CURAR= ΠΡΧ ΚΟΥΡΑΡΩ> ΦΡΟΝΤΙΖΩ, ΠΡΧ ΝΕΩ-ΚΟΡΟΣ= ΠΟΥ ΦΡΟΝΤΙΖΕΙ ΤΟΝ ΝΑΟ,
ΠΡΧ ΚΟΥΡΑΡ> ΚΟΥΙΔΑΡ> ΚΗΔΕΥΩ> ΦΡΟΝΤΙΖΩ,
ΠΡΧ ΚΟΥΡΙΕΡ> ΤΡΕΧΩ ΜΕ ΤΟ ΝΟΥ, ΠΕΡΙΕΡΓΑΖΟΜΑΙ, ΠΡΧ ΣΙΓΟΥΡΟΣ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
seguro, ra πρχ σίγουρος
1. ε, χωρίς κίνδυνο, ρίσκο, σίγουρος, -η, -o, ασφαλής, -ής, -ές,
esa silla no es segura, αυτή η καρέκλα δεν είναι ασφαλής,
El lugar más seguro de la casa durante un tornado es el sótano,
Το πιο ασφαλές μέρος στο σπίτι κατά τη διάρκεια ενός ανεμοστρόβιλου είναι το υπόγειο
2. που θα συμβεί σίγουρα, σίγουρος, -η, -o, le espera una muerte segura,
τον περιμένει ένας θάνατος σίγουρος
3. χωρίς αμφιβολία για κάτι, σίγουρος, -η, -ο, estoy seguro que ocurrirá,
είμαι σίγουρος πως θα συμβεί
4. για άτομο με αυτοπεποίθηση, σίγουρος, η, -o, se ve alguien muy seguro,
φαίνεται άτομο με μεγάλη αυτοπεποίθηση
5. που δεν αποτυγχάνει, σίγουρος, -η, -ο, es un remedio seguro, είναι ενα φάρμακο σίγουρο
6. σίγουρος, -η, -ο, ¿Estás seguro que quieres nadar con tiburones?
Είσαι σίγουρος ότι θέλεις να κολυμπήσεις με καρχαρίες;
7. αξιόπιστος, -η, -ο, Él no es una fuente de información segura,
Αυτός δεν είναι μια αξιόπιστη πηγή πληροφοριών
8. εκφ, a buen seguro, de seguro, σίγουρα, χωρίς αμφιβολία
¿crees que vendrá? – a buen seguro, de seguro, νομίζεις ότι θα έρθει; σίγουρα
dar algo por seguro, το θεωρώ σίγουρο, έχω κάτι σίγουρο
dan por seguro que van a ganar, το έχουν σίγουρο πως θα νικήσουν
estar seguro (de algo), είμαι σίγουρος (για κάτι) ¿estás seguro? είσαι σίγουρος;
sobre seguro, στα σίγουρα, prefiero ir sobre seguro, προτιμώ να πηγαίνω στα σίγουρα
tener algo por seguro, είμαι σίγουρος για κάτι, το έχω σίγουρο
ten por seguro que irá, έχε για σίγουρο ότι θα πάει
seguro 1. α, συμβόλαιο ασφαλείας, seguro de vida, ασφάλεια ζωής,
seguro de incendios, ασφάλιση πυρός
seguro de hogar, ασφάλιση κατοικίας
2. σύρτης ασφαλείας, el seguro de la puerta, ο σύρτης της πόρτας
3. ασφάλεια όπλου
4. αυτ, μηχανισμός κλειδώματος
5. σνθ, seguro de enfermedad, ασφάλιση ασθένειας
seguro de incapacidad, ασφάλεια αναπηρίας
seguro del automóvil, ασφάλεια αυτοκινήτου
seguro a terceros, ασφάλεια έναντι τρίτων
seguro a todo riesgo, ασφάλεια κατά παντός κινδύνου
seguro de accidentes, ασφάλιση ατυχημάτων
seguro de asistencia en viaje, ασφάλιση ταξιδιού
seguro de desempleo, ασφάλιση ανεργίας
6. εκφ, contratar, hacerse un seguro, συνάπτω, κάνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο
echar, poner el seguro, αυτ, βάζω ασφάλειες, κλειδώνω
