CINE= ΠΡΧ ΣΙΝΕ, ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ, ΡΙΖΑ ΚΙΝ-> ΚΙΝΗΣΗ, ΠΡΧ ΕΞΙΤΑΡΩ,
ΠΡΧ ΚΙΤΑΡ> ΚΛΗΤΕΥΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
cine πρχ σινε-μα, κινη-ματογράφος
1. α, σινεμά σαν τέχνη, κινηματογράφος, el mundo del cine, o κόσμος του κινηματογράφου
2. κτίριο σινεμά, ¿vamos al cine?, πάμε στο σινεμά;
3. σνθ, cine comercial, εμπορικό σινεμά
cine cómico, κωμικός κινηματογράφος
cine de barrio, συνοικιακός κινηματογράφος
cine de estreno, κινηματογράφος πρώτης προβολής
cine de género, κινηματογραφικό υποείδος
cine independiente, ανεξάρτητο κινηματογράφος
cine mudo, βουβός κινηματογράφος
cine multisalas, πολυ-κινηματογράφος
cine negro, φιλμ νουάρ
cine de terror, κινηματογράφος τρόμου
cine de verano, θερινός κινηματογράφος
cine documental, κινηματογραφικό ντοκιμαντέρ
cine fantástico, φανταστικός κινηματογράφος
cine sonoro, ομιλών κινηματογράφος
4. εκφ, de cine, οικ, μτφ, του σινεμά= κινηματογραφικός, tiene una casa de cine,
έχει ένα σπίτι φανταστικό, δεν υπάρχει
ή σαν σε ταινία, υπέροχα, lo pasamos de cine en la fiesta,
τα περάσαμε υπέροχα στην γιορτή
cinema 1. α, λγτ, σινεμά, κινηματο-γράφος, una estrella del cinema,
ένα αστέρι του σινεμά
cineasta 1. α θ, κινηματογραφιστής, -ια
cineclub 1. α, κινηματογραφική λέσχη
cinefilia 1. θ, σινεφιλία
cinéfilo, la 1. ε, α θ, κινηματογραφόφιλος, -η, -ο, σινεφίλ
cinefórum 1. α, σινε-φόρουμ> συζήτητση μετά προβολή ταινίας
tras la proyección, se celebrará un cinefórum,
μετά την προβολή θα γίνει μια συζήτηση για την ταινία
cinemascope 1. α, σινεμασκόπ
cinemateca 1. θ, ταινιοθήκη, σινεματέκ
cinemática 1. θ, φσκ, κινηματική
cinemático, ca 1. ε, φσκ κινηματικός, -ή, -ό
cinematografiar 1. ρμ, κινηματογραφώ
cinematografía 1. θ, κινηματογραφία, la cinematografía europea,
η ευρωπαϊκή κινηματογραφία
cinematográfico, ca 1. ε, κινηματογραφικός, -ή, -ó, guión cinematográfico
κινηματογραφικό σενάριο
cinematografista 1. α θ, λγτ, κινηματογραφιστής, -ια
cinematógrafo 1. α, συσκευή κινηματογράφος
el cinematógrafo fue inventado por los hermanos Lumière,
o κινηματογράφος εφευρέθηκε από τα αδέρφια Λουμιέρ
2. κτίριο κινηματογράφου
cinerama 1. α, σινέραμα
cinésica, kinésica 1. θ, κινησιακή
cinestesia 1. θ, κιναισθησία
cinética 1. θ, φσκ κινητική
cinético, ca 1. ε, φσκ, κινητικός, -ή, -ó, energía cinética, κινητική ενέργεια
cinemógrafo 1. α, φσκ, κινησιογράφος
cinemómetro 1. α, κινησιόμετρο
disquinesia 1. θ, δυσκινησία
intercity 1. α, σδρ, ιντερ-σίτι, συρμός διασύνδεσης αστικών κέντρων
el intercity Madrid-Barcelona, το ιντερσίτι Μαδρίτη-Μπαρτσελόνα
kinesiología, quinesiología 1. θ, κινησιολογία
kinesioterapeuta, quinesioterapeuta 1. α θ, κινησιοθεραπευτής, -ια
kinesioterapia, quinesioterapia 1. θ, κινησιοθεραπεία
