CENTRO

CENTRO= ΠΡΧ ΚΕΝΤΡΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

centro πρχ κέντρο

1. α, κέντρο σαν σημείο, μέσον, el centro de la via, το κέντρο του δρόμου

se llevó el coche del centro, πήρε τον αμάξι από τη μέση

2. κέντρο πόλης, el piso está en pleno centro de Madrid,

το διαμέρισμα βρίσκεται ακριβώς στο κέντρο της Μαδρίτης

3. κέντρο, κλάμπ, οργάνωση, ίδρυμα, trabaja en un centro comercial,

δουλεύει σε ένα εμπορικό κέντρο

4. κέντρο για περιοχή, un importante centro financiero,

ένα σημαντικό χρηματοοικονομικό κέντρο

5. κέντρο για ιδεολογία, πολιτική, un partido de centro, ένα κεντρώο κόμμα

6. σημείο σύγκλισης, κέντρο, επίκεντρο, es el centro de todas las miradas,

είναι το επίκεντρο όλων των βλεμμάτων

7. αθλ, κέντρο, σέντρα για θέση, πάσα, juega en el centro del campo,

παίζει στο κέντρο του γηπέδου

recibió un centro de su compañero, δέχτηκε μια σέντρα από τον συμπαίκτη του

8. γμτ, κέντρο, el centro del círculo, το κέντρο του κύκλου

9. ιατ, πρωκτός, έδρα

10. σνθ, centro ciudad, κέντρο της πόλης

centro cultural, πολιτιστικό κέντρο

centro concertado, ιδιωτικό σχολείο ή σχολή που χρηματοδοτείται από το κράτος

centro de acogida, κέντρο υποδοχής

centro de cálculo, υπολογιστικό κέντρο

centro de desintoxicación, κέντρο αποτοξίνωσης

centro de educación primaria, secundaria,

διεύθυνση πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης

centro de ensayos, κέντρο δοκιμών

centro de estudios, κέντρο σπουδών

centro de gravedad, κέντρο βάρους

centra de mesa, διακοσμητικό που τοποθετείται στο κέντρο του τραπεζιού

centro de negocios, επιχειρηματικό κέντρο

centro de rehabilitación, κέντρο αποκατάστασης

centro de salud, κέντρο υγείας

centro emisor, ραδ, κέντρο αναμετάδοσης

centro espacial, διαστημικό κέντρο

centro excursionista, εκδρομικός σύλλογος

centro hospitalario, νοσοκομείο

centra médico, ιατρικό κέντρο

centro nervioso, neurálgico, ιατ, κέντρο νευρικό, νευραλγικό

centro penitenciario, σωφρονιστικό κέντρο

centra policlinico, πολυκλινική

centro sanitario, κέντρο υγείας

centro urbano, histórico αστικό, ιστορικό κέντρο

11. εκφ, ser de centro, είμαι κεντρώος

ser el centro de atención, είμαι το επίκεντρο της προσοχής

central 1. ε, κεντρικός, -ή, -ó, módulo central, κεντρική μονάδα

idea central, κεντρική ιδέα

banco central, κεντρική τράπεζα

calefacción central, κεντρική θέρμανση

administración central, κεντρική διοίκηση

2. θ, μητρική εταιρεία, κεντρικά, la orden está enviada desde la central,

η διαταγή είναι σταλμένη από τα κεντρικά

la central se encuentra en Madrid, η μητρική εταιρεία βρίσκεται στη Μαδρίτη

3. σταθμός παραγωγής ενέργειας, la central nuclear, ο πυρηνικός σταθμός

4. τηλεφωνικό κέντρο

5. σνθ, central atómica, eólica, solar ατομικός, αιολικός , ηλιακός σταθμός

central de Correos, κεντρικό ταχυδρομείο

central eléctrica, térmica, σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής, θερμικής ενέργειας

central hidráulica, σταθμός παραγωγής υδραυλικής ενέργειας

central hidroeléctrica, υδροηλεκτρικός σταθμός

central lechera, βιομηχανία γάλακτος

central sindical, συνδικάτο

central telefónica, τηλεφωνικό κέντρο

central 1. α, πδφ, κεντρικός αμυντικός, σέντερ μπακ,

juega de central, παίζει σε θέση κεντρικού αμυντικού

centrocampista 1. α θ, κεντρο-καμπιστής= μέσος, χαφ

centralismo 1. α, συγκεντρωτισμός

centralista 1. ε, συγκεντρωτικός, -ή, -ó, estado centralista, συγκεντρωτικό κράτος