ir al seguro, πάω σε γιατρό του Ταμείου
seguro 1. επρ, σίγουρα, αναμφίβολα, οπωσδήποτε, no lo sé seguro, δεν το ξέρω σίγουρα
seguramente 1. επρ, μάλλον, σχεδόν σίγουρο, seguramente vendrá, μάλλον θα έρθει
2. με σιγουριά, αυτοπεποίθηση, Habló ante el auditorio con gracia y seguramente,
Μίλησε στο κοινό με χάρη και αυτοπεποίθηση
seguridad 1. θ, ιδιότητα του seguro, ασφάλεια, σιγουριά,
Los bomberos evacuaron el edificio por motivos de seguridad,
Οι πυροσβέστες εκκένωσαν το κτίριο για λόγους ασφαλείας
Este trabajo me da la seguridad económica que necesito,
Αυτή η δουλειά μου δίνει την οικονομική ασφάλεια που χρειάζομαι
Tengo la seguridad de haber obrado bien, Έχω την σιγουριά πως έχω πράξει, πάει καλά
2. σνθ, seguridad privada, ιδιωτική ασφάλεια
Seguridad Social, Κοινωνική Ασφάλιση
seguridad vial, οδική ασφάλεια
seguridad ciudadana, ασφάλεια του πολίτη
seguridad del empleo, εργασιακή ασφάλεια
seguridad en sí mismo, σιγουριά στον εαυτό μου
5. εκφ con seguridad, χωρίς κίνδυνο, με ασφάλεια, με σιγουριά
recomendaciones para trabajar con seguridad, συστάσεις για εργασία με ασφάλεια
με βεβαιότητα, σιγουριά για κάτι, no lo sé con seguridad, δεν το ξέρω με βεβαιότητα
Puedo decir con seguridad completa que el trabajo es tuyo,
Μπορώ να πω με απόλυτη σιγουριά ότι η δουλειά είναι δική σας
με εμπιστοσύνη, σιγουριά, actua con mucha seguridad, ενεργεί με μεγάλη σιγουριά
segurata 1. α θ, σεκιούριτι, φύλακας
inseguro, ra πρχ α-σίγουρος
1. ε, ανασφαλής, -ές, -ή, επισφαλές, -ής, -ή, αβέβαιος, -η, -o,
Con la crisis actual, nuestro futuro en la empresa es inseguro,
Με την τρέχουσα κρίση, το μέλλον μας στην εταιρεία είναι επισφαλές
2. για μέρος, ανασφαλής, -ής, -ές, esta ciudad es insegura, αυτή η πόλη είναι ανασφαλής
La estructura del edificio es insegura, Η δομή του κτιρίου είναι μη ασφαλής
3. για άτομο, ανασφαλής, -ής, -ές, es muy inseguro, είναι πολύ ανασφαλής
4. α θ, ανασφαλές άτομο
inseguridad 1. θ, ανασφάλεια, cada vez hay más inseguridad en las ciudades,
κάθε φορά υπάρχει ολοένα και μεγαλύτερη ανασφάλεια στις πόλεις
la inseguridad de María, η ανασφάλεια της Μαρίας
2. σνθ, inseguridad ciudadana, ανασφάλεια των πολιτών
inseguramente 1. επρ, ανασφαλώς
asegurar πρχ σιγουρεύω
1. ρμ, σιγουρεύω κάτι στο χώρο, σταθεροποιώ, aseguró el balcón con soportes,
σιγούρεψε το μπαλκόνι με στηρίγματα
2. σιγουρεύω πως θα συμβεί κάτι, διαβεβαιώνω, me aseguró que viene mañana,
με διαβεβαίωσε πως έρχεται αύριο
Te aseguro que nos vamos a divertir en la fiesta,
Σε διαβεβαιώνω πως θα διασκεδάσουμε στο πάρτι
El alcalde aseguró que los impuestos se reducirían,
Ο δήμαρχος διαβεβαίωσε ότι οι φόροι θα μειωθούν
3. νομ, σιγουρεύω κάτι, ασφαλίζω, aseguró las joyas, ασφάλισε τα κοσμήματα
4. σιγουρεύω χώρο απο απειλή, εχθρό, ασφαλίζω, aseguró el país de un ataque,
ασφάλισε την χώρα απο επίθεση
Aseguramos la puerta con cuatro cerraduras para estar seguros,
Ασφαλίσαμε την πόρτα με τέσσερις κλειδαριές για να είμαστε ασφαλείς
5. ραντ, σιγουρεύομαι για κάτι, εξασφαλίζω πλήρως κάτι, ασφαλίζεται,
con esta puerta se asegura la casa, με αυτήν την πόρτα ασφαλίζεται το σπίτι
6. σιγουρεύομαι= πιάνομαι, κρατιέμαι απο κάτι, asegúrate a la barandilla,
πιάσου από την μπάρα
7. asegurarse de, σιγουρεύομαι ότι, asegúrate de cerrar bien la puerta,
σιγουρέψου πως έκλεισες καλά την πόρτα
¿Te aseguraste de que tienes las llaves? Σιγουρεύτηκες πως έχεις τα κλειδιά;
aseguramiento 1. α, νομ, ασφάλιση
2. πράξη και αποτέλεσμα του asegurar
asegurado, da 1. ε, νομ, ασφαλισμένος, -η, -o, casa asegurada contra incendio,
σπίτι ασφαλισμένο ενάντια σε πυρκαγιά
2. α θ, ασφαλισμένος, -η
asegurador, ra 1. ε, νομ, ασφαλιστικός, -ή, -ό, compañía aseguradora, ασφαλιστική εταιρεία
2. α θ, ασφαλιστής, -ια, trabaja como asegurador, δουλεύει ως ασφαλιστής
3. ε, διαβεβαιωτικός, -ή, -ό
aseguradora 1. θ ασφαλιστική εταιρεία
reasegurar 1. ρμ, αντασφαλίζω
reaseguro 1. α, αντασφάλιση
reasegurador, a 1. α θ, αντασφαλιστής
cura πρχ νεω-κόρος= αυτός που φροντίζει τον ναό> μτφ, ιερέας, πρχ κουρά> ιερέας
πρχ κ-ουρα> κ-ιερέας, πρχ κουρα> κληρι-κος
1. α, παπάς, κληρικός, ιερέας, El cura ofreció la misa el domingo por la mañana,
Ο ιερέας πρόσφερε λειτουργία το πρωί της Κυριακής
2. εφημέριος καθολικός
3. σνθ, cura de misa y olla, αγράμματος ιερέας
cura obrero, ιερέας-λειτουργός
cura párroco, εφημέριος
cura rural, ιερέας της ενορίας στην ύπαιθρο
4. εκφ, como a un cura dos pistolas, σαν σε ενα παπά 2 πιστόλια= αταίριαστο, παράταιρο
esa camisa te sienta como a un cura dos pistolas,
αυτό το πουκάμισο σου κάθεται παράταιρο
este cura, μτφ, αυτός ο ιερέας= η αφεντιά μου
meterse a cura, γίνομαι παπάς
curato πρχ κουράτο> κληρικάτο
1. α, θρη, εφημερία ιερέα σε ποίμνιο
2. ενορία
cura πρχ κουρά= ίαση, φροντίδα
1. θ, θεραπεία, ίαση σε αρρώστια, Los médicos están buscando una cura para el ébola,
Οι γιατροί αναζητούν θεραπεία για τον Έμπολα
2. φροντίδα, θεραπευτική αγωγή, ¿Estás seguro de que esta cura me ayudará?
Είσαι σίγουρος ότι αυτή η θεραπεία θα με βοηθήσει;
3. σνθ, cura de adelgazamiento, αγωγή αδυνατίσματος
cura de desintoxicación, αποτοξίνωση, θεραπεία απεξάρτησης
curas médicas, ιατρική φροντίδα
cura de humildad, επίδειξη ταπεινοφροσύνης
cura de urgencia, πρώτες βοήθειες
cura milagrosa, θαυματουργή θεραπεία
cura de almas, θρη, θεραπεία ψυχών
4. εκφ, no tener cura, κυρ, μτφ, δεν έχει κουρά, ίαση, γιατρειά, είμαι ανίατος, αδιόρθωτος
una enfermedad que no tiene cura, μια ασθένεια που δεν έχει ίαση
este chico no tiene cura, αυτό το παιδί είναι αδιόρθωτο
curar πρχ κουράρω κάποιον
1. ρμ, θεραπεύω, γιατρεύω, el jarabe te cura la tos, το σιρόπι σου θεραπεύει τον βήχα
El oncólogo no pudo curar el cáncer que tenía,
Ο ογκολόγος δεν μπόρεσε να θεραπεύσει τον καρκίνο που είχε
μτφ, γιατρεύω, el tiempo cura la tristeza, o χρόνος γιατρεύει την λύπη
2. κουράρω, φροντίζω πληγή, επουλώνω, Esta pomada ayudará a curar la herida,
Αυτή η αλοιφή θα βοηθήσει στο να επουλώσει την πληγή
No le curan bien la herida y tardará en cicatrizar,
Δεν φροντίζουν καλά την πληγή και θα χρειαστεί χρόνος για να επουλωθεί
3. μτφ, πρχ κουραρ> κσηραίνω> ξηραίνω, αποξηραίνω τρόφιμο,
Aprendí a curar jamón cuando vivía en La Mancha,
Έμαθα να ξηραίνω το χοιρομέρι όταν ζούσα στη Λα Μάντσα
4. μτφ, κουράρω δέρματα= δέφω
5. ξυλ, μτφ, επεξεργάζομαι ξύλο
6. ρα, ραντ, κουράρομαι, θεραπεύομαι, γιατρεύομαι, επουλώνομαι,
Me alegra que estés aquí, pensé que nunca curarías,
Με χαροποιεί να είσαι εδώ, νόμιζα ότι δεν θα θεραπευόσουν ποτέ
Ya ha curado, pero aún no ha vuelto al trabajo,
Έχει ήδη θεραπευτεί, αλλά ακόμα δεν έχει επιστρέψει στη δουλειά
Espero que tu hermano se cure pronto. Estamos todos rezando por él,
Ελπίζω ο αδερφός σου να θεραπευτεί σύντομα. Όλοι προσευχόμαστε γι’ αυτόν
curación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του curar, curarse, θεραπεία, αγωγή, επούλωση
2. κουρά> ανάπαυση ασθενή
3. μτφ, αποξήρανση τροφίμων
4. ξυλ, επεξεργασία
5. βυρσοδεψία
sobrecurar 1. ρμ, πρχ επι-κουράρω= θεραπεύω επιφανειακά
curable 1. ε, ιατ, ιάσιμος, -η, -ο, θεραπεύσιμος, -η, -ο
curabilidad 1. θ, ιασιμότητα
incurabilidad 1. θ, ανίατο
incurable 1. ε, α θ, ανίατος, -η, -ο, αθεράπευτος, -η, -ο
curado, da πρχ κουραρισμένο
1. ε, θεραπευμένος, -η, -o, ya está curado, πλέον είναι θεραπευμένος
2. μτφ, για τρόφιμο, δέρμα, αποξηραμένος, -η, -o, jamón curado, χοιρομέρι αποξηραμένο
curado 1. α, ξήρανση, αποξήρανση τροφίμων, δερμάτων
2. εκφ, estar curado de espanto, οικ, μτφ, είμαι κουραρισμένος με φόβο= έχω πάθει ανοσία después de ir a la guerra, ya estoy curado de espanto,
αφ’ ότου πήγα στον πόλεμο, δε με φοβίζει τίποτα
curador, ra 1. ε, θεραπευτικός, -ή, -ó, remedio curador, θεραπευτική αγωγή
2. α θ, θεραπευτής, -ια
3. αποξηρωτής, -ια για κρέας, ψάρι
4. νομ, επιμελητής, -ια, κηδεμόνας, επειδή κουράρει, φροντίζει κάποιον
5. σνθ, curador ad bona, διαχειριστής περιουσίας
curador ad litem, νόμιμος, κατά νόμον κηδεμόνας
curativo, va 1. ε, θεραπευτικός, -ή, -ό, ιαματικός, -ή, -ό
curatela 1. θ, νομ, επιτροπεία, κηδεμονία
incuria 1. θ, πρχ ανευ-κουράς= λογ, ακηδία, αμέλεια, αδιαφορία, ατημέλεια,
hace su trabajo mal y con incuria, κάνει την δουλειά του άσχημα και με αμέλεια
incurioso, sa 1. ε, α θ, αδιάφορος, -η, -o, αμελής, -ής, -ές, ατημελής, -ή, -ές
2. απεριποίητος, -η, -ο, ατημέλητος, -η, -ο
curaduría 1. θ, πρχ κουράρισμα ή κηδεμονία= νομ, επιτροπεία, επιμέλεια
curalotodo 1. α, πρχ το κουράρει όλο= πανάκεια, Ojalá existiera un curalotodo para todas las enfermedades conocidas, Μακάρι να υπήρχε μια θεραπεία για όλες τις γνωστές ασθένειες
curandería 1. θ, πρχ κουραρι-στική= πρακτική ιατρική
curanderismo 1. α, πρχ κουραρ-ισμός= κομπογιαννιτισμός
curandero, ra 1. α θ, κομπογιαννίτης, -ια
curita 1. θ, πρχ τσιρότο
sinecura 1. θ, πρχ ανευ-κουρά (φροντίδας)= εργασία χωρίς τρέξιμο, αργομισθία
curasao 1. α, λικέρ κουρασάο
procurar πρχ προ-κουράρω= φροντίζω για κάτι, προσπαθώ,
πρχ κουραρ< κουιδαρ< κηδεύω< φροντίζω
1. ρμ, προσπαθώ, φροντίζω, procura dormir, προσπάθησε να κοιμηθείς
Procura ser más cuidadoso la próxima vez, ¿de acuerdo? Podrías lastimarte.
Προσπάθησε να είσαι πιο προσεκτικός την επόμενη φορά, εντάξει; Μπορεί να πληγωθείς
Por favor, procura que los niños no coman nada con azúcar antes de acostarse
Σε παρακάλώ, φρόντισε τα παιδιά να μην φάνε τίποτα με ζάχαρη πριν πάνε για ύπνο
2. πρχ προκουραρ> προχουραρ> παρεχω, φροντίζω να έχει κάτι, εξασφαλίζω,
Nos procuraron todo lo que necesitábamos, Μας παρείχαν όλα όσα χρειαζόμασταν
la empresa me procura todo, η εταιρία μου παρέχει τα πάντα
3. procurar por, προ-κουράρω υπέρ > ασχολούμαι με, φροντίζω για, sólo procuras por ti,
μόνο προ-κουράρεις> ασχολείσαι με τον εαυτό σου
4. νομ, προ-κουράρω αντι κάποιου= αντιπροσωπεύω κάποιον
5. ραντ, προ-κουράρομαι= φροντίζω για μένα, αποκτώ, πετυχαίνω,
se procuró un trabajo maravilloso, πέτυχε δουλειά εξαιρετική
procuración 1. θ, πληρεξουσιότητα, εξουσιοδότηση
2. δικηγορία
3. επιμέλεια, φροντίδα σε χειρισμό επιχειρήσεων
procura προ-κουράρισμα για κάτι, πράξη και αποτέλεσμα του procurar
1. θ, προσπάθεια , απόπειρα
2. νομ, πληρεξουσιότητα
3. θρη, προμήθεια, εφοδιασμός
procurador, ra 1. α θ, δικηγόρος, που κουράρει για κάποιον
2. θρη, οικονομικός διαχειριστής μονής, προκουράτορας
procurador 1. α, αρχ σφραγιδοφύλακας
procuraduría 1. νομ, δικηγορία
2. δικηγορικό γραφείο
3. θρη, αξίωμα οικονομικού διαχειριστή μονής, προκουράτορα
curioso, sa πρχ που κουράρει, κηδεύει> φροντίζει για όλα, πρχ κουριερ> τρέχω με το νου
1. ε, που κάνει τα πάντα με προσοχή, μεράκι, με κουρά, επιμελής, -ές, -ή,
es muy curioso con sus deberes, είναι πολύ επιμελής με τα καθήκοντα του
Era una persona muy curiosa y ordenada para sus cosas,
Ήταν πολύ επιμελής και οργανωμένος άνθρωπος με τα πράγματά του
2. μτφ, που φροντίζει να τα μαθαίνει όλα= περίεργος, -η, -o, αδιάκριτος, -η, -ο,
no seas curioso y deja de mirar por la ventana,
μην είσαι περίεργος και άσε να κοιτάς απο το παράθυρο
Los niños son curiosos por naturaleza y no dejan de hacer preguntas,
Τα παιδιά είναι από τη φύση τους περίεργα και δεν σταματούν ποτέ να κάνουν ερωτήσεις
3. μτφ, περίεργος, -η, -ο, αλλόκοτος, -η, -o, παράξενος, -η, -ο, ¡qué curioso! τι περίεργο!
Es curioso que todavía no hayan abierto las tiendas,
Είναι παράξενο να μην έχουν ανοίξει ακόμα τα καταστήματα
4. κουραρισμένος= καθαρός, -ή, -ό, συγυρισμένος, -ή, -ό, una casa curiosa,
ενα σπίτι καθαρό
5. α θ, για άτομο, περίεργος
curiosear 1. ρα, φροντίζω να μάθω= προσέχω τα ξένα, περιεργάζομαι τα ξένα, ανακατεύομαι, curiosear en los asuntos ajenos, περιεργάζομαι σε ξένες υποθέσεις
2. ρμ, μτφ, χαζεύω πράγματα, estoy curioseando un libro,
χαζεύω ένα βιβλίο
curiosidad 1. θ περιέργεια για κάτι, pregunto por curiosidad, ρωτώ από περιέργεια
2. πράγμα περίεργο, αλλόκοτο, es una curiosidad de la vida, είναι ένα περίεργο της ζωής
3. καθαριότητα, la curiosidad de la casa, η καθαριότητα του σπιτιού
4. εκφ, la curiosidad mató al gato, η περιέργεια σκότωσε τη γάτα
picar la curiosidad, κεντρίζω την περιέργεια
sentir, tener curiosidad por algo, έχω περιέργεια, είμαι περίεργος για κάτι
curiosamente 1. επρ, περιέργως, παραδόξως, curiosamente fuimos al concierto,
περιέργως πήγαμε στο κοντσέρτο
2. περίεργα, κάνω κάτι με περιέργεια, miraba curiosamente aquella casa,
παρατηρούσε με περιέργεια εκείνη την οικία
3. επιμελώς