CALMA = ΠΡΧ ΚΑΛΜΑ, ΗΡΕΜΙΑ, ΓΑΛΗΝΗ, ΠΡΧ ΚΑΥΜΑ> ΚΑΥΤΗΡΙΑΖΩ, ΚΑΥΣΤΙΚΟ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ
calma
1. θ, κάλμα, ηρεμία, ησυχία, γαλήνη, por fin llegó la calma al vecindario,
επιτέλους έφτασε η ηρεμία στην γειτονιά,
todo está en calma, όλα είναι ήσυχα
2. ψυχραιμία, αταραξία ψυχής, una calma increíble, μια απίστευτη ψυχραιμία
3. χρονική διακοπή, παύση, estamos en un período de calma, είμαστε σε περίοδο παύσης
4. μετ, κάλμα, γαλήνη αέρα, θάλασσας
5. μτφ, βραδύτητα σε ομιλία, πράξη
6. σνθ, calma chicha κάλμα (ούτε τσι) νη-νεμία.
7. guardar, mantener la calma, διατηρώ την ψυχραιμία μου
perder la calma, χάνω την ηρεμία μου, την ψυχραιμία μου
tomárselo con calma, παίρνω τα πράγματα με ηρεμία, ψύχραιμα
en calma, σε κάλμα, ήρεμα, γαλήνια, después de la tempestad el océano está en calma,
μετά την καταιγίδα ο ωκεανός είναι σε κάλμα
calma 1. επφ ήρεμα! Κάλμα!
calmado, da 1. ε, καλμαρισμένος, -η, -ο, ήρεμος, -η, -o
calmante 1. ε που καλμάρει, καταπραϋντικός, -ή, -ó
2. ηρεμιστικό, παυσίπονο
calmar 1. ρμ, ραντ, καλμάρω κάποιον, ηρεμώ, καλμάρομαι,
se calmó bastante con la llegada de sus padres,
κάλμαρε αρκετά με την άφιξη των γονιών του
2. για πόνο, καλμάρω, καταπραΰνω, esta pastilla calma el dolor,
αυτό το χάπι καταπραΰνει τον πόνο
3. ρα, μτφ, για καιρό, θάλασσα, καλμάρω, ηρεμώ
encalmar 1. ρμ, ραντ, μτφ, για άτομο, καλμάρω, ηρεμώ,
se encalmó mucho con sus cariñosas palabras, καλμάρισε πολύ με τα στοργικά λόγια του
2. ραντ, για άνεμο, καταιγίδα, θάλασσα, καλμάρω, καταλαγιάζω, κοπάζω
3. μτφ, για συναλλαγές, οικονομία, καλμάρω= είμαι σε ύφεση
4. κτν, για άλογο, πρχ εν-καυμα-είμαι= εξαντλούμαι από ζέστη και κόπωση,
encalmadura 1. θ, κτν, πρχ εν-καύμα= ασθένεια αλόγων λόγω μεγάλης ζέστης
calmazo 1. α ναυ, κάλμα = νηνεμία
calmo, ma 1. ε, γαλήνιος, -α, -o
2. ναυ, για θάλασσα, γαληνεμένος, -η, -o, ακύμαντος, -η, -o
3. αγρ, σε αγρανάπαυση
calmoso, sa 1. ε, για μέρος, θάλασσα, φωνή = ήρεμος, -η, -o
2. για άτομο, μτφ με πολύ κάλμα= νωχελικός, -ή, -ó, απαθής, -ής, -ές, ατάραχος, -η, -ο
calmuco, ca 1. ε, καλμουκικός, -ή, -ó , Καλμούκος , α
cáustico, ca 1. ε, κυρ, μτφ, καυστικός, -ή, -ó
cáustico 1. α, φρμ, καυστικό
causticidad 1. θ, κυρ, μτφ, πρχ καυστικότητα, δηκτικότητα
cauterio 1. α, ιατ, όργανο, καυτήρας
2. ιατ, καυτηρίαση
3. μτφ, καυτήριο = δραστικό, άμεσο μέτρο
cauterizar 1. ρμ, ιατ, καυτηριάζω
2. μτφ, λαμβάνω δραστικά μέτρα ή διορθώνω αποτελεσματικά, σαν να καυτηριάζω
3. βαθμολογώ
cauterización 1. θ, ιατ, καυτηριασμός, καυτηρίαση
cauterizador, ra 1. ε, α, καυτηριαστικός, -ή, -ό, φάρμακο για καυτηριασμό
cauterizante 1. ε, πρχ καυτηριάζων= που καυτηριάζει
2. α, φάρμακο για καυτηριασμό
chimenea πρχ τσιμενεα> τζιμινιέρα ή κάμινος
1. θ, καπνοδόχος, καμινάδα, φουγάρο
2. τζάκι
3. στρ, μτφ, οπή διαφυγής αλεξιπτώτου, σαν τζάκι
4. αθλ, ρωγμή, κενό ανάμεσα σε βράχια για να αναρριχηθεί ο αλπινιστής
5. γωλ, κρατήρας ηφαιστείου, σαν τζάκι
6. θτρ, αεραγωγός, σαν τζάκι
7. σνθ, chimenea de ventilación, κατ, φρέαρ εξαερισμού
chimenea estufa, τζάκι σόμπα
8. εκφ, calentarse alguien la chimenea, οικ, μτφ, κοχλάζει σε κάποιον το τζάκι= σκοτίζομαι,
fumar como una chimenea, οικ, μτφ, καπνίζω σαν τζιμινιέρα, φουγάρο
encausto 1. α, εγκαυστική, pintura al encausto, εγκαυστική ζωγραφική
encáustico, ca 1. ε, εγκαυστικός, -ή, -ó
encáustico 1. α, εγκαυστική
recalmón 1. α, ναυ, πρχ παρα-καλμα= νηνεμία