CADENA= ΠΡΧ ΚΑΔΕΝΑ> ΑΛΥΣΙΔΑ ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
cadena πρχ καδένα=αλυσίδα
1. θ, αλυσίδα, cadena de eslabones, αλυσίδα με κρίκους,
la cadena de la bicicleta se ha roto, η αλυσίδα του ποδηλάτου έχει σπάσει,
la puerta está asegurada con una cadena, η πόρτα είναι ασφαλισμένη με μια αλυσίδα
2. αλυσίδα λαιμού, una cadena de oro, μια χρυσή αλυσίδα
3. μτφ, καζανάκι, λόγω αλυσίδας, no utilice la cadena, μην τραβάτε το καζανάκι
4. αλυσίδα καταστημάτων, una cadena de restaurantes, μια αλυσίδα εστιατορίων
5. μτφ, κανάλι τηλεόρασης, σαν αλυσίδα καναλιών, una cadena privada de televisión,
ένα ιδιωτικό τηλεοπτικό κανάλι
6. μτφ, αλυσίδα σαν σειρά από κάτι, βροχή από κάτι, una cadena de protestas,
μια σειρά, βροχή από διαμαρτυρίες,
una cadena de asesinatos, μια σειρά από δολοφονίες,
accidente en cadena, ατύχημα καραμπόλα
7. μτφ, μπλόκο στο πέρασμα, σαν αλυσίδα τοποθετημένη,
una cadena de policías no me deja pasar, ένα αστυνομικό μπλόκο δεν με αφήνει να περάσω
8. μτφ, ανθρώπινη αλυσίδα βοηθείας, los manifestantes avanzaban formando una cadena,
οι διαδηλωτές προχώραγαν σχηματίζοντας μια αλυσίδα
9. μτφ, νοητική αλυσίδα, δεσμός με κάτι, la relación entre madre e hijo es una cadena única
η σχέση μεταξύ μητέρα και γιό είναι ένας δεσμός μοναδικός
10. πλφ, αλυσίδα= σειρά από κάτι, una cadena de caracteres, μια σειρά χαρακτήρων
11. χημ, αλυσίδα
12. σνθ, cadena de montaje, αλυσίδα συναρμολόγησης
cadena de montañas, montañosa, ορο-σειρά
cadena de producción, γραμμή παραγωγής
cadena de seguridad, αλυσίδα ασφαλείας για πόρτα,
cadena alimentaria, alimenticia τροφική αλυσίδα
cadena antirrobo, αντικλεπτική αλυσίδα
cadena de agrimensor, αγρο-μετρική= τοπογραφική αλυσίδα
cadena perpetua, αλυσίδα ισόβια> ισόβια κάθειρξη, φυλάκιση
cadena sin fin, αέναη αλυσίδα
cadena de alta fidelidad, στερεοφωνικό υψηλής πιστότητας
cadena de frío, ψυκτική αλυσίδα
cadena de transmisión, αλυσίδα μετάδοσης της κίνησης
cadena humana, ανθρώπινη αλυσίδα
13. εκφ, accidentes en cadena, αλυσίδα ατυχημάτων, καραμπόλα
en cadena, σε αλυσίδα> αλυσιδωτό, -ή, -ό, reacción en cadena, αλυσιδωτή αντίδραση
romper las cadenas, σπάω τις αλυσίδες
tirar de la cadena, τραβώ το καζανάκι
trabajar en cadena, εργάζομαι σε γραμμή παραγωγής
cadenas 1. θ πλ, αλυσίδες για χιόνι, πάγο, cadenas para nieve, hielo
se recominda el uso de cadenas, συνιστάται η χρήση αλυσίδων
2. μτφ, αλυσίδες σκλαβιάς, δεσμά
cadeneta πρχ καδενούλα= αλυσιδούλα
1. θ, μτφ, για κέντημα, αλυσιδο-βελονιά, aplicó una cadeneta de perlé a la camisa,
έπλεξε μια αλυσιδο-βελονιά απο κλωστή πέρλα στην μπλούζα
2. μτφ, χάρτινη γιρλάντα, σαν καδενούλα
3. μτφ, κεφαλάρι σε βιβλιοδέτηση για κράτημα σελιδών, σαν αλυσίδα
catenaccio 1. α, πδφ, κατενάτσιο, σαν καδένες άμυνας
catenaria 1. θ, τχν, κατενέρ, εναέρια γραμμή ρευματοδότησης, σαν καδένα κρεμαστή
2. γμτ, καμπύλη, σαν κρέμασμα καδένας
catenario, ria 1. ε, τχν, πρχ καδενάτο= αλυσιδωτός, -ή, -ó
candado 1. α, πρχ σαν καδένα= λουκέτο
2. σνθ, candado de combinación, λουκέτο με συνδυασμό
3. εκφ, estar bajo, con candado είναι υπό, με λουκέτο= επτασφράγιστος
encadenar πρχ εν-καδενάρω> βάζω καδένα σε κάποιον, κάτι, βάζω σε σειρά σαν αλυσίδα
1. ρμ, αλυσοδένω ή δένω με αλυσίδα φυλακισμένο, ζώο, encadenó el perro a la caseta,
έδεσε τον σκύλο στο σπιτάκι,
