DOS

DOS= ΠΡΧ ΔΥΟ, ΔΙ-, ΠΡΧ ΑΜ-ΦΙ, ΠΡΧ ΜΠΙ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

dos πρχ δύο

1. ε, για μέτρημα, δύο, pesa dos kilos, ζυγίζει δυο κιλά

dos euros, δύο ευρώ

dos millones, δύο εκατομμύρια

tiene dos años, είναι δυο χρονών

2. δεύτερος σε σειρά, δύο, año dos, χρόνος δεύτερος

για ημερομηνίες, -¿cuándo te vas? – el día dos — πότε φεύγεις; – στις δύο του μηνός

3. εκφ, cada dos por tres, κάθε 2 και 3= κάθε τρεις και λίγο

como dos y dos son cuatro, όπως 2 και 2 κάνουν 4= για κάτι που είναι σίγουρο,

-"La tierra es redonda." η γή είναι στρογγυλή.

-"Exacto, como dos y dos son cuatro." Ακριβώς, όπως 2+2=4 > σίγουρα

el dos de mayo, ιστ, η 2 Μαϊου, επέτειος της εξέγερσης του λαού της Μαδρίτης ενάντια στα στρατεύματα κατοχής του Ναπολέοντα

en un dos por tres, σε 2-3= στο άψε-σβήσε

no hay dos sin tres, δεν έχει 2 ανευ 3= ενός κακού, μύρια έπονται

ya somos dos, οικ, ήδη είμαστε 2= δεν είσαι o μόνος,

-no me gustó la película -ya somos dos – δεν μου άρεσε η ταινία – δεν είσαι ο μόνος

dos 1. αντωνυμία για άτομα, δύο, vinieron dos, ήρθαν δύο

2. α θ, οι δύο, los dos son atletas, οι δυο τους είναι αθλητές

3. α, δύο, escribe un dos, γράψε ένα δύο

2. για ημερομηνίες, διευθύνσεις, δύο, nació un dos de marzo,

γεννήθηκε στις δύο Μαρτίου

vive en el dos de la plaza Mayor, μένει στο νούμερο δύο της Πλάθα Μαγιόρ

3. σε παιχνίδια, δύο, δυάρι, el dos de diamantes, το δύο καρό

tengo todos los doses, έχω όλα τα δυάρια

4. θ πλ, για ώρα, las dos menos diez, δύο παρά δέκα

las dos y cuarto, δύο και τέταρτο

las dos y media, δύο και μισή

entredós πρχ ενδο-δύο

1. α, ρπτ, αντραντές

2. έπιπλο βιτρίνα, μεταξύ δύο παραθύρων, θυρών

3. τυπ, κενό μεταξύ 2 άρθρων, στηλών

deuce 1. α, τένις, πρχ ντεουσε> δύο-ίσα> ισο-παλία

dual 1. ε, διπλός, -ή, -ó, διττός, -ή, -ó, personalidad dual, διπλή προσωπικότητα

