CADMIA

CADMIA= ΠΡΧ ΚΑΔΜΙΟ, ΠΡΧ ΑΓΑΘΟΜΕΝΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

cadmía 1. θ, χημ, καδμία

cadmiado 1. α, καδμίωση

cadmio 1. α, χημ, κάδμιο

gazmoño, ña πρχ γαθ-μονιο> αγαθό-μενος ψεύτικα

1. ε, α θ, ψευδ-ευλαβής, -ής, -ές, θρησκό-ληπτος, -η, -ο, πουριτανικός, -ή, -ό,

¡Eres un terrible gazmoño! Είσαι ένας τρομερός θρησκόληπτος!

2. ψευτο-θεοφοβούμενος, -η, -ο, θεούσος, -α

3. σεμνότυφος, -η, -ο

gazmoñada 1. θ, ψευδευλάβεια, πουριτανισμός, θρησκοληψία

2. σεμνοτυφία

gazmoñería 1. θ, ψευδευλάβεια, πουριτανισμός, θρησκοληψία

2. σεμνοτυφία

Scroll to Top