2. α θ, οπαδός του συγκεντρωτισμού

centralita 1. θ, τηλεφωνικό κέντρο

centralizar 1. ρμ, ραντ, συγκεντρώνω, επικεντρώνω, συγκεντρώνομαι, επικεντρώνομαι,

Durante el período de la guerra, la actividad industrial fue centralizada bajo el control de una oficina principal radicada en Berlín, Κατά την περίοδο του πολέμου, η βιομηχανική δραστηριότητα ήταν συγκεντρωμένη υπό τον έλεγχο ενός κεντρικού γραφείου που βρισκόταν στο Βερολίνο,

la gestión comercial se ha centralizado en el nuevo edificio,

Η εμπορική διαχείριση έχει συγκεντρωθεί στο νέο κτίριο

2. πολ, συγκεντρώνω εξουσίες, αρμοδιότητες

centralización 1. θ, συγκεντρωτισμός

centralizado, da 1. ε, συγκεντρωτικός, -ή, -ό, κεντρικός, -ή, -ό

cierre centralizado, κεντρικό κλείδωμα

centralizado, ra 1. ε, α θ, σχετικός, -ή, -ό με τον συγκεντρωτισμό, συγκεντρωτιστής, -ια

centroafricano, na 1. ε, κεντροαφρικανικός, -ή, -ó

2. α θ, κεντροαφρικανός, -ή

Centroamérica 1. ονο Κεντρική Αμερική

centroamericano, na 1. ε, κεντροαμερικανικός, -ή, -ό

2. κεντροαμερικανός, -ή

centro-derecha 1. α θ, πολ, κεντροδεξιά

centroderechista 1. ε, α θ, κεντροδεξιός, -ά, -ό

centro-izquierda 1. α, κεντροαριστερά

centroizquierdista 1. ε, α θ, κεντροαριστερός, -ή, -ó

centroeuropeo, a 1. ε, α θ, κεντροευρωπαϊκός, -ή, -ό

eurocéntrico, ca 1. ε, ευρωκεντρικός, ή, -ó

eurocentrismo 1. α, πολ, ευρωκεντρισμός

centrosoma 1. α, βιο, κεντρόσωμα

centrar 1. ρμ, κεντράρω, centrar un cuadro en la pared,

κεντράρω έναν πίνακα στον τοίχο

2. επικεντρώνω, centraremos la investigación en esa zona,

θα επικεντρώσουμε την έρευνα σε αυτήν την ζώνη

3. μτφ, συγκεντρώνω σε μένα την προσοχή, γίνομαι το κέντρο, αποσπώ,

el partido centró la atención de los aficionados,

το παιχνίδι συγκέντρωσε την προσοχή των φιλάθλων

4. μτφ, κεντράρω κάτι= φέρνω στα ίσα, εξισορροπώ, σταθεροποιώ εκεί που πρέπει

el matrimonio lo ha centrado mucho, ο γάμος τον έχει ισορροπήσει πολύ,

5. αθλ, σεντράρω

6. ραντ, επικεντρώνομαι σε κάτι, el debate se centró sobre temas económicos,

η αντιπαράθεση επικεντρώθηκε σε οικονομικά θέματα

7. συγκεντρώνομαι, ¡céntrate de una vez!, συγκεντρώσου επιτέλους!