2. γρμ, δυϊκός, -ή, -ό

3. τηλ, δυαδικός, -ή, -ó, sistema dual, δυαδικό σύστημα

4. α, δυϊκός αριθμός

dualidad 1. θ, συνύπαρξη 2 πραγμάτων σε κάτι= δυαδικότητα, διττότητα

2. χημ, διμορφισμός

dualismo 1. α, δυαδικότητα, διττότητα

2. φλφ, δυαρχία, δυϊσμός, δυαδισμός, δυαλισμός

3. ιστ, θρη, διφυσισμός

dualista 1. ε, α θ, δυϊστικός, -ή, -ό, δυϊστής

dúo 1. α, ντουέτο, los dos jugadores formaban un dúo muy fuerte,

οι δυο παίκτες έκαναν ένα ντουέτο πολύ δυνατό

2. μσκ, ντουέτο, interpretaron un dúo, ερμήνευσαν ένα ντουέτο

un dúo de guitarristas ένα ντουέτο κιθαριστών

3. εκφ, a dúo, τραγουδώ, παίζω, σε ντουέτο,

los dos guitarristas tocaron a dúo un bolero,

οι δυο κιθαριστές έπαιξαν σε ντουέτο ένα μπολερό

ή κάνω κάτι ταυτόχρονα, με μια φωνή, contestaron a dúo, απάντησαν με μια φωνή

duodecimal 1. ε, μαθ, δωδεκαδικός, -ή, -ό

duodécimo, ma 1. ε, για διαίρεση, σειριοποίηση, δωδέκατος, -η, -o,

el duodécimo lugar, η δωδέκατη θέση

2. α θ, αντωνυμία ατόμων, δωδέκατος, -τη, yo soy el duodécimo, εγώ είμαι ο δωδέκατος

duodécimo 1, α, δωδέκατο, un duodécimo del total, το ένα δωδέκατο του συνόλου

duodenal 1. ε, ανα, δωδεκα-δακτυλικός, -ή, -ό

duodenitis 1. θ, ανα, δωδεκαδακτυλίτιδα

duodeno 1. α, ανα, δωδεκαδάκτυλος

duodenotomía 1. θ, ιατ, τομή στον δωδεκαδάκτυλο

duodeno, na 1. ε, α θ, δωδέκατος, -η, -o

duopolio 1. α, οκν, δυο-πώλιο

dueto 1. α, ντουέτο

aduja 1. θ, ναυ, πρχ αντου-χα> δια-σχοινο= κουλούρα, σπείρα του σχοινιού

adujar 1. ρμ, ναυ, πρχ δια-σχοινίζω= τυλίγω με σχοινί

diada 1. θ, λογ, δυάδα ατόμων

2. εκφ, La Diada de Cataluña, Εθνική γιορτή της Καταλονίας, που γιορτάζεται στις 11 Σεπτεμβρίου, επέτειο της ήττας των καταλανικών στρατευμάτων

dicroto 1. ε, α, ιατ, δίκροτος, -η, -o, δίκροτος σφυγμός

didimio 1. α, μτλ, διδύμιο

dídimo, ma 1. ε, βοτ, δίδυμος, -η, -o

dídimo 1. α, ανα, όρχις

diplejía 1. θ, ιατ, διπληγία

neodimio 1. α, χημ, νεοδύμιο

duelo πρχ δύο-λατώ> αντι-λατώ ή αντι-λαλώ= δύο άτομα που μάχονται

1. α, μονομαχία, un duelo con pistola, μονομαχία με πιστόλι

un duelo a muerte, μονομαχία μέχρι θανάτου

2. μτφ, μονομαχία, un duelo dialéctico, μια λογομαχία

el duelo entre los dos equipos por ganar la copa,

μονομαχία μεταξύ των δύο ομάδων για το κύπελλο

3. εκφ, batirse en duelo, χτυπιέμαι σε μονομαχία, μονομαχώ

desafiar, retar a alguien a un duelo, προκαλώ κάποιον σε μονομαχία

duelista 1. α θ, πρχ δυα-διστης> άτομο σε μονομαχία ή διαμάχη για κάτι, μονομάχος

2. α, άτομο που ξέρει τους κανόνες της μονομαχίας και επιτηρεί

3. άτομο που προκαλεί εύκολα τους άλλους σε διαμάχη, διχόνοια

4. μτφ, άτομο που προκαλεί εύκολα τους άλλους, προκλητικός, -ή

bicarpelar 1. ε, βοτ, πρχ αμφι-καρπό-φυλλο= με δύο καρπόφυλλα

bicloruro 1. α, χημ, διχλωρίδιο, διχλωριούχο άλας

bicoquete 1. α, πρχ αμφι-κασκετο= σκούφος με δύο άκρες που καλύπτουν τα αυτιά

bidente 1. ε, πρχ αμφι-δοντο> δι-δοντος, -η, -ο= που έχει δύο δόντια

2. α, δικράνι, διχάλα

bidimensional 1. ε, δισδιάστατος, -η, -o

bidireccional 1. ε, αμφίδρομος, -η, -o, αμφιδρομικός, -ή, -ό, αμφικατευθυντήριος, -α, -ο,

