CINCO

CINCO, QUINTO= ΠΡΧ ΚΙΝ-ΚΟ> ΚΕΝ-ΤΑ> ΠΕΝ-ΤΕ, ΠΡΧ ΠΕΝΤΕ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

cinco

1. α, πέντε, somos cinco, είμαστε πέντε

2. για ημερομηνίες, διευθύνσεις, παιχνίδια, el cinco de marzo, η πέντε του Μάρτη

vive en el cinco de la calle Mar, μένει στο νούμερο πέντε της οδού Μαρ

el cinco de corazones, το πέντε κούπα

3. εκφ, decir a alguien cuántas son cinco, λέω σε κάποιον πόσα είναι 5=

τα ψέλνω σε κάποιον

esos cinco, κόλλα πέντε, για κλείσιμο σε συμφωνία, ¡vengan, choca esos cinco! κόλλα πέντε!

4. θ πλ, las cinco, πέντε η ώρα, son las cinco de la mañana, tarde,

είναι πέντε το πρωί, το απόγευμα

5. σνθ, cinco puertas, για όχημα, πεντά-θυρο, πεντά-πορτο

7. εκφ, no tener ni cinco, οικ, δεν έχω ούτε 5= είμαι άφραγκος, δεν έχω μία

cincoenrama 1. θ, βοτ, 5-εν-κλαδί= ποτεντίλλα

cincograbado 1. α, τσιγκο-γράφημα

cincografía 1. θ, τσιγκο-γραφία

cinquillo 1. α, χαρτοπαίγνιο με φύλλα συνεχούς σειράς με αφετηρία το 5 κάθε χρώματος

cincuenta 1. ε, πρχ πεν-ήντα, había cincuenta personas, υπήρχαν πενήντα άτομα

cincuenta mil euros, πενήντα χιλιάδες ευρώ

2. α, αριθμός πενήντα, somos cincuenta, είμαστε πενήντα

3. για ημερομηνίες, διευθύνσεις, πενήντα

4. δεκαετία του πενήντα los años cincuenta, η δεκαετία του πενήντα

5. εκφ, andar por, frisar en los cincuenta, βαδίζω, πλησιάζω τα πενήντα

cincuentavo, va 1. ε, πεντηκοστός, -ή, -ó

cincuentena 1. θ, πενηνταριά, a la ceremonia asistieron una cincuentena de famosos,

στη τελετή παρευρέθησαν καμιά πενηνταριά διάσημοι

2. εκφ, andar por la cincuentena, βαδίζω προς τα πενήντα

cincuentenario 1. α, πεντηκονταετία

cincuenteno, na 1. ε, πεντηκοστός, -ή, -ó

cincuentón, ona 1. ε, α θ, πρχ πενηντά-χρονος, -η, -o, πενηντάρης, -άρα

pentacloruro 1. α, χημ, πενταχλωρίδιο

pentadáctilo, la 1. ε, ζωλ, πενταδάκτυλος, -η, -o

pentadáctilo 1. α, ζωλ, πενταδάκτυλο ζώο

pentaédrico, ca 1. ε, πεντάεδρος, -η, -o

pentaedro 1. α, πεντάεδρο

pentagonal 1. ε, πενταγωνικός, -ή, -ó

pentágono, na 1. ε, πεντάγωνος, -η, -o

pentágono 1. α, γμτ, πεντάγωνο

2.εκφ, el Pentágono, το Πεντάγωνο

pentagrama, pentágrama 1. α, μσκ, πεντάγραμμο

pentalfa 1. α θ, πεντάλφα

repentizar 1. ρα, μσκ, πρχ περι-πεντα-γραμμιζω= διαβάζω μουσική, ερμηνεύω μουσικά σύμβολα

repentista 1. α θ, πρχ παρα-πεντ-ιστης> που δημιουργεί στο παρα-5 ομιλία, ποίηση= αυτοσχεδιαστής, -ια, Nuria es una repentista excelente. Nunca notas que no ha preparado un discurso, Η Νούρια είναι εξαιρετική αυτοσχεδιαστής. Ποτέ δεν παρατηρείς ότι δεν έχει ετοιμάσει μια ομιλία

repentizador, ra 1. α θ, repentista

repentino, na 1. ε, πρχ που αρχίζει ή συμβαίνει στο παραπέντε, χωρίς να υπάρχει ένδειξη=

