CEREMONIA

CEREMONIA= ΠΡΧ ΙΕΡΗ-ΜΝΕΙΑ Ή ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΜΝΕΙΑ= ΤΕΛΕΤΗ, ΠΡΧ ΤΣΙΡΙΜΟΝΙΑ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

ceremonia 1. θ, τελετή λόγω εθίμου, θρησκείας, ceremonia nupcial, τελετή γάμου

la ceremonia de la boda, η γαμήλια τελετή

2. τελετή για γεγονός, la ceremonia de entrega de premios,

η τελετή της απονομής των βραβείων

3. μτφ, πράξη με ιερή-μνεία, ιερο-πρέπεια= επισημότητα, τυπικότητα, εθιμοτυπία,

abría la puerta con mucha ceremonia, άνοιγε με επισημότητα την πόρτα

no hace falta que actúes con tanta ceremonia,

δεν χρειάζεται να ενεργείς με τόση τυπικότητα

4. σνθ, ceremonia de apertura, de clausura, τελετή έναρξης, λήξης

5. εκφ, andarse con ceremonias, μτφ, κάνω νάζια, τσιριμόνιες

de ceremonia, με τυπικότητα, dejémonos de ceremonias, ας αφήσουμε τα τυπικά

por ceremonia, λόγω, από τυπικότητα

ceremonial 1. α, τελετουργικό, no observaron estrictamente el ceremonial,

δεν τήρησαν αυστηρά το τελετουργικό

2. τελετουργικός, -ή, -ó, εθιμοτυπικός, -ή, -ό,

su actitud ceremonial es absolutamente falsa,

Η εθιμοτυπική του στάση είναι απολύτως ψευδής

ceremonioso, sa 1. ε, τελετουργικός, -ή, -ό, εθιμοτυπικός, -ή, -ό, τυπικός, -ή, -ό

ceremoniosamente 1. επρ, τελετουργικά, με τελετουργικό τρόπο, επίσημα

Scroll to Top