δύο κατευθύνσεων

bilarciasis 1. θ, ιατ, σχιστοσωμίαση

bilharziosis 1. θ, ιατ, σχιστοσωμίαση

bífora 1. θ, ατκ, αμφι-φορο= δίλοβο παράθυρο στεφανωμένο με αψίδα

binodo 1. α, ηκτ, πρχ αμφι-οδο= διπλή άνοδος, διπλή δίοδος

biombo 1. α, πρχ αμφι-βολο= παραβάν

bíparo, ra 1. ε, βοτ, πρχ αμφι-πτερο= δισχιδής, -ής, -ές

bipinnado, da 1. ε, βιο, πρχ αμφι-πτηνο= δις πτεροσχιδής, -ής, -ές

biquini, bikini 1. α, μπικίνι μαγιό

2. μτφ, τοστ

bina 1. θ, αγρ, πρχ αμφι-νομή ή δι-βολία= δεύτερη άροση, διβόλισμα, δευτέρωμα

binar 1. ρμ, αγρ, διβολίζω, δευτερώνω

2. ρα, θρη, για ιερέα, κάνω 2 λειτουργίες ίδια μέρα

binación 1. θ, θρη, δύο λειτουργίες την ίδια μέρα για ιερέα

binador 1. α, αγρ, διβολάρης, αυτός που διβολίζει

2. δι-βολάρι= εργαλείο διβολίσματος, άροτρο

binadora 1. θ, αγρ, μηχανή διβολίσματος.

binadura 1. θ, αγρ, δεύτερη άροση, διβόλισμα, δευτέρωμα

binazón 1. θ, αγρ, δεύτερη άροση, διβόλισμα, δευτέρωμα

binario, ria 1. ε, πλφ, δυαδικός, -ή, -ó

2. μσκ, αστρ, διπλός, -ή, -ό

rebinar 1. ρμ, αγρ, πρχ περι-βολίζω= τριβολίζω

rebina 1. θ, αγρ, τριβόλισμα

combinada 1. θ, αθλ, κομπινέ, αγώνισμα με πολλαπλά αθλήματα

combinado 1. α, κοκτέιλ, combinado de vodka, κοκτέιλ βότκας

2. ανάμεικτο παγωτό

3. αθλ, μεικτή ομάδα

combinador 1. α, συνδυαστής σε κάτι

combinatoria 1. θ, μαθ, συνδυαστική

combinatorio, ria 1. ε, μαθ, συνδυαστικός, -ή, -ó

combinar πρχ κο-μπινάρω= συν-δυάζω κάτι

1. ρμ, συνδυάζω, La última novela del escritor combina fantasía y humor a la perfección,

Το τελευταίο μυθιστόρημα του συγγραφέα συνδυάζει τέλεια τη φαντασία και το χιούμορ

Para darle un sabor más exótico, puedes combinar distintas especias,

Για να του δώσετε μια πιο εξωτική γεύση, μπορείτε να συνδυάσετε διάφορα μπαχαρικά

2. συνδυάζω> ενώνω ιδέες, κριτήρια, combinar posturas, ενώνω απόψεις

3. συνδυάζω, ταιριάζω, Si combinas ese negro con ese amarillo, te verás como un taxi,

Αν συνδυάσεις αυτό το μαύρο με αυτό το κίτρινο, θα μοιάζεις με ταξί

A mí no me parece buena idea combinar las cortinas con el papel de la pared,

Δεν νομίζω ότι είναι καλή ιδέα να ταιριάξεις τις κουρτίνες με την ταπετσαρία

4. διευθετώ, ρυθμίζω ωράρια, horarios

5. αθλ, συνδυάζω σε ποδόσφαιρο, αλλάζω την μπάλα μεταξύ παικτών

6. ρα, συνδυάζεται, ταιριάζει, ¿Crees que el azul combina con el negro?