el policía encadenó a los presos, ο αστυνομικός αλυσόδεσε τους φυλακισμένους
2. μτφ, βάζω σε σειρά ιδέες, γεγονότα, συνδέω με αλληλουχία, συσχετίζω,
el detective encadenó las sospechas hacia la criada,
ο ντετέκτιβ συσχέτισε τις υποψίες προς την υπηρέτρια
3. μτφ, κάτι με περιορίζει, δεσμεύει, φυλακίζει, el matrimonio la encadenó a la ciudad,
ο γάμος τον περιόρισε στην πόλη
4. ραντ, αλυσοδένομαι για άτομο, ζώο
5. συνδέομαι για γεγονότα με αλληλουχία,, συσχετίζομαι
estos dos hechos se encadenan, αυτα τα 2 γεγονότα συνδέονται
6. κνμ, σκηνές σε αλληλοδιαδοχή με την τεχνική του fade out
7. ρμ, ναυ, δένω αλυσίδες σε λιμάνι
encadenamiento 1. α, κράτημα με αλυσίδα για άτομο, ζώο, δεσμά
2. μτφ, σύνδεση, συσχετισμός γεγονότων, ιδεών, ειρμός, αλληλουχία
3. γλγ, σύνδεση εννοιών από λέξη σε λέξη, προέκταση σημασίας
encadenamiento semántico, σημασιολογική σύνδεση
encadenado, da 1. ε, ποι, σαν καδένα, επαναστροφή στίχου που αρχίζει με την τελευταία λέξη του προηγούμενου, versos encadenados, στίχοι αλυσιδωτοί
encadenado 1. α, κνμ, σταδιακό σβήσιμο σκηνής (fade out)
desencadenar πρχ βγάζω την καδένα από κάποιον, κάτι, αφαιρώ αλυσίδα
1. ρμ, αποδεσμεύω, ξε-αλυσιδώνω, αφαιρώ αλυσίδες από φυλακισμένο, ζώο, πράγμα,
desencadenó los perros para empezar la búsqueda de los fugitivos,
ξέλυσε τα σκυλιά για να αρχίσει την αναζήτηση των φυγάδων
2. λύνω, ξεμπλέκω αλυσίδα ποδηλάτου
3. μτφ, αφαιρώ την αλυσίδα σε κάτι, πυροδοτώ, desencadenar una guerra,
εξαπολύω πόλεμο
4. μτφ, αφήνω να βγει συναίσθημα, desencadenaron sus sentimientos y se divorciaron,
άφησαν να βγουν τα συναισθήματα τους και χώρισαν
5. μτφ, προκαλώ ένα συναίσθημα, desencadenar la hilaridad, προκαλώ το γέλιο
6. μτφ, για καταιγίδα, προκαλώ, la tormenta desencadenó un desastre,
η καταιγίδα προκάλεσε καταστροφή
7. ραντ, αφαιρώ αλυσίδες, για άτομο, ζώο
8. μτφ, ξεκινά η αλυσίδα γεγονότων σε κάτι, la pelea se desencadenó por la discusión,
ο τσακωμός ξεκίνησε από την διαφωνία
9. για συναίσθημα που ξεκινά από κάπου, εκδηλώνομαι,
su rencor se desencadenó al volver a verla,
η μνησικακία του εκδηλώθηκε όταν την ξαναείδε
10. για καταιγίδα, ξεσπώ, la tormenta se desencadenó por la tarde,
η καταιγίδα ξέσπασε κατά το απόγευμα
desencadenamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του ρήματος desencadenar, -se
desencadenante 1. ε, πρχ αυτό που αφήνει την καδένα= αλυσίδα γεγονότων, που ξεκινά, πυροδοτεί, που γίνεται αφορμή για κάτι,
los hechos desencadenantes de la guerra,
τα γεγονότα που πυροδότησαν τον πόλεμο
desencadenante 1. α, ξεκίνημα σε κάτι, πυροδότημα, έναυσμα, αφορμή,
el desencadenante de la guerra, το έναυσμα για τον πόλεμο
concatenar πρχ συν-καδενάρω= συν-αλυσιδώνω κάτι
1. ρμ, μτφ, κάνω καδένα με κάτι= συσχετίζω ιδέες, λόγια, γεγονότα,
el político concatenó puntos de vista diferentes,
ο πολιτικός συσχέτισε σημεία οπτικής διαφορετικά
2. συνδέω, συνάπτω, συνενώνω, no soy capaz de concatenar ni dos frases,
δεν είμαι ικανός να συνδέσω ούτε δύο προτάσεις,
Es el operador encargado de concatenar diferentes operaciones,
Είναι ο υπεύθυνος χειριστής για τη συνένωση διαφορετικών λειτουργιών
concatenación 1. θ, παρουσίαση με σύνδεση σαν καδένα, αλληλουχία ιδεών, γεγονότων
la inevitable concatenación de circunstancias,
η αναπόφευκτη αλληλουχία των καταστάσεων
2. πλφ, σύνδεση διαδοχικών ακολουθιών χαρακτήρων