CUMBRE

CUMBRE= ΠΡΧ ΚΟΥΜΠΡΕ> ΚΟΥΡΜΠΑ> ΚΟΡΥΦΗ, ΠΡΧ ΚΟΛΟΦΩΝ, ΚΟΛΩΝΑ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

columna πρχ κολόνα

1. θ, κολόνα σαν στήριγμα, στήλη, κίονας, στύλος,

columna dórica, jónica, corintia, κολόνα, δωρική, ιωνική, κορίνθια

2. μτφ, σαν κολόνα, στήλη, για αέρια που ανεβαίνουν, una columna de humo, fuego,

στήλη καπνού, φωτιάς

3. μτφ, στήλη σε έντυπο, εφημερίδα, columna de periódicos, στήλη περιοδικών

4. μτφ, στοίχος, formaban en columnas de a dos, σχημάτιζαν σε στοίχους ανά δύο

5. μτφ, για άτομο, στήριγμα, κολόνα, Juan es la columna del equipo,

ο Χουάν είναι η κολόνα της ομάδας

6. σνθ, columna entorchada, ατκ, σπειροειδής κίονας

columna estriada, αυλακωτός κίονας

columna fasciculada, κίονας με ραβδώσεις

columna rostrada, rostral, αναμνηστική στήλη νικηφόρας ναυμαχίας

columna vertebral, σπονδυλική στήλη

quinta columna, πέμπτη φάλαγγα

7. εκφ, ser la columna vertebral de algo, είμαι η ραχοκοκαλιά, o στυλοβάτης

La Quinta Columna, η πέμπτη φάλαγγα= εσωτερικός εχθρός, εξω-πράκτορας

quintacolumnista 1. α θ, μέλος της πέμπτης φάλαγγας, εσωτερικός εχθρός, εξωπράκτορας

columnario, ria 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με ισπανικά νομίσματα που είχαν κοπεί στις αποικίες της αμερικανικής ηπείρου, όπου παριστάνονταν δύο κίονες με την επιγραφή plus ultra

columnata 1. θ, ατκ, πρχ κολονάτο= κιονοστοιχία

columnista 1. α θ, αρθρογράφος, χρονικογράφος

intercolumnio 1. α, ατκ, πρχ ενδο-κολόνιο= κενός χώρος ανάμεσα σε δύο κίονες

colofón 1. α, κολοφώνας σε έντυπο, μικρό κείμενο, στην τελευταία εσωτερική σελίδα ενός βιβλίου, όπου αναφέρονται στοιχεία σχετικά με την έκδοσή του, βιβλιογραφικά στοιχεία

2. μτφ, τελικό μέρος σαν κορύφωση, τελείωμα, αποκορύφωμα, σε ένα έργο, κατάσταση, υπόθεση, como colofón, nos dio un discurso, σαν τελείωμα, μας έδωσε μια ομιλία

3. εκφ, como colofón, σαν κολοφώνας= ως συμπέρασμα

colofonia 1. θ, χημ, κολοφώνιο

coronel 1. α, στρ, σαν κορώνα, κορυφή συντάγματος= συνταγματάρχης

coronela 1. θ, συνταγματάρχης γυναίκα

2. γυναίκα συνταγματάρχη

coronelato 1. α, στρ, βαθμός του συνταγματάρχη

coronelía 1. θ, στρ, βαθμός του συνταγματάρχη

culmen πρχ κολο-φών, κορύφωμα σε κάτι, πιο υψηλό σημείο

1. α, απόγειο, αποκορύφωμα, κορύφωση, μεσουράνημα, ζενίθ,

aquello fue el culmen de su paciencia, εκείνο υπήρξε το αποκορύφωμα της υπομονής του

