CORREA

CORREA= ΠΡΧ Κ-ΟΡΕΑ> Λ-ΟΥΡΙΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

correa πρχ κ-ορεα> λ-ουρι

1. θ, δερμάτινο λουρί

2. λουράκι ρολογιού, μπρασελέ

3. λουρί σκύλου, Siempre paseo a mis perros con correa,

Πάντα βγάζω βόλτα τα σκυλιά μου με λουρί

4. χερούλι τσάντας, Se rompió la correa de mi bolsa negra,

Έσπασε Το λουράκι της μαύρης τσάντας μου

5. ζώνη ρούχου

6. τχν, ιμάντας, ταινία, correa de transmisión, ιμάντας μετάδοσης

correa del ventilador, ιμάντας ανεμιστήρα αυτοκινήτου

7. ατκ, τραβέρσα

8. ιμάντας λείανσης ακονίσματος, El barbero afiló su navaja en la correa,

Ο κουρέας ακόνισε το ξυράφι του στον ιμάντα

9. σνθ, correa de retranca, τχν, περιγλούτιο, πισινέλα

10. εκφ, tener correa, οικ, μτφ, έχω λουρί> υπομονή χωρίς να θυμώσω, είμαι υπομονετικός, el profesor debe tener correa con los alumnos,

ο καθηγητής πρέπει να έχει υπομονή με τους μαθητές

ή αντοχή σε δουλειά, φυσική κόπωση, para soportar su trabajo hay que tener mucha correa, για να αντέξει την δουλειά του πρέπει να έχει μεγάλες αντοχές

correaje 1. α, ηνία, λουριά αλόγου, correaje de caballo

2. εξάρτυση στρατιώτη, correaje de soldado

correar 1. ρμ, κάνω λουρί το μαλλί= λανάρω, γνέθω

correazo 1. α, χτύπημα με λουρί, μαστίγωμα

2. εκφ, dar, soltar, arrear un correazo, δίνω, αμολάω, ρίχνω μια λουριά= μαστιγώνω

correoso, sa 1. ε, πρχ σαν λουρί η ουσία, ελαστικός, -ή, -ó, ευλύγιστος, -η, -o,

El sillón está tapizado de un material correoso,

Η πολυθρόνα είναι ταπετσαρισμένη με ένα υλικό ελαστικό

2. για τρόφιμο, λαστιχένιος, -α, -o, filete correoso, φιλέτο λαστιχένιο,

Hiciste demasiado la carne, y está correosa, Παράψησες το κρέας και είναι λαστιχένιο

3. για ψωμί, ζυμώδης, -ης, -ες, λασπώδης, -ης, -ες,

Aquí hay mucha humedad, y el pan se pone enseguida correoso,

Υπάρχει πολλή υγρασία εδώ, και το ψωμί γίνεται γρήγορα λασπώδες

4. μτφ, για άτομο, πρχ κορεοσο> α-κουραστος ή σαν λουρί ανθεκτικός, -ή, -ό,

μαχητικός, -ή, -ό, επίμονος, -η, -ο, es un futbolista muy correoso,

είναι ένας ποδοσφαιριστής μαχητικός

correosidad 1. θ, ιδιότητα του correoso, sa = ελαστικότητα, ευκαμψία

2. λαστιχένια υφή σε τρόφιμο

3. μτφ, για άτομο, μαχητικότητα, ανθεκτικότητα, επιμονή

zurriago 1. α, πρχ λουρι-άτο= καμτσίκι, βούρδουλας

zurriagar 1. ρμ, με το λουρι-άγω> ρίχνω με το λουρί= μαστιγώνω

zurriagazo 1. α, καμτσικιά, βουρδουλιά

2. μτφ, χτύπημα της μοίρας

correhuela 1. θ, βοτ, πολυκόμπι

Scroll to Top