αιφνίδιος, -α, -o, ξαφνικός, -ή, -ó, απότομος, -η, -ο,

La ola de frío causó una caída repentina de la temperatura

Το κύμα ψύχους προκάλεσε απότομη πτώση της θερμοκρασίας

su muerte repentina sorprendió a todos, o αιφνίδιος θάνατος του εξέπληξε τους πάντες

el león hizo un movimiento repentino y la atacó,

το λιοντάρι έκανε μια ξαφνική κίνηση και της επιτέθηκε

de repente πρχ δια-αρπαχτα, παρα-πεντε, α-περι-(σκε)-πτα

1. εκφ επρ, αιφνίδια, ξαφνικά, estábamos en la playa y de repente se puso a llover,

Ήμασταν στην παραλία και ξαφνικά άρχισε να βρέχει,

de repente se puso a llorar, ξαφνικά άρχισε να κλαίει,

Estábamos dormidos y de repente llamaron a la puerta,

Κοιμόμασταν και ξαφνικά χτύπησαν την πόρτα,

todo sucedió de repente, όλα έγιναν ξαφνικά,

murió de repente, πέθανε αιφνιδίως

2. απερίσκεπτα, hizo un comentario de repente, sin conocer bien el asunto,

έκανε ένα σχόλιο απερίσκεπτα, χωρίς να γνωρίζει καλά το θέμα

repentinamente 1. επρ, αιφνίδια, ξαφνικά, απότομα, dejó de fumar repentinamente,

σταμάτησε να καπνίζει ξαφνικά

repente 1. α, οικ, κίνηση, αντίδραση στο παρα-5 ή πρχ αρπαχτό = ξέσπασμα, κρίση, ξαφνικό, απότομο, un repente de ira, ένα ξέσπασμα οργής

En un repente perdió el equilibrio y se cayó al suelo,

Σε ένα απότομο έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο έδαφος

2. εκφ, darle a alguien un repente, του δίνει> έρχεται, πιάνει κάποιον ένα ξαφνικό, κρίση,

ξέσπασμα, le dio un repente y le pegó un bofetón,

του ήρθε ένα ξαφνικό και του κόλλησε μια σφαλιάρα

a mi perro le dio un repente y me mordió,

τον σκύλο μου τον έπιασε μια κρίση και με δάγκωσε

pentámero, ra 1. ε, ζωλ, πενταμερής, -ής, -ές

pentámero 1. α, εντ, πενταμερές

pentametileno 1. α, χημ, πενταμεθυλένιο

pentámetro 1. α, ποι, πεντάμετρος

pentapétalo, la 1. ε, βοτ, πενταπέταλος, -η, -o

pentarquía 1. θ, πολ, πενταρχία

pentasilábico, ca 1. ε, γλγ, πεντασύλλαβος, -η, -o

pentasílabo, ba 1. ε, γλγ, πεντασύλλαβος, -η, -o

Pentateuco 1. ονο, el Pentateuco biblia, η Πεντάτευχος

pentatleta 1. α θ, πενταθλητής, -ια

pentatlón 1. α, πένταθλο

pentodo 1. α, ηκλ, πέντοδος λυχνία

pentatónico, ca 1. ε, μσκ, πεντατονικός, -ή, -ó

pentavalente 1. ε, χημ, πεντασθενής, -ής, -ές

Pentecostés 1. ονο, Πεντηκοστή

pentélico, ca 1. ε, πεντελικός, -ή, -ó

ponche 1. α, ποτό ποντς

ponchera 1. θ, ποντς-έρα= βαθύ μπολ για ποντς

quinoleína 1. θ, χημ, κινο-λίνη, απο 5 στοιχεία

quince πρχ cinco+ce= 5+10

1. α, δεκα-πέντε, el número quince, το νούμερο δεκαπέντε

el quince de enero, η δεκάτη πέμπτη Γενάρη

2. μτφ, δελτίο με δεκαπέντε επιτυχείς προγνώσεις του ισπανικού ΠΡΟ-ΠΟ

3. χαρτοπαίγνιο που πρέπει να σημειωθούν δεκαπέντε πόντοι

4. εκφ, del quince, οικ, δίνει έμφαση, σαν 150 φορά

me echaron una bronca del quince, μου έριξαν μια γερή κατσάδα

5. θ πλ, για ώρα, 15.00, τρεις μετά μεσημβρίαν, nos vemos a las quince,

βλεπόμαστε στις τρείς

quince 1. ε, δεκαπέντε, unos quince libros, καμιά δεκαπενταριά βιβλία

el día quince, στις δεκαπέντε (του μηνός)

2. για άτομα, δεκαπέντε, reservamos una mesa para quince,

κρατήσαμε ένα τραπέζι για δεκαπέντε

3. εκφ, darle quince y raya a alguien, οικ, αξίζω δέκα φορές περισσότερο από κάποιον άλλο

quinceavo, va 1. ε, δέκατο πέμπτο

quinceavo 1. α, δέκατο πέμπτο

quincena 1. θ, πρχ δεκαπενθήμερο

la segunda quincena de enero, το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Γενάρη

2. για ποσότητα, δεκαπενταριά

3. μσκ, διπλή οκτάβα

quincenal 1. ε, δεκαπενθήμερος, -η, -o, periódico quincenal, δεκαπενθήμερο περιοδικό

quincenalmente 1. επρ, ανά δέκα πέντε μέρες

quinceno, na 1. α θ, αρσενικό, θηλυκό μουλάρι δέκα πέντε μηνών

quincuagenario, ria 1. ε, α θ, πεντηκο-γενάρικο= πεντηκοντα-ετής, -ής, -ές,

πενηντάρης, -άρα

quincuagésimo, ma 1. ε, πεντηκοστός, -ή, -ó, celebró su quincuagésimo aniversario,

εόρτασε τα πεντηκοστά του γενέθλια

quincuagésima 1. θ, θρη, Κυριακή της Απόκρεω, σαν 50-στή μέρα πριν το πάσχα

quinquefolio 1. α, βοτ, πεντά-φυλλο, ποτεντίλα

2. ατκ, πεντάφυλλο

quinientos, tas 1. ε, πεντακ-όσιοι, -ες, -α, quinientos hombres, πεντακόσιοι άνδρες

2. για ταξινόμηση, πεντακοσιοστός, -ή, -ó, está en la página quinientos,

είναι στη πεντακοσιοστή σελίδα

3. προσωπική αντωνυμία, πεντακόσιοι, -ες, -α, somos quinientos, είμαστε πεντακόσιοι

4. α, quinientos, πεντακόσια

quínola 1. θ πλ, χαρτοπαίγνιο όπου πρέπει να μαζευτούν τέσσερα χαρτιά του ιδίου χρώματος

quiniela 1. θ, παιχνίδι στοιχήματος, (ΠΡΟ-ΠΟ, ιπποδρομιών κ.λπ.), επειδή προέβλεπες 15 σημεία

2. δελτίο στοιχήματος (ΠΡΟ-ΠΟ, ιπποδρομιών κ.λπ.)

3. κέρδη λαχνού

4. σνθ, quiniela hípica, ιπποδρομιακό στοίχημα

5. εκφ, echar la quiniela, παίζω ΠΡΟ-ΠΟ, στοίχημα

hacer la quiniela, συμπληρώνω δελτίο ΠΡΟ-ΠΟ, στοιχήματος

hacer quinielas, στοιχηματίζω

quinielista 1. α θ, παίκτης, -ια ΠΡΟ-ΠΟ

quinielístico, ca 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με την quiniela, στοιχήματα

quinielón 1. α, οικ, δελτίο κερδών με δεκαπέντε σωστές προγνώσεις

quiñón 1. α, σαν 1/15, μερίδιο που κατέχει κάποιος σε καλλιεργήσιμη έκταση

quiñonero, ra 1. α θ, κάτοχος μεριδίου σε καλλιεργήσιμη έκταση

quinal 1. α, ναυ, πρχ καννα-βόσχοινο

quinario, ria 1. ε, πενταδικός, -ή, -ó

quinario πρχ πεν-θήμ-ερο

1. α, θρη, πέντε ημέρες προς τον Θεό ή στους αγίους

2. ιστ, όπως δή-ναριο>κι-ναριο> αρχαίο ασημένιο ρωμαϊκό νόμισμα αξίας πέντε ασσαρίων

quinto

1. α, 1/5, πέμπτο μέρος απο κάτι

2. για όροφο, πέμπτο, vive en el quinto, μένει στον πέμπτο όροφο

3. για μπύρα, φιάλη των 20 εκατοστόλιτρων

4. πέμπτο έτος, estoy en quinto de carrera, είμαι στο πέμπτο έτος των σπουδών μου

5. στρ, νεοσύλλεκτος, επειδή παλιά δια νόμου κάθε 5 νεαρούς ένας γινόταν στρατιωτικός

6. επρ, πέμπτον, cuarto, tienes que obedecer, quinto, tienes que ir a la escuela,

40 πρέπει να υπακούς, 50 πέμπτον πρέπει να πάς στο σχολείο

quinto, ta 1. ε, πέμπτος, -η, -o, la quinta columna, η πέμπτη φάλαγγα

la quinta parte, το πέμπτο μέρος

2. προσωπική αντωνυμία, πέντε, quedamos los quintos, ήρθαμε πέμπτοι

quinta 1. θ, για στρατιώτες, κληρωτοί, κλάση, κληρουχία,

2. έτος γέννησης, yo soy de la quinta del 80, είμαι του ’80

3. πέμπτη ταχύτητα σε αμάξι

4. εξοχικό, επειδή ήταν το 50 δωμάτιο εκτός σπιτιού, está en su quinta, είναι στο εξοχικό του

5. μσκ, πέμπτο

6. αθλ, σε ξιφομαχία, πέμπτη

7. σνθ, quinta de efectivos reducidos, στρατεύσιμη κλάση έτους μειωμένων γεννήσεων

8. εκφ, entrar en quintas, είμαι σε ηλικία να υπηρετήσω τη θητεία μου

librarse de quintas, απαλλάσσομαι της στρατιωτικής θητείας

quintar 1. ρμ, στρ, στρατολογώ

2. αγρ, κάνω τον πέμπτο γύρο στο αλέτρι

quinteo 1. α, επιλογή ενός προσώπου ανά πέντε

quintana 1. θ, εξοχική κατοικία, εξοχικό

quintería 1. θ, εξοχικό

2. αγροικία

quintero, ra 1. α θ, ενοικιαστής, -ια αγροικίας

2. αγρεργάτης

quinteto 1. α, πεντάδα απο άτομα, πράγματα, el mejor quinteto titular de la liga,

η καλύτερη πεντάδα του πρωταθλήματος

2. μσκ, κουϊντέτο

3. ποι, πεντάστιχο ομοιοκατάληκτο

quintidi 1. α, ιστ, πέμπτη ημέρα δεκαημέρου του γαλλικού επαναστατικού ημερολογίου

quintil 1. α, ιστ, πέμπτος μήνας του ρωμαϊκού έτους

quintilla 1. θ, ποι, μια στροφή που αποτελείται από πέντε στίχους

quintillizos, zas 1. α θ πλ, πρχ πεντο-γιοί= πεντά-δυμα

quintillón 1. α, εννεάκις εκατομμύριο

quíntuple 1. ε, πρχ πεντα-πλάσιος, -α, -ο

2. α, πεντα-πλάσιο

quintuplicar 1. ρμ, πεντα-πλασιάζω

2. ραντ, πεντα-πλασιάζομαι

quintuplicación 1. θ, πεντα-πλασιασμός

quíntuplo, pía 1. ε, πενταπλάσιος, -α, -o

quíntuplo 1. α, πενταπλάσιο

requintar πρχ περι-πεντάρω= ανεβάζω ανα 5

1. ρμ, αυξάνω τιμή, πλειοδοτώ

2. μσκ, ανεβαίνω ή κατεβαίνω κατά πέντε μουσικά διαστήματα

requinto 1. α, αύξηση τιμής

2. μσκ, οξύαυλος

3. μσκ, κιθαρόνι

esguince πρχ εσ-γκινσε> ξε-σχισμα> σχίσιμο

1. α, ιατ, στρίψιμο μέρος σώματος

2. ιατ, διάστρεμμα

esquinzar 1. ρμ, τχν, πρχ σχίζω= κόβω σε λωρίδες

desguince 1. α, πρχ δια-σχισμα= διάστρεμμα, στραμπούληγμα

2. στρέβλωση, στράβωμα σε μέρος σώματος

3. μτφ, έκφραση προσώπου σαν δυσαρέσκεια

4. τχν, κοπίδι που σχίζει

desguinzado 1. α, τχν, ξε-σχισμα= κοπή σε λωρίδες

desguinzadora 1. θ, τχν, μηχάνημα κοπής σε λωρίδες

desguinzar 1. ρμ, τχν, κόβω σε λωρίδες

Scroll to Top