CITRO= ΠΡΧ ΚΙΤΡΟ, ΚΙΤΡΙΚΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
citrato 1. α, χημ, κιτρικό άλας
cítricos 1. α πλ, εσπεριδοειδή
cítrico, ca 1. ε, βοτ, σχετικός.-η, -ο με εσπεριδοειδή
2. χημ, κιτρικός, -ή, -ó
cetrino, na 1. ε, πρχ χρώμα κίτρο= ωχρός, -ή, -ό, πελιδνός, -ή, -ό
Cuando Ana salió de la operación se veía cetrina,
Όταν η Άννα βγήκε από την εγχείρηση φαινόταν ωχρή
2. με χρώμα κίτρο, ωχρός, -ή, -ό, El fotógrafo le aplicó un filtro cetrino a sus fotos para darles un toque artístico, Ο φωτογράφος εφάρμοσε ένα φίλτρο χλόης στις φωτογραφίες του για να τους δώσει μια καλλιτεχνική πινελιά
3. μτφ, για άτομο, με κίτρο ψυχολογία= μελαγχολικός, -ή, -ό, carácter cetrino,
χαρακτήρας μελαγχολικός
acetrinar 1. ρμ, δίνω χρώμα κίτρο σε κάτι, κίτρινο-πράσινο
cidra 1. θ, βοτ, κίτρο
2. σνθ, cidra cayote, νεροκολόκυθο
cidrada 1. θ, γλυκό κίτρο
cidro 1. α, βοτ, κίτριο, κιτροειδές φυτό
cidronela 1. θ, βοτ, μελισσόχορτο