8. μτφ, κεντράρομαι στο σημείο που πρέπει= ισορροπώ, σταθεροποιούμαι,

después de casarse se ha centrado bastante,

αφ’ ότου παντρεύτηκε είναι αρκετά πιο ισορροπημένος

céntrico, ca 1. ε, κεντρικός, -ή, -ó, un piso muy céntrico,

ένα διαμέρισμα σε πολύ κεντρικό σημείο

centrismo 1. α, πολ, κεντρώος πολιτικός προσανατολισμός

centrista 1. ε, πολ, κεντρώος, -α, -o, un partido centrista, ένα κεντρώο κόμμα

2. α θ, κεντρώος, α, los centristas no votaron por esa ley,

οι κεντρώοι δεν ψήφισαν υπέρ αυτού του νόμου

centrado, da 1. ε, κεντραρισμένος, -η, -o, ¿Te parece que la imagen está centrada?

Σου φαίνεται ότι η εικόνα είναι κεντραρισμένη;

Mueve el espejo un poco más hacia la izquierda para que quede centrado en la pared

Μετακίνησε τον καθρέφτη λίγο περισσότερο προς τα αριστερά, ώστε να είναι κεντραρισμένος στον τοίχο

2. ζυγοσταθμισμένος, -η, -o για κομμάτι, μηχανή, ruedas mal centradas,

ρόδες κακο-κεντρισμένες= κακο-ζυγοσταθμισμένες

3. επικεντρωμένος, -η, -ο, La investigación está centrada en escolares de cinco a diez años,

Η έρευνα είναι επικεντρωμένη σε μαθητές ηλικίας πέντε έως δέκα ετών

está centrado en su profesión, είναι επικεντρωμένος στο επάγγελμα του

Fabio es un muchacho muy centrado y siempre enfocado en sus estudios,

Ο Fabio είναι ένα πολύ συγκεντρωμένο αγόρι και πάντα προσηλωμένος στις σπουδές του

4. μτφ, κεντραρισμένος, -ή, -ό, σταθερός, -ή, -ό, ισορροπημένος, -η, -o,

después del matrmonio está más centrada, μετά τον γάμο είναι πιο σταθερή

5. έχοντας ως κέντρο= βασισμένος, -η, -o, una película centrada en los filósofos griegos,

μια ταινία βασισμένη στους μεγάλους φιλοσόφους

centrado πρχ κεντράρισμα

1. α, ζυγοστάθμιση

2. κεντράρισμα, στοίχιση, el centrado de la imagen, το κεντράρισμα της εικόνας

centrador 1. α, τχν, συγκεντρωτής, μέσο κεντραρίσματος

centrifugación 1. θ, φυγοκέντριση

centrifugado 1. α, φυγοκέντριση

centrifugador, ra 1. ε, φυγοκεντρικός, -ή, -ό

centrifugadora 1. θ, φυγοκεντριτής, συσκευή φυγοκέντρισης

centrifugar 1. ρμ, φυγοκεντρώ, υποβάλλω σε φυγόκεντρη κίνηση

centrífugo, ga 1. ε, φυγόκεντρος, -η, -ο

centrípeto, ta 1. ε, κεντρο-μόλος, -α, -ο

ultracentrifugación 1. θ, τχν, υπερ-φυγοκέντριση

ultracentrifugadora 1. θ, τχν, υπερ-φυγοκεντρωτής

concentrar 1. ρμ, για άτομα, συγκεντρώνω, la protesta concentró a un millón de personas,

η διαμαρτυρία συγκέντρωσε ένα εκατομμύριο άτομα

2. συγκεντρώνω, επικεντρώνω προσοχή, ενδιαφέρον, προσπάθεια,

concentró todo su esfuerzo para ganar la carrera,

επικέντρωσε όλη του την προσπάθεια για κερδίσει την κούρσα

3. χημ, συγκεντρώνω, συμπυκνώνω

4. ραντ, συγκεντρώνομαι, con todo ese jaleo no consigo concentrarme,

με όλον αυτό το σαματά δεν καταφέρνω να συγκεντρωθώ

5. συγκεντρώνομαι σε χώρο, la mayor parte de las casas se concentra en la ciudad,