su poesía es el culmen de la belleza, η ποίηση του είναι η κορύφωση της ομορφιάς

en el culmen de su carrera, στο απόγειο της καριέρας του

culminar πρχ κουλμιναρ< κολουμναρω< κολοφώνω, κορυφώνω

1. ρμ, δίνω κορύφωση σε κάτι, σημαίνω το τέλος, τερματίζω, κορυφώνω,

el curso culminó con la lectura de los clásicos,

η σειρά μαθημάτων τελείωσε με την ανάγνωση των κλασικών,

las elecciones culminaron la transición democrática en el país,

oι εκλογές σήμαναν το τέλος της μετάβασης της χώρας στη δημοκρατία

2. ρα, κορυφώνομαι, φτάνω στο τέλος, πιο υψηλό σημείο, τελειώνω, καταλήγω,

mi carrera culminó con la realización de esa obra,

η καριέρα μου κορυφώθηκε με την πραγματοποίηση αυτού του έργου,

la tensión culminaba en el último capítulo del libro,

η ένταση κορυφωνόταν στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου

3. αστρ, μεσουρανώ

culminación 1. θ, ανώτατο σημείο, απόγειο, κορύφωση σε κάτι,

la culminación de su vida fue la llegada de sus hijos,

το απόγειο της ζωής του ήταν η άφιξη των παιδιών του

2. κορύφωση πράξης, διαδικασίας, τέλος,

la cena de clausura fue la culminación del congreso,

το δείπνο κλεισίματος ήταν η κορύφωση του συνεδρίου

3. αστρ, απόγειο, μεσουράνημα

culminante 1. ε, που βρίσκεται στο πιο ψηλό σημείο, κορυφίζων= κορυφαίος, -α, -ο,

εξέχων, -ουσα, -ον, en el momento culminante del drama introducía un elemento cómico,

στην κορυφαία στιγμή του δράματος εισήγαγε ενα στοιχείο κωμικό

cumbre πρχ κουρμπα= κορύφωμα, κολοφών, πιο υψηλό σημείο

1. θ, κορυφή σε βουνό, construyeron un hotel en la cumbre,

κατασκεύασαν ενα ξενοδοχείο στην κορυφή

2. η μεγαλύτερη άνοδος, τελείωση κάποιου, σε κάτι που μπορεί να φτάσει,

απόγειο, αποκορύφωμα, κορύφωση, μεσουράνημα, ζενίθ,

está en la cumbre de su éxito, βρίσκεται στο αποκορύφωμα της επιτυχίας του

3. σύνοδος κορυφής, la cumbre de Río sobre problemas medioambientales,

η σύνοδος κορυφής του Ρίο επι περιβαλλοντολογικών προβλημάτων

cumbre 1. ε, για κάτι που βρίσκεται στην κορύφωσή του, κορυφαίος, -α, -ο,

el momento cumbre de su carrera, η κορυφαία στιγμή της σταδιοδρομίας του,

su obra cumbre, το κορυφαίο έργο του, αριστούργημα του

cumbrera 1. θ, κορυφή βουνού, cumbrera de montaña

2. ατκ, πρχ καβαλάρης, κολοφώνας στέγης, cumbrera de tejado

3. υπέρθυρο

encumbrado, da πρχ εν-κούρμπα = πάνω σε κορυφή

1. ε, για μέρος, ψηλός, -ή, -ó, El monasterio está en la cima de un encumbrado monte,

Το μοναστήρι βρίσκεται στην κορυφή ενός ψηλού βουνού

2. για άτομο, σε κοινωνική θέση, υψηλά ιστάμενος, -η, -o, εξέχων, -ουσα, -ον,

Sanders es el hijo de un encumbrado político australiano,

Ο Σάντερς είναι ο γιος ενός εξέχοντος Αυστραλού πολιτικού

encumbrar πρχ εν-κουρμπα θέτω = κουρμπάρω κάτι, κάποιον, σηκώνω στην κορυφή, ψηλά

