CARCOMA

CARCOMA= ΠΡΧ ΣΑΡΑΚΟΜΑ> ΣΑΡΑΚΙ, ΠΡΧ ΚΑΡΚΙΝΩΜΑ> ΣΑΡΑΚΙ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

carcoma 1. θ, εντ, σαράκιο, σάρακας, κάνθαρος o ανόβιος

¿Oyes ese ruidito? Creo que tenemos carcoma en el armario,

Ακούς αυτόν τον μικρό θόρυβο; Νομίζω ότι έχουμε σάρακα στην ντουλάπα

2. σαρακοφάγωμα

3. μτφ, σαράκι σαν σκέψη, εμμονή, Ramiro sentía remordimiento por lo que había hecho. Era una carcoma que no lo dejaba vivir, Ο Ραμίρο ένιωθε τύψεις για αυτό που είχε κάνει. Ήταν ένα σαράκι που δεν τον άφηνε να ζήσει

carcomer 1. ρμ, για ξύλο, σαρακώνω, κατατρώω, ροκανίζω, διαβρώνω,

las termitas carcomen la madera, οι τερμίτες ροκανίζουν το ξύλο

2. μτφ, για άτομο, με σαρακώνει κάτι, κατατρώει το σαράκι ηθικά ή σωματικά,

le carcomen los remordimientos, τον κατατρώνε οι τύψεις

3. ραντ, σαρακώνομαι, διαβρώνομαι, φαγώνομαι, se carcomió todο el armario,

σαρακώθηκε όλο το ντουλάπι

4. μτφ, για άτομο, σαρακώνομαι ηθικά, σωματικά, φθείρομαι, κατατρώγομαι,

se carcome por el odio, σαρακώνεται απο το μίσος

carcomido, da 1. ε, κυρ, μτφ, σαρακομένος, -η, -ο, φαγωμένος, -η, -ο, διαβρωμένος, -η, -ο

Scroll to Top