quinesiología 1. θ, kinesiología
quinesioterapeuta 1. θ, kinesioterapeuta
quinesioterapia 1. θ, kinesioterapia
excitar πρχ εξ-ιτάρω= κινώ έξω από τα όρια
1. ρμ, εξιτάρω, διεγείρω, εξάπτω συναίσθημα, δραστηριότητα, κεντρίζω,
el título del libro excitaron mi interés y decidí leerlo,
ο τίτλος του βιβλίου μου κέντρισαν το ενδιαφέρον και αποφάσισα να το διαβάσω,
tanto misterio excita mi curiosidad, τόσο μυστήριο εξιτάρει την περιέργεια μου,
2. εξιτάρω ψυχικά, προκαλώ, El retraso del vuelo excitó la furia de los pasajeros,
Η καθυστέρηση της πτήσης προκάλεσε την οργή των επιβατών
3. διεγείρω ερωτικά, ερεθίζω, ανάβω, La escena erótica de la película me excitó,
Η ερωτική σκηνή στην ταινία με διέγειρε
4. ρμ, ραντ, ταράσσω, αναστατώνω, ταράζομαι, αναστατώνομαι,
El niño se excita con las visitas, Το παιδί αναστατώνεται με τις επισκέψεις
5. ραντ, ενθουσιάζομαι, εξιτάρομαι, el niño se excitó al ver todos los regalos,
Το αγόρι ενθουσιάστηκε όταν είδε όλα τα δώρα
6. διεγείρομαι, ερεθίζομαι ερωτικά, Muchos clientes se excitan cuando reciben un masaje,
Πολλοί πελάτες διεγείρονται όταν δέχονται ένα μασάζ
excitación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του excitar, excitarse
2. έξαψη ψυχική, el miedo provocó un estado de excitación a los reunidos,
Ο φόβος προκάλεσε έξαψη στους συγκεντρωμένους
3. διέγερση, ερεθισμός ερωτικός
4. βιο, διέγερση, excitación de las terminaciones nerviosas,
διέγερση των νευρικών απολήξεων
5. ενθουσιασμός, Tenías que ver la excitación de los niños al ver los regalos,
Έπρεπε να δεις τον ενθουσιασμό των παιδιών όταν είδαν τα δώρα
6. ταραχή, αναστάτωση ψυχική, La excitación entre los organizadores aumentó porque el conferenciante aún no había llegado, Ο ταραχή μεταξύ των διοργανωτών αυξήθηκε επειδή ο ομιλητής δεν είχε φτάσει ακόμα
excitado, da 1. ε, εξιταρισμένος, -η, -ο, εξ-οργισμένος, -η, -ο
2. διεγερμένος, -η, -ο, ερεθισμένος, -η, -ο ερωτικά
excitable 1. ε, ευέξαπτος, -η, -ο, ευερέθιστος, -η, -ο
excitabilidad 1. θ, ιδιότητα excitable = οξυθυμία, αψιθυμία
excitador, ra 1. ε, α θ, εξιταριστικός, -ή, -ό, διεγερτικός, -ή, -ό, διεγέρτης
excitador 1. α, ηκλ, διεγέρτης
excitadora 1. θ, ηκλ, διεγέρτρια
excitante 1. ε, κυρ, μτφ, εξ-ιτάρων= διεγερτικός, -ή, -ó
2. α, διεγερτικό, διεγερτική ουσία
cita πρχ κι-νη-τά> κίνηση 2 ατόμων προς ένα μέρος, πρχ κιτά-πι, σαν σημείωση για κάτι, προκαθορισμένη συνάντηση, πρχ εξ-ιτάρω> έννοια της κίνησης
1. θ, ραντεβού, Tengo cita con mi terapeuta a las cinco,
Έχω ραντεβού με τον θεραπευτή μου στις πέντε
2. συνάντηση με φίλο, επαγγελματική, llegó tarde a la cita, έφτασε αργά στην συνάντηση
ή συνάντηση, ραντεβού ζευγαριού, εραστών, le besó en su primera cita,
την φίλησε στο πρώτο ραντεβού