1. ρμ, ανεβάζω στο χώρο, σηκώνω ψηλά, le encumbro a lo alto de la torre,

τον ανέβασε στο υψηλό σημείο του πύργου

Los feligreses encumbraron la figura del santo mientras marchaban,

Οι ενορίτες ύψωσαν τη φιγούρα του αγίου καθώς βάδιζαν

2. ανεβάζω σε θέση κοινωνικά, οικονομικά, el productor encumbró al joven actor,

ο παραγωγός ανέβασε τον νεαρό ηθοποιό

3. φτάνω στην κορυφή ενός βουνού

4. μτφ, ανεβάζω με λόγια, επαίνους, εγκωμιάζω, επαινώ, εξυμνώ,

Mis profesores me encumbran y dicen que escribí una tesis excelente,

Οι καθηγητές μου με επαινούν και λένε ότι έγραψα μια εξαιρετική διατριβή

5. ραντ, ανεβαίνω, ξεχωρίζω, ανυψώνομαι σε χώρο, κοινωνικά, οικονομικά,

El rascacielos se encumbra entre el resto de los edificios,

Ο ουρανοξύστης ανυψώνεται, ξεχωρίζει ανάμεσα στα υπόλοιπα κτίρια,

se encumbró hasta la élite del atletismo mundial,

ανέβηκε μέχρι την ελίτ του παγκόσμιου αθλητισμού

6. μτφ, για άτομο, πρχ κομπάζω για την επιτυχία μου, ξιπάζομαι, το παίζω σπουδαίος,

la actriz se encumbró por la fama que consiguió,

η ηθοποιός το ξιπάστηκε απο την φήμη που κέρδισε

encumbramiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του encumbrar, encumbrarse

2. ανέβασμα, ανύψωση σε χώρο

3. ανέβασμα κοινωνικό, οικονομικό

4. ανέβασμα σε κορυφή βουνού

5. έπαινος, εγκώμιο, εξύμνηση, su texto es un encumbramiento de los valores éticos,

Το κείμενό του είναι μια εξύμνηση των ηθικών αξιών

6. κόμπασμα, ξιπασμός

columbrar πρχ βλέπω την κούρμπα σε κάτι> φιγούρα

1. ρμ, διακρίνω απο μακριά, El marinero columbró una pequeña isla a lo lejos.