οι περισσότερες κατοικίες συγκεντρώνονται στην πόλη

6. συγκεντρώνομαι, μαζεύομαι, la gente se concentró frente al estadio,

o κόσμος συγκεντρώθηκε μπροστά από το στάδιο

7. αθλ, συγκεντρώνομαι για το στάδιο προετοιμασίας

concentración 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του concentrar, concentrarse

2. συγκέντρωση ατόμων, πραγμάτων, en la ciudad hay una gran concentración de casas,

στην πόλη συγκεντρώνονται πολλές κατοικίες

3. συγκέντρωση νοητική, capacidad de concentración, ικανότητα συγκέντρωσης

4. χημ, συγκέντρωση υλικού, πυκνότητα

5. αθλ, συγκέντρωση προετοιμασίας

6. σνθ, concentración parcelaria, αναδασμός

concentración urbana, επαναχάραξη οικοπέδων

concentrado, da 1. ε, συγκεντρωμένος, -η, -o, está concentrado en su libro y no me oye,

είναι συγκεντρωμένος στο βιβλίο του και δεν με ακούει

2. συμπυκνωμένος, -η, -o, Añade un litro de agua por cada 20 litros de jugo concentrado,

Προσθέστε ένα λίτρο νερό για κάθε 20 λίτρα συμπυκνωμένου χυμού

3. αθλ, συγκεντρωμένος, -η, -o, el equipo está concentrado en centro deportivo,

η ομάδα είναι συγκεντρωμένη στο αθλητικό κέντρο

concentrado 1. α, συγκέντρωση ουσίας= συμπύκνωμα, εκχύλισμα,

Añade concentrado de carne a la salsa para darle más sabor,

Προσθέστε εκχύλισμα κρέατος στη σάλτσα για επιπλέον γεύση

2. σνθ, concentrado de naranja, συμπυκνωμένος χυμός πορτοκαλιού

concentrado de tomate, συμπυκνωμένος χυμός ντομάτας

concentrable1. ε, συγκεντρώσιμος, -η, -ο

2. χημ, συμπυκνώσιμος, -η, -ο

concentrabilidad 1. θ, συγκεντρωσιμότητα

2. χημ, συμπυκνωσιμότητα

concéntrico, ca 1. ε, ομόκεντρος, -η, -ο

descentrar πρχ ξε-κεντράρω, απο-κεντράρω

1. ρμ, μετατοπίζω αντικείμενο, βγάζω από τον άξονα, el choque ha descentrado el eje,

η σύγκρουση έχει αποκεντράρει, μετατοπίσει τον άξονα

2. για άτομο, ξεσυγκεντρώνω, χαλάω συγκέντρωση, αποσπώ την προσοχή,

el jaleo me descentra, o σαματάς μου αποσπά την προσοχή

3. μτφ, αποσταθεροποιώ, ξεβολεύω, χαλάω ισορροπία, βγάζω απο νερά,

el cambio de colegio la ha descentrado, Η αλλαγή σχολείου την έχει βγάλει από νερά της

4. ραντ, μετατοπίζομαι από τον άξονα, το κέντρο, αποκεντράρομαι, ξεκεντράρομαι,

se ha descentrado la cámara, η κάμερα έχει ξεκεντραριστεί, μετατοπίστηκε από κέντρο της

5. για άτομο, ξεσυγκεντρώνομαι, αφαιρούμαι, αποσπώμαι,

6. χάνω ισορροπία, βγαίνω απο νερά, se descentró mucho con el nuevo equipo de trabajo,

βγήκε πολύ απο τα νερά του με τη νέα ομάδα εργασίας

descentrado, da 1. ε, μη κεντραρισμένος, -η, -o, παράκεντρος, -η, -ο, έκκεντρος, -η, -ο

el retrovisor está descentrado, ο καθρέφτης είναι παράκεντρος

2. για άτομο, μη συγκεντρωμένος, -η, -ο σε προσοχή

3. αποπροσανατολισμένος, -η, -ο, está muy descentrado desde que dejó los estudios,

είναι πολύ αποπροσανατολισμένος απο τότε που άφησε τις σπουδές

4. χαμένος, -η, -ο, μη προσαρμοσμένος, -η, -ο, aún está descentrado en la nueva empresa,

ακόμα είναι χαμένος στη νέα εταιρεία

desconcentrar 1. ρμ, αποκεντρώνω= διασπώ, αποσπώ την προσοχή,

El niño desconcentra constantemente la atención de sus padres mientras trabajan en casa,

Το παιδί αποσπά συνεχώς την προσοχή των γονιών του ενώ εργάζονται στο σπίτι

2. αποκεντρώνω, Al desconcentrar la carga de trabajo todos se sintieron más relajados,

Με το να αποκεντρώσει το φόρτο εργασίας όλοι ένιωσαν πιο χαλαροί

3. ραντ, αποκεντρώνομαι νοητικά= αφαιρούμαι, χάνω συγκέντρωση μου,

con tanto ruido, se desconcentró, με τόσο θόρυβο έχασε τη συγκέντρωση

desconcentración 1. θ, αποκέντρωση προσοχής, αφηρημάδα

2. αποκέντρωση φόρτου

descentrado 1. α, εκκεντρότητα

descentralizar 1. ρμ, πολ, αποκεντρώνω εξουσίες, αρμοδιότητες

2. ραντ, αποκεντρώνομαι

descentralización 1. θ, αποκέντρωση

descentralizado, ra 1. ε, α θ, αποκεντρωτικός, -ή, -ό, οπαδός αποκέντρωσης

excéntrico, ca 1. ε, α θ, για άτομο, εκκεντρικός, -ή, -ó

2. γμτ, έκκεντρος, -η, -o

excentricidad 1. θ, εκκεντρικότητα ατόμου ή πράγματος, φράσης

2. γμτ, εκκεντρότητα

excéntrica 1. θ, μχν, έκκεντρο

excentración 1. θ, μχν, ομοκεντρότητα

excéntricamente 1. επρ, εκκεντρικά

exocéntrico, ca 1. ε, γλγ, εξωκεντρικός, -ή, -ó

metacéntrico, ca 1. ε, φσκ, μετακεντρικός, -ή, -ó

metacentro 1. α, φσκ, μετάκεντρο

paracentesis 1. θ, ιατ, παρακέντηση

reconcentración θ πρχ περι-συγ-κέντρωση=συγκέντρωση

reconcentramiento α συγκέντρωση

reconcentrar ρμ συγκεντρώνω

reconcentrarse 1. ραντ συγκεντρώνομαι

2. μτφ, κλείνομαι στον εαυτό μου

CAP 1. α Centro de Asistencia Primaria

Κέντρο Πρωτοβάθμιας Ιατρικής Περίθαλψης στην Ισπανία

2. Certificado de Aptitud Pedagógica Πιστοποιητικό Παιδαγωγικής Ικανότητας στην Ισπανία 3. Centro de Asistencia Pedagógica Κέντρο Παιδαγωγικής Yποστήριξης στην Ισπανία

centaura, centaurea θ βοτ κενταύρια

centauro α Κένταυρος

centunvirato α ιστ θητεία λειτούργημα ρωμαίου δικαστή.

cestodo α ζωλ κεστώδης έλμινθας, ταινία

Cetme α στρ ελαφρύ ισπανικό τυφέκιο εφόδου

alcantarilla πρχ καντάρια που φέρουν υγρό ή αγωγοί που πάνε στο κέντρο τα υγρά

1. θ αγωγός αποχέτευσης, υπόνομος, οχετός, σαν καντάρια

las alcantarillas de una ciudad οι αγωγοί αποχέτευσης μιας πόλης

2. τρύπα υπονόμου la pelota está en la alcantarilla η μπάλα είναι στον υπόνομο

alcantarillado α δίκτυο αποχέτευσης

alcantarillar ρμ φτιάχνω αποχετευτικό δίκτυο

alcantarino α ιππότης της Αλκάνταρα.

almicantarat α αστρ υψι-παράλληλος, επειδή πάει προς το κέντρο

cali centre α τηλεφωνικό κέντρο

Scroll to Top