3. σε γραπτό, ομιλία, αναφορά παραπομπής, παράθεση, σαν κιτά-πι, πρχ θιτα> παρα-θέτω
las citas de un libro, οι παραθέσεις ενός βιβλίου
4. αθλ, συνάντηση
5. πρχ ρητά> ρητό, ρήση, Siempre trae consigo un libro de las citas de Benjamin Franklin,
Κουβαλάει πάντα μαζί του ένα βιβλίο με τα ρητά του Βενιαμίν Φραγκλίνου
6. σνθ, casa de citas, οίκος ανοχής
cita a ciegas, ραντεβού στα τυφλά
cita de negocios, επαγγελματικό ραντεβού
cita electoral, εκλογικό ραντεβού
7. εκφ, acordar una cita, καθορίζω συνάντηση
arreglar una cita, ορίζω μια συνάντηση
conceder una cita, παραχωρώ μια συνάντηση
darse cita, κανονίζω ραντεβού ή έχω ραντεβού
faltar a una cita, δεν πηγαίνω σε μια συνάντηση
pedir cita, κλείνω ραντεβού (με επαγγελματία)
tomar cita, κλείνω ραντεβού
citar πρχ κινητο-ποιώ> ορίζω συνάντηση, κίνηση με κάποιον, πρχ κιταρ> κλητεύω> καλώ,
πρχ γράφω στο κιτά-πι για συνάντηση
1. ρμ, προσκαλώ, δίνω ραντεβού, le citó a las diez de la noche en un bar muy céntrico,
μου έδωσε ραντεβού στις 10 το βράδυ σε ένα μπαρ πολύ κεντρικό
2. πρχ απο κιτά-πι> παραθέτω πηγή, αναφέρω παραπομπή, για να στηρίξω το λεγόμενο,
citó un artículo de un autor griego, παράθεσε ένα άρθρο από ένα συγγραφέα Έλληνα
3. ταυ, προκαλώ, κινάω προς τον ταύρο, citaba al toro con el capote,
προκαλούσε τον ταύρο με το μανδύα του
4. ραντ, κλείνω, κανονίζω ραντεβού με κάποιον, nos citamos a las 10,
κανονίσαμε για τις 10
5. εκφ, citar a declarar, νομ, καλώ μάρτυρα να καταθέσει,
citar ante la justicia, καλώ ενώπιον της δικαιοσύνης
citación 1. θ, νομ, κλήτευση, κλήση για να κινήσω= πάω προς το δικαστήριο
2. σνθ, citación de evicción, νομ, ένταλμα πρχ εκ-βασης= έξωσης
citación de remate, νομ, εντολή κατασχέσεως
citación judicial, νομ, δικαστική κλήτευση
concitar πρχ συν-κινώ προς τα κάπου, συν-κινώ κάποιον προς ενα μέρος
1. ρμ, μτφ, κινώ προς κάπου ψυχικά, κατα-κινώ, παρακινώ, διεγείρω, προκαλώ,
su postura concita la antipatía de sus compañeros,
η στάση του κινεί προς= προκαλεί την αντιπάθεια των συναδέλφων του
2. προσελκύω, κινώ προς, el partido concitó a muchos aficionados en el estadio,
το παιχνίδι προσέλκυσε πολλούς οπαδούς στο στάδιο
3. ραντ, κινούμαι προς ένα μέρος, mucha gente se ha concitado en el estadio,
πολύς κόσμος έχει συν-κινηθεί= μαζευτεί στο στάδιο
concitación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του concitar
2. παρακίνηση ψυχική
concitador, ra 1. ε, α θ, παρακινητικός, -ή, -ό, παρακινητής
incitar πρχ εν-κινώ προς κάπου= παρα-κινώ
1. ρμ, παρακινώ, υποκινώ, προτρέπω, Los revolucionarios incitaron a los soldados a rebelarse y desobedecer las órdenes del comandante, Οι επαναστάτες υποκίνησαν τους στρατιώτες να επαναστατήσουν και να μην υπακούσουν στις διαταγές του διοικητή
2. incitar a, προτρέπω σε, ενθαρρύνω να, Dado su rendimiento escolar, el director lo incitó a presentarse a una beca, Δεδομένης της ακαδημαϊκής του επίδοσης, ο διευθυντής τον ενθάρρυνε να υποβάλει αίτηση για υποτροφία
incitación 1. θ, παρακίνηση, προτροπή, la incitación al crimen, προτροπή στο έγκλημα
incitador, ra 1. ε, α θ, παρακινητικός, -ή, -ό, παρακινητής, -ια, προτρέπων, -ούσα, -ον,
άτομο που προτρέπει
incitamento, incitamiento 1. α, παρακίνηση, προτροπή
incitante 1. ε, παρακινών, -ούσα, -όν
2. μτφ, ελκύων
incitativa 1. θ, νομ, απόφαση του ανωτάτου δικαστηρίου με την οποία δικαστές κατώτερου βαθμού διατάσσονται να απονέμουν δικαιοσύνη
incitativo, va 1. ε, παρακινητικός, -ή, -ό, προτρεπτικός, -ή, -ό
precitado, da 1. ε, προ-κινούμενο σαν αναφορά= προαναφερθείς, -είσα, -έν
suscitar 1. ρμ, υποκινώ, προκαλώ, El proyecto suscitó gran interés entre los empresarios,
Το έργο προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον μεταξύ των επιχειρηματιών
2. ραντ, προκύπτω, Hay que estar preparados para los problemas que puedan suscitarse,
Πρέπει να είστε προετοιμασμένοι για τα προβλήματα που μπορεί να προκύψουν
recital 1. α, ρεσιτάλ, el recital del músico, το ρεσιτάλ του μουσικού
recitar πρχ περι-κινώ> ανα-κινώ λόγια, δίνω ρεσιτάλ
1. ρμ, απαγγέλλω, ha recitado un poema, απήγγειλε ένα ποίημα
2. ανακινώ από μνήμης= λέγω, αφηγούμαι, recita todo el libro,
λέει από μνήμης όλο το βιβλίο
recitación 1. θ, απαγγελία
recitador, ra 1. ε, απαγγέλλων, -ουσα, -ον
2. α θ, αφηγητής, -ια
recitado 1. α, μσκ, ρετσιτατίβο, μονωδία
recitativo 1. α, ρετσιτατίβο, μονωδία
resucitar 1. ρμ, κυρ, μτφ, πρχ υπερ-ανα-κινώ= ανασταίνω, ανεγείρω
Jesús resucitó al hijo único de la mujer, Ο Ιησούς ανέστησε τον μοναχογιό της γυναίκας
El álbum de platino resucitó la carrera del cantante,
Το πλατινένιο άλμπουμ ανέστησε την καριέρα του τραγουδιστή
2. ανανήφω, Los médicos resucitaron al recién nacido que había dejado de respirar,
Οι γιατροί ανάνηψαν το νεογέννητο που είχε σταματήσει να αναπνέει
3. μτφ, επαναφέρω, El alcalde se empeña en resucitar la cultura y las costumbres locales,
Ο δήμαρχος δεσμεύεται να επαναφέρει τον τοπικό πολιτισμό και τα έθιμα
4. ρα, για άτομο, ανασταίνομαι
resucitación 1. θ, ιατ, αναζωογόνηση, ανάνηψη
resucitado, da 1. ε, αναστημένος, -η, -o
2. α θ, αναστημένο άτομο
3. φάντασμα
sobreexcitar, sobrexcitar 1. ρμ, υπερεξιτάρω, υπερερεθίζω, προκαλώ υπερδιέγερση,
Esta música me sobrexcita, Αυτή η μουσική με υπερ-διεγείρει
2. ραντ, υπερεξιτάρομαι, υπερερεθίζομαι
sobreexcitación, sobrexcitación 1. θ, υπερεξιτάρισμα, υπερερεθισμός, υπερδιέγερση
sobreexcitante, sobrexcitante 1. ε, α υπερεξιταριστικός, -ή, -ό, υπερερεθιστικός, -ή, -ό, υπερδιεγερτικός, -ή, -ό