Ο ναύτης διέκρινε από μακριά ένα μικρό νησί

2. μτφ, πρχ κο-λουμβραρ> συλ-λαμβάνω, μαντεύω απο ενδείξεις, διαβλέπω,

No podría haber columbrado sus verdaderas intenciones,

Δεν θα μπορούσα να έχω συλλάβει, μαντέψει τις πραγματικές του προθέσεις,

columbrete 1. α, νησίδα, σαν κούρμπα μικρή

excelente πρχ εξ-κολ-ωνών= κολοφωνικό> κορυφαίο, εξ-υψηλού σημείου, εξ-αιρετικό

1. ε, εξαιρετικός, -ή, -ό, έξοχος, -η, -ο, υπέροχος, -η, -ο, άριστος, -η, -ο,

persona, cena excelente, πρόσωπο, δείπνο εξαιρετικό

Julie hizo un trabajo excelente, Η Τζούλι έκανε μια εξαιρετική δουλειά

excelencia 1. θ, εξέχον, άριστον, αριστεία, εξαιρετική ποιότητα σε κάτι,

La excelencia del programa educativo le valió numerosos premios,

Η αριστεία του εκπαιδευτικού προγράμματος του χάρισε πολλά βραβεία

la excelencia de un vino, η εξέχον ποιότητα ενος οίνου

2. για αποτέλεσμα, la excelencia de su obra, το εξέχον έργο του

3. μαγ, νοστιμιές, las excelencias de la gastronomía griega,

οι νοστιμιές της ελληνικής κουζίνας

4. εκφ, por excelencia, κατ’ εξοχήν, don Juan es el seductor por excelencia,

ο δον Χουάν είναι o κατ’ εξοχήν αποπλανών

Excelencia 1. θ, Εξοχότητα, Εξοχότης, εξοχότατος, εξοχοτάτη,

Su Excelencia el embajador, η Αυτού Εξοχότης ο πρέσβης

como guste, Excelencia, όπως επιθυμείτε, Εξοχότατε

La presidenta hizo una genuflexión ante Su Excelencia,

Η Πρόεδρος έκανε μια γονυκλισία ενώπιον του Σεβασμιωτάτου

excelentemente 1. επρ, εξαιρετικά, άριστα, έξοχα, υπέροχα

Excelentísimo, ma 1. ε, Εξοχότατος, -η, -ο, σαν επίσημη προσφώνηση πρωτοκόλου

el Excelentísimo señor ministro, ο Εξοχότατος κύριος υπουργός

Excelso 1. ονο, εκφ, el Excelso, θρη, ο Ύψιστος

excelso, sa 1. ε, λογ, ψηλά σε αξίωμα, σημασία, κατηγορία, μεγαλοπρεπής, -ής, -ές,

έξοχος, -η, -o, εξαίρετος, -η, -ο, excelso erudito, εξαιρετικός λόγιος

Estoy leyendo el más excelso poema épico jamás escrito,

Διαβάζω το πιο μεγαλοπρεπές επικό ποίημα που γράφτηκε ποτέ

2. για μέγεθος, υψηλός, -η, -ο, torre excelsa, πύργος υψηλός

excelsitud 1. θ, ιδιότητα excelso, sa, υψηλότητα κοινωνικά, σε αξίωμα,

la excelsitud de su familia viene de antiguo,

η υψηλότητα της οικογένειας του έρχεται απο παλιά

2. μεγαλείο καλλιτέχνη

3. εξοχότητα πνευματική, αρετής, έπακρον

4. υψηλότητα μεγέθους

celsitud 1. θ, κορυφότητα πνευματική, μεγαλείο, μεγαλοπρέπεια,

su celsitud es única, το μεγαλείο του είναι μοναδκό

2. προσφώνηση, υψηλότητα

Celsius 1. ονο, βαθμός Κελσίου, grado Celsius

excelsamente επρ, μεγαλόπρεπα, μεγαλοπρεπώς, εξαιρετικά, εξαιρετικώς

alcor α, πρχ ο κολο-φών= λόφος

colaña 1. θ, πρχ κολοφών= υψηλό χώρισμα σε χώρους, διαχωριστικό

2. πρχ κολοφών σκάλας σαν παραπέτο, στηθαίο, de escalera

collado πρχ κολοφών 1. α, λόφος

2. στενωπός, κλεισούρα μεταξύ βουνών, αυχένας, διάσελο

cureña θ, στρ, πρχ κιλλίβα-ντας

procela 1. θ, λγτ, πρχ περι-θύελλα= θύελλα, μπουρίνι

proceloso, sa ε, λγτ, πρχ περι->θυελλώδης, -ης, -ες, τρικυμιώδης, -ης, -ες

colmillo πρχ κούρμπα ή κολοφών>άκρη σαν δόντι

1. α, κυνόδοντας ανθρώπου

2. κυνόδοντας ζώου, σκύλου

3. χαυλιό-δοντας

4. εκφ, enseñar los colmillos, δείχνω τα δόντια μου, κάνω επίδειξη δύναμης

tener el colmillo retorcido, οικ, μτφ, έχω τον κυνόδοντα στραβό=έμπειρος απο κάτι,

είμαι χρόνια στο κουρμπέτι, είμαι γριά αλεπού

colmillada θ, δάγκωμα

colmillazo α, δάγκωμα

colmilludo, da ε, κυνο-δοντικός, -ή, -ό, που έχει μεγάλους κυνόδοντες

descolmillar ρμ, βγάζω, ξεριζώνω τους κυνόδοντες, χαυλιόδοντες

Scroll to Top