Πιστεύεις ότι το μπλε ταιριάζει με το μαύρο;

7. ραντ, για 2 ή παραπάνω άτομα, συνδυάζονται, συντονίζονται για να κάνουν κάτι,

συντονίζομαι, los ejércitos se combinaron para poner en marcha el ataque,

οι στρατοί συντονίστηκαν για την εφαρμογή της επίθεσης

8. χημ, κάνω αντίδραση

combinación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του combinar, combinarse

2. συνδυασμός στοιχείων, πραγμάτων, αριθμών, χρωμάτων,

una combinación de colores, ένας συνδυασμός χρωμάτων

una combinación de estilos, ένας συνδυασμός διαφόρων στυλ

3. συγκοινωνία για μέσα μεταφοράς, hay muy mala combinación para ir al aeropuerto,

έχει πολύ άβολη συγκοινωνία για να πάει κανείς στο αεροδρόμιο

4. ρούχο κομπινεζόν

5. συνδυασμός ποτών= κοκτέιλ

6. συνδυασμός, la combinación de la caja fuerte, ο συνδυασμός του χρηματοκιβωτίου

combinado, da 1. ε, συνδυασμένος, -η, -o, σύνθετος, -η, -o

combi 1. α, ψυγειοκαταψύκτης

recombinación 1. θ, βιο, ανασυνδυασμός

bis πρχ αμφί= να γίνει ξανά

1. α, επανάληψη ερμηνείας σε θέαμα μουσικό, θεατρικό, κι άλλο!, μπιζ, μπις

el público pedía un nuevo bis, το κοινό ζητούσε ενα νέο μπις

2. ε, μιμητικός, -ή, -ό, ρέπλικα, Juan es Borges bis, ο χουάν είναι Μπόρχες μιμητικός

3. επρ, μσκ, δίς, στις παρτιτούρες, σημείο που σημαίνει επανάληψη

4. επφ, μπις, για να ξαναπαιχτεί κάτι σε θέαμα, μουσική

5. επρ, σε αρίθμηση, βήτα, viven en el 10 bis de esta misma calle,

μένουν στο 10 B αυτού του δρόμου

bisar 1. ρμ, κάνω μπίς, ανκόρ, παίζω ξανά ερμηνεία σε θέαμα

bit 1. α, πλφ, μπιτ δυαδικό ψηφίο

2, σνθ, bit de paridad, μπιτ ισοτιμίας

bit extra, έξτρα μπιτ

bit por segundo, μπιτ ανά δευτερόλεπτο

byte 1. α, πλφ, μπάιτ, δυαδική λέξη

veinte πρχ μπε-ιντε> 20-στη> όπως τρε-ιντα> τρι-αντα> 30

1. ε, για μέτρημα, είκοσι, veinte personas είκοσι άτομα

tiene veinte años, είναι είκοσι χρονών

2. για ταξινόμηση, είκοσι, página veinte, σελίδα είκοσι

el día veinte, στις είκοσι του μηνός

los años veinte, η δεκαετία του είκοσι

unos veinte, καμιά εικοσαριά

3. α, αριθμός είκοσι, εικοσάρι, dibuja un veinte, ζωγράφισε ένα είκοσι, εικοσάρι

4. για ημερομηνίες, διευθύνσεις, el veinte de marzo, στις είκοσι Μαρτίου

5. εκφ, cantar las veinte, στο παιχνίδι της ισπανικής τράπουλας «tute», όταν κάποιος έχει βασιλιά και άλογο του ίδιου χρώματος

veintavo, va 1. ε, εικοστός, -ή, -ó

veintavo 1. α, εικοστό

veinteavo, va 1. ε, εικοστός, -ή, -ó

veinteavo 1. α, εικοστό

veintena 1. θ, εικοσάδα, εικοσαριά, seremos una veintena, θα είμαστε καμιά εικοσαριά

2. εκφ, andar por la veintena, βαδίζει προς> θα είναι καμιά εικοσαριά, κάπου είκοσι χρονών

veinteno, na 1. ε, εικοστός, -ή, -ó

veintésimo, ma 1. ε, εικοστός, -ή, -ó, για θέση σε σειρά, el veintésimo puesto,

η εικοστή θέση

2. για μέρος απο κάτι, la veintésima parte del total, το ένα εικοστό του συνόλου

3. α θ, εικοστός, εικοστή

veintésimo 1. α, εικοστό

veintidós 1. ε, για μέτρημα, είκοσι δύο, veintidós personas, είκοσι δύο άτομα

2. για ταξινόμηση, είκοσι δύο, el día veintidós, στις είκοσι δύο του μηνός

3. α, είκοσι δύο, luce el veintidós en la camiseta, φοράει το είκοσι δύο στη φανέλα

4. για ημερομηνίες, διευθύνσεις, είκοσι δύο, estamos a veintidós de marzo,

έχουμε, είναι είκοσι δύο Μαρτίου

vive en el veintidós de la calle Toledo, μένει στον αριθμό είκοσι δύο της οδού Τολέδο

veintitrés 1. ε, είκοσι τρεις, -εις, -ία

2. α, είκοσι τρία

veinticuatro 1. ε, είκοσι τέσσερα

2. α, είκοσι τέσσερα

veinticinco 1. ε, είκοσι πέντε

2. α, είκοσι πέντε

veintiséis 1. ε, είκοσι έξι

2. α, είκοσι έξι

veintisiete 1. ε, είκοσι επτά

2. α, είκοσι επτά

veintiocho 1. ε, είκοσι οκτώ

2. α, είκοσι οκτώ

veintinueve 1. ε, είκοσι εννιά

2. α, είκοσι εννιά

veintitantos, tas, ventitantos, tas πρχ εικοσι-τόσοι

1. ε, για μέτρημα, είκοσι και (κάτι), veintitantos personas, πάνω από είκοσι άτομα

2. για ταξινόμηση, είκοσι και κάτι, estamos por la página veintitantas,

είμαστε στη σελίδα είκοσι και κάτι

veintiún 1. ε, είκοσι ένας, είκοσι μία, είκοσι ένα, tener veintiún relojes,

έχω είκοσι ένα ρολόγια

veintiuna 1. θ, παιχνίδι εικοσιμία, εικοσιένα

veintiuno, na 1. ε, είκοσι ένας, είκοσι μία, είκοσι ένα, veintiuna personas,

είκοσι ένα άτομα

2. για ταξινόμηση, είκοσι ένας, είκοσι μία, είκοσι ένα, el día veintiuno,

στις είκοσι μία του μηνός

página veintiuna, σελίδα είκοσι ένα

3. α, είκοσι ένα, luce el veintiuno en la camiseta, φοράει τη φανέλα με το είκοσι ένα

4. για ημερομηνίες, διευθύνσεις, είκοσι ένας, είκοσι μία, είκοσι ένα,

veintiuna mil personas, είκοσι μία χιλιάδες άτομα

5. για ταξινόμηση, είκοσι ένας, είκοσι μία, είκοσι ένα, estamos a veintiuno de marzo,

έχουμε, είναι είκοσι μία Μαρτίου

vive en el número veintiuno de la calle Toledo,

μένει στον αριθμό είκοσι ένα της οδού Τολέδο

vintén 1. α, νόμισμα της Ουρουγουάης αξίας 2 λεπτών του πέσο

vigesimal 1. ε, εικοσαδικός, -ή, -ó, números vigesimales, εικοσαδικοί αριθμοί

vigésimo, ma 1, ε, για ταξινόμηση, διαίρεση, εικοστός, -ή, -ó,

hoy es su vigésimo aniversario, σήμερα είναι η εικοστή επέτειός του

terminó vigésimo, τερμάτισε εικοστός

me toca una vigésima parte, μου αναλογεί το ένα εικοστό

Scroll to Top