CACHORRO= ΠΡΧ ΚΑΤΣΟ-ΡΟ> ΚΟΥΤΣΙΚΟ> ΜΙΚΡΟ, ΚΟΥΤΑΒΙ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
cachorro, rra 1. α θ, πρχ κούτσικο= νεογνό κάποιων θηλαστικών, κουτάβι σκύλου,
cachorro de león, λιονταράκι
cachorro de lobo, λυκόπουλο
2. μτφ, κούτσικο σαν μικρός συνεχιστής ιδεολογίας, κληρονόμος,
los cachorros del capitalismo, οι κληρονόμοι του καπιταλισμού
cachorrillo 1. α, μτφ, μικρό πυροβόλο
2. νεογνό ζώου
cachondearse 1. ραντ, πρχ κοτσο-δινω> για κότσο περνάω = κοροϊδεύω, γελώ με κάποιον,
¿te estás cachondeando de mí? με κοροϊδεύεις; γελάς με μένα;
2. παίρνω κάτι στα αστεία, no te cachondees, que esto va en serio,
μην το παίρνεις στ’ αστεία, γιατί είναι σοβαρό
3. παίρνω στην πλάκα, στα αστεία, se cachondea de todo, κάνει πλάκα με τα πάντα
cachondeo 1. α, πρχ κατσοντεο> χαζο-δινω= διασκέδαση, πλάκα, καλαμπούρι,
ya está bien de cachondeo, vamos a estudiar, αρκετά με την πλάκα, πάμε για μελέτη τώρα
se llevan mucho cachondeo con mis nuevos zapatos,
σπάνε πολύ πλάκα με τα καινούργια μου παπούτσια
2. πλάκα, lo dijo de cachondeo, το είπε για πλάκα
3. αταξία, χαμός σε κάτι, esta oficina es un auténtico cachondeo,
αυτό το γραφείο είναι ένας αληθινός χαμός
4. εκφ, armar cachondeo, κάνω φασαρία, σαματά
estar de cachondeo, κάνω πλάκα ή γλεντώ, ξεφαντώνω
ser un cachondeo, πρόκειται για μεγάλο αστείο, μεγάλη φάρσα
tomarse a cachondeo a alguien, algo παίρνω κάτι κάποιον στην πλάκα, στα αστεία
cachondo, da πρχ για-τσόντα
1. ε, για ζώο που είναι σε οίστρο, οιστρήλατος, -η, -ο
2. για άτομο, ερεθισμένος, -η, -o σεξουαλικά, estar cachondo, είμαι διεγερμένος
Miguel se ponía cachondo al imaginarla a Celia desnuda
3. αστείος, -α, -o, διασκεδαστικός, -ή, -ó, es un tío muy cachondo,
είναι ένας πολύ αστείος τύπος
la fiesta fue muy cachonda, η γιορτή ήταν πολύ διασκεδαστική
4. εκφ, poner cachondo a alguien, διεγείρω, ανάβω κάποιον,
ponerse cachondo, διεγείρομαι, Miguel se ponía cachondo al imaginarla a Celia desnuda,
Ο Μιγκέλ διεγέρθηκε όταν φαντάστηκε τη Σίλια γυμνή
cachondez 1. θ, πρχ κα-τσοντες> για-τσόντα= σεξουαλική ορμή
2. οίστρος ζώου
cachondo, da 1. α θ, πρχ που χαζο-δίνει> χαζώδης= αστείος, αστεία
2. εκφ, ser un cachondo, είναι αστείος, διασκεδαστικός
cadillo 1. α, βοτ, καυκαλίς, βελόνι
2. βοτ, ξάνθιο το αγκανθώδες, πρχ κολλητσίδα
3. πρχ καντιλιο> κρεατοελιά
descadillar 1. ρμ, πρχ ξε-κονδυλίζω= αφαιρώ κομπαλάκια από ύφασμα