BOCA= ΠΡΧ ΜΠΟΥΚΙΑ> ΣΤΟΜΑ, ΣΤΟΜΙΟ, ΠΡΧ ΒΟΥΚΙΝΟ, ΒΟΗ> ΣΤΟΜΑ,
ΠΡΧ ΜΠΑΚΑ, ΚΟΙΛΙΑ, ΠΡΧ ΜΠΟΥΚΑΡΩ, ΜΠΟΥΚΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
boca 1. θ, στόμα ατόμου, ζώου, στοματική κοιλότητα,
El dentista me pidió que abriera mucho la boca,
Ο οδοντίατρος μου ζήτησε να ανοίξω πολύ το στόμα μου
2. μτφ, είσοδος δρόμου, τούνελ, μετρό, Cayeron rocas bloquearon la boca del túnel,
Έπεσαν βράχοι και έκλεισαν την είσοδο του τούνελ
La boca de metro más cercana esta solo a dos manzanas de aquí,
Ο πλησιέστερη είσοδος του μετρό απέχει μόλις δύο τετράγωνα από εδώ
3. στόμιο, μπούκα, εκβολές ποταμού, boca de río
4. στόμιο μπουκαλιού, boca de botella
5. στόμιο, άνοιγμα κανάτας, boca de vasija
6. στόμιο όπλου, boca de arma
7. στόμιο ηφαιστείου, boca de volcán
8. μτφ, στόμα, tengo tres bocas que alimentar, έχω 3 στόματα να θρέψω
9. ζωλ, δαγκάνα, el cangrejo tiene boca, ο κάβουρας έχει δαγκάνα
10. οιν, μτφ, γεύση, άρωμα, Este vino tiene buena boca y un equilibrio perfecto,
Αυτός ο οίνος έχει καλό άρωμα και μια τέλεια ισορροπία
11. τχν, στόμιο φούρνου
12. τχν, λεπίδα μαxαιριού
13. τχν, σιαγόνα τανάλιας
14. σνθ, boca a boca, φιλί της ζωής
boca acorchada, μουδιασμένο στόμα
boca de buzón, σχισμή γραμματοκιβωτίου
boca de cañón, στόμιο κάννης
boca de escenario, προσκήνιο
boca de escorpión, φαρμακόγλωσσα
boca de espuerta, στόμα πολύ μεγάλο και σχιστό
boca de fuego, πυροβόλο όπλο
boca de gol, αθλ, τέρμα, γκολπόστ
boca de incendios, πυροσβεστικός κρουνός
boca del estómago, ιατ, επιγάστριο
boca de oro, ρήτορας, Χρυσόστομος
boca de piñón, στόμα με σουφρωμένα χείλη
boca de puerto, είσοδος λιμανιού
15. εκφ, a boca, boca a boca, από στόμα σε στόμα, προφορικά
andar, correr, ir de boca en boca, κάτι πάει από στόμα σε στόμα
andar, estar en boca de todos, με έχουν όλοι στο στόμα τους
a boca de cañón, μτφ, εξ επαφής ή με τρόπο ξαφνικό, εξαπίνης, αιφνίδια
a boca de noche, το απόβραδο, το σούρουπο
abrir boca, ανοίγω την όρεξη
¡a callarse la boca! οικ, σκασμός!, βούλωσέ το!
a pedir de boca, ζητώ την κατάλληλη στιγμή ή κατ’ ευχήν
boca abajo, στόμα κάτω= μπρούμυτα ή για πράγμα= ανάποδα
boca arriba, για άτομο, ανάσκελα ή για πράγμα, από την καλή
buscarle la boca a alguien, μτφ, ψάχνω αφορμή για καβγά με κάποιον
callar, cerrar la boca, οικ, σιωπώ, κλείνω το στόμα, το βουλώνω, ¡cállate la boca! σκάσε!
cerrarle, taparle la boca a alguien, οικ, κλείνω το στόμα κάποιου, κόβω το βήχα
con la boca abierta με το στόμα ανοιχτό, σα χάνος, ενεός
con toda la boca, ολόψυχα, πλήρως
darle en la boca a alguien, σπάω τα μούτρα κάποιου ή αφήνω κάποιον άναυδο
de boca, στα λόγια, de boca promete mucho, στα λόγια υπόσχεται πολλά
de boca de, από το στόμα
de boca para afuera, οικ, από στόμα για έξω= στον αέρα, του αέρα,
promesas de boca para afuera, υποσχέσεις του αέρα
decir algo con la boca pequeña, chica, λέω κάτι με το ζόρι, με μισή καρδιά
decirle a alguien lo que le viene a la boca, λέω ó,τι μου έρθει στο μυαλό
dejar con la boca abierta, αφήνω κάποιον με το στόμα ανοιχτό
despegar la boca, ανοίγω το στόμα μου, λέω κάτι
echar por aquella boca, αθυρο-στομώ
el que, quien tiene boca, se equivoca, όποιος έχει στόμα, λαθεύει,
άνθρωποι είμαστε, λάθη κάνουμε
en boca cerrada no entran moscas, πρμ, σε στόμα κλειστό δεν μπαίνει μύγα=
η σιωπή είναι χρυσός
estar colgado de la boca de alguien, κρέμομαι από το στόμα= χείλη κάποιου
hablar por boca de ganso, παπαγαλίζω
hacer boca, ανοίγω την όρεξη
hacérsele a alguien la boca agua, μου τρέχουν τα σάλια
írsele a alguien la boca, irse alguien de la boca, δεν ξέρω να κλείνω το στόμα μου
mentir con toda la boca, ψεύδομαι ασύστολα
meterse en la boca del lobo, μπαίνω στο στόμα του λύκου
no abrir la boca, δεν ανοίγω το στόμα μου
no decir ni esta boca es mía, δεν λέω λέξη
poner algo en boca de alguien, βάζω λόγια στο στόμα κάποιου
por la boca muere el pez, από το στόμα πεθαίνει το ψάρι=
μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλο λόγο μη λες
por una boca, με ένα στόμα, ομόφωνα
quedarse con la boca abierta μένω με το στόμα ανοιχτό
quitar de la boca, οικ, παίρνω από το στόμα μου
respirar por boca de, πίνω νερό στο όνομα
sin abrir boca, δίχως να πω λέξη, άχνα
tapar la boca a alguien, ταπάρω το στόμα κάποιου= εξαγοράζω την σιωπή, λαδώνω
ή κλείνω, βουλώνω το στόμα κάποιου
torcer la boca, στραβο-μουτσουνιάζω
venir a la boca, μου έρχεται στο μυαλό, στο νου
bocas 1. α θ, πολυλογάς, -ού, ese tío es un bocas, αυτός o τύπος είναι πολυλογάς
bocacaz 1. α, βαλβίδα νερού
bocacha 1. θ, οικ, στοματάρα
2. τραμπούκο= είδος βραχύκανου όπλου
bocaza 1. θ, οικ, στοματάρα
bocazas 1. α θ, φλύαρος, -η, es un bocazas, είναι ένας φλύαρος
2. καυχησιάρης, -α, φαφλατάς, -ού
3. πολυλογάς, -ού, tu amigo no me cae bien, es un bocazas,
ο φίλος σου δεν μου κάθεται καλά, είναι ένας πολυλογάς
4. φιγουρατζής, -ού
5. θ, για γυναίκα, κουτσομπόλα, es una bocazas, είναι κουτσομπόλα
bocal 1. α, δοχείο σε εργαστήρια, φαρμακεία, νοσοκομεία, με στόμιο ειδικό
2. γυάλα ψαριών
bocazo 1. α, μτφ, έκρηξη σε ορυχείο, bocazo de una mina, σαν άνοιγμα στόματος
bocera 1. θ, πληγή σε γωνίες χειλιών, me salieron boceras en las comisuras de los labios,
μου βγήκαν πληγές στις γωνίες των χειλιών
2. μτφ, ίχνη από φαί, μουστάκια, ίχνη στα χείλη, se limpió las boceras de leche con la mano, καθάρισε τα μουστάκια του από το γάλα με το χέρι.
boceras, voceras 1. ε, α θ, φλύαρος, -η, -o, φαφλατάς, -ού
bocana 1. θ, πρχ μπο-κανα> κανάλι στενό για λιμάνι, κόλπο, σαν στόμιο
bocanada 1. θ, δόση αέρα, καπνού από το στόμα= πνοή, φύσημα καπνού
bocanada de aire, πνοή αέρα
por la chimenea salen bocanadas de humo, από την καμινάδα βγαίνουν φυσήματα καπνού
2. γουλιά υγρού
3. μτφ, πλήθος, κύματα κόσμου, de la boca de metro salió una bocanada de gente,
από την έξοδο του μετρό βγήκε πλήθος κόσμου
4. ριπή ανέμου, una bocanada de viento, μια ριπή ανέμου
bocado πρχ μπουκιά
1. α, μπουκιά φαγητού, un bocado de pan, μια μπουκιά ψωμί
2. μτφ, λίγη ποσότητα, μπουκιά, κομματάκι, tomaron un bocado antes de salir,
πήραν μια μπουκιά πριν βγουν
3. δάγκωμα, δαγκωματιά, el perro le atacó a bocados,
o σκύλος του επιτέθηκε με δαγκωματιές
4. στομίδα χαλιναριού σε άλογο, el bocado de la yegua, το χαλινάρι τηw φοράδα
5. τχν, στόμιο φρένου
6. σνθ, bocado de Adán, μήλο του Αδάμ
bocado de cardenal, μπουκιά καρδινάλιου= μπουκιά και συχώριο
buen bocado, μτφ, καλή μπουκιά= καλή ευκαιρία ή μερίδα κελεπούρι από κάτι
7. εκφ, comer algo de un bocado, κάνω κάτι μια μπουκιά, χαψιά
comer, tomar un bocado, τρώω μια μπουκιά
con el bocado en la boca, με τη μπουκιά στο στόμα
dar un bocado, δίνω μια μπουκιά= δοκιμάζω ή δαγκώνω
me lo comería a bocados, είναι να τον πιεις στο ποτήρι
no haber para un bocado, δεν έχω μπουκιά να φάω
no probar bocado, δε βάζω μπουκιά στο στόμα μου
no tener para un bocado, δεν έχω να φάω
boccato di cardinale, μπουκιά καρδινάλιου= φαγητό εκλεκτό, μπουκιά και συχώριο
bocadear 1. ρμ, πρχ μπουκιά-δίδω= κόβω σε μπουκιές
bocadillo πρχ μπουκ-ούλα= σάντουιτς
1. α, σάντουιτς, un bocadillo de jamón y queso, ένα σάντουιτς με χοιρομέρι και τυρί
2. μτφ, συννεφάκι σε κόμικ, sólo mira las escenas, ni se para a leer los bocadillos,
μόνο κοιτά τις σκηνές, ούτε που σταματά να διαβάσει τα συννεφάκια με τα λόγια
bocadillería 1. θ, σαντουϊτσάδικο
bocadito 1. α, γλυκάκι
2. σνθ, bocadito de nata, crema, γλυκάκι με κρέμα
bocata 1. α, οικ, σάντουιτς, un bocata de chorizo, ένα σάντουιτς με λουκάνικο
bocatería 1. θ, οικ, σαντουϊτσάδικο
bocateja 1. θ, πρχ στόμα στέγης= κεραμίδι σε άκρη κεραμοσκεπής
bocina 1. θ, πρχ βούκινο= κόρνα αυτοκινήτου, κλάξον
2. χωνί σε γραμμόφωνο
3. ζωλ, βούκινο, είδος σπειροειδούς κογχυλιού
4. μσκ, κόρνο, όργανο πνευστό
5. ναυ, πρχ μπουρού, ναυτικός τηλεβόας
6. εκφ, tocar la bocina, κορνάρω ή πατάω το κλάξον
ή μσκ, παίζω κόρνο
bocinar 1. ρα, πρχ βουκινάρω= κορνάρω ή πατάω το κλάξον
2. μσκ, παίζω κόρνο
bocinazo 1. α, κορνάρισμα αμαξιού, Oí el bocinazo de un coche, será tu papá,
Άκουσα μια κόρνα αυτοκινήτου, θα είναι ο μπαμπάς σου
2. μτφ, κραυγή, φωνή ειδοποίησης, νουθεσίας, επίπληξης,
le dio un bocinazo para que estuviera quieto,
Του πάτησε μια φωνή ώστε να καθόταν ήσυχος
abocinar 1. ρμ, κάνω βουκινάτο= διευρύνω στόμιο, πλατυστομίζω
abocinamiento 1. α, πλατυστόμιση, διεύρυνση
abocinado, da 1. ε, ατκ, με διεύρυνση κουφώματος
2. πλατύστομος, -η, -o, σαν χωνί
embocinado, da 1. ε, πρχ βουκινάτος, -ο, -η, πλατύστομος, -η, -ο, με ευρύ άνοιγμα
abocar 1. ρμ, ρίχνω το υγρό από δοχείο σε δοχείο ενώνοντας τα στόμια, στομίζω,
abocamos el agua de la garrafa a la botella sin derramar una gota,
στομίσαμε το νερό της κανάτας στην φιάλη χωρίς να ρίξουμε σταγόνα
2. ρμ, ραντ, πρχ μπουκάρω= πλησιάζω, φέρνω, οδηγώ κάτι προς ενα σημείο, όπλα, πυρομαχικά, εφόδια ή μτφ, οδηγώ, abocar la artillería, πλησιάζω το πυροβολικό
abocarse las tropas, πλησιάζουν τα στρατεύματα
Tras una victoria contra los bárbaros, que parece abocar la guerra a su fin,
Μετά από μια νίκη εναντίον των βαρβάρων, που φαίνεται να φέρνει τον πόλεμο στο τέλος
el diablo quiere apartarlos de su Maestro y abocarlos a la apostasía,
ο διάβολος θέλει να τους χωρίσει από τον Κύριό τους και να τους οδηγήσει στην αποστασία
abocarse a, πρχ πάω στο στόμα= οδεύω, κατευθύνομαι προς,
la humanidad se aboca a un final imprevisible, η ανθρωπότητα οδεύει σε απρόβλεπτο τέλος
3. ρα, μπουκάρει πλοίο σε λιμάνι, κανάλι, el barco abocó en el estrecho,
το πλοίο μπουκάρει στο στενό
4. μτφ, καταλήγω, abocar a un final feliz, καταλήγω σε ένα χαρούμενο τέλος
abocado, da 1. ε, μτφ, είναι μπουκαρισμένος, στο στόμα= καταδικασμένος, -η, -o,
el proyecto está abocado al fracaso, το σχέδιο είναι καταδικασμένο σε αποτυχία
2. για οίνο, αρωματικός, -