατκ, μετα-ντοσιέ= εξωτερική καμπύλη τόξου
2. στυλοβάτης
trasdosear 1. ρμ, ατκ, μετα-θέτω δίπλα με ντοσιέ= ενισχύω
dosel 1. α, ντοσιέ = ουρανός κρεβατιού, dosel de cama
2. μτφ, εξώπορτα, σαν ντοσιέ
endoselar 1. ρμ, σκεπάζω με ουρανό
doselete 1. α, ατκ, ουρανός σε αγάλματα
doselera 1. θ, μτφ, κουρτινάκι στο πάνω μέρος παραθύρου
adosado 1. α, μτφ, μονοκατοικία με μεσό-τοίχο (ντοσιέ)
adosar 1. ρμ, θέτω σαν ντοσιε-ντοσιε= τοποθετώ πλάτη με πλάτη κάτι,
adosar un armario a la pared, τοποθετώ μια ντουλάπα με πλάτη στον τοίχο
adosamiento 1. α, τοποθέτηση δύο πραγμάτων πλάτη με πλάτη
2. κατασκευή κτιρίων σε σειρά
adosado, da 1. ε, με επιφάνεια πλαϊνή κολλημένη ή ακουμπημένη, προσαρτημένος, -η, -ο, στηριγμένος, -η, -ο σε κάτι, un armario adosado, μια ντουλάπα προσαρτημένη
2. για κατοικίες που χωρίζεται με μεσοτοιχία, chalé adosado, σαλέ με μεσότοιχο
3. που είναι σε σειρά, casas adosadas, σειρά όμοιων σπιτιών
endosar 1. ρμ, οικ, εν-θέτω στο ντοσιέ> πλάτη κάποιου= πρχ εν-δώσω σε κάποιον, φορτώνω σε κάποιον μια δουλειά, αγγαρεύω, le endosó el trabajo más difícil,
του έδωσε την πιο δύσκολη δουλειά
2. εμπ, γράφω στο ντοσιέ= οπισθογράφω
endoso 1. α, πράξη οπισθογράφησης
2. οπισθογράφηση
endosador, ra 1. α θ, εμπ, οπισθογράφος
endosante 1. ε, α θ, εμπ, οπισθογραφικός, -ή, -ό, οπισθογράφος
endosatario, ria 1. α θ, εμπ, o, η υπέρ ου, ης η οπισθογράφηση
paraíso 1. α, μτφ, παράδεισος, un paraíso tropical, ενας τροπικός παράδεισος
estas montañas son el paraíso de los esquiadores,
αυτά τα βουνά είναι ο παράδεισος των σκιέρ
2. θρη, Παράδεισος
3. θτρ, μτφ, τελευταίος εξώστης
4. σνθ, paraíso fiscal, φορολογικός παράδεισος
paraíso terrestre, επίγειος παράδεισος
paradisiaco, ca, paradisíaco, ca 1. ε, παραδεισένιος, -α, -o,
playa paradisiaca, παραδεισένια παραλία