CENSOR

CENSOR= ΠΡΧ ΚΗΝΣΩΡ, ΕΛΕΓΚΤΗΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΡΩΜΗ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

censor 1. α, κήνσωρ

censor, ora πρχ κενσορ> κ(ρ)ίνων ή κήνσωρ, πρχ που περνάει από κρίση κάτι

1. α θ, λογοκριτής, -ια

2. δημόσιος υπάλληλος για έλεγχο

3. ε, λογοκριτικός, -ή, -ό

4. σνθ, censor cinematográfico, λογοκριτής κινηματογράφου

censor de cuentas, νόμιμος ελεγκτής

censor jurado de cuentas, ορκωτός λογιστής

censo πρχ απο κήνσωρ> αυτός που έκανε απογραφή, έλεγχο

1. α, κατάλογος πολιτών, μητρώο

2. απογραφή κατοίκων, censo de habitantes

3. νομ, απόγραφο

4. φόρος οικίας, censo sobre casa

5. ιστ, κεφαλικός φόρος ή χαράτσι

6. σνθ, censo de población, απογραφή πληθυσμού

censo electoral, εκλογικό σώμα

7. εκφ, constituir un censo, εξασφάλιση εισοδήματος μέσω υποθήκης

inscribirse, estar inscrito en el censo, εγγράφομαι, είμαι εγγεγραμμένος στο εκλογικό σώμα

censar 1. ρμ, απογράφω, καταγράφω σε μητρώο, σαν κήνσωρ

2. ρα, διενεργώ απογραφή

censatario, ria 1. ε, απογραφικός, -ή, -ό

censal 1. ε, σχετικός, -ή με την πληθυσμιακή απογραφή, απογραφικός, -ή, -ό

2. σχετικός, -ή με το εκλογικό σώμα, με τους εκλογικούς καταλόγους

censual 1. ε, απογραφικός, -ή, -ó

censualista 1. α θ, νομ, εισοδηματίας, εκμισθωτής, -ια, δικαιούχος ετήσιας προσόδου

επειδή σαν κήνσωρ παραχωρεί χώρο προς ενοικίαση

censurar πρχ κεν-σουραρ> κεν> κρίν-ω και σούρω σε κάποιον ή περνάω από κρίση ή σαν κήνσωρ ελέγχω κάποιον

1. ρμ, λογοκρίνω, imágenes censuradas, λογοκριμένες εικόνες

2. επικρίνω κάποιον, κάτι, αποδοκιμάζω, todos han censurado su comportamiento,

όλοι έχουν επικρίνει την συμπεριφορά του

censura 1. θ, επίσημη αρχή για λογοκρισία,

durante el franquismo la censura actuó básicamente sobre los medios de comunicación,

κατά την διάρκεια του Φρανκισμού η λογοκρισία ενήργησε κυρίως στα Μ.Μ.Ε

2. επίκριση ατόμου, αποδοκιμασία, me dirigió una mirada de censura,

μου έριξε ένα βλέμμα αποδοκιμασίας

3. σνθ, censura de cuentas, έλεγχος, εξέλεγξη λογαριασμών

censurable 1. ε, κατακριτέος, -α, -o

censurador, ra 1. ε, λογοκριτικός, -ή, -ó

2. επικριτικός, -ή, -ó

3. α θ, λογοκριτής, -ια

recensión 1. θ, πρχ περι-κριση για κάτι, κριτική, σχόλιο

El periódico publicó una recensión laudatoria de la última novela de este autor,

Η εφημερίδα δημοσίευσε μια επαινετική κριτική για το τελευταίο μυθιστόρημα αυτού του συγγραφέα

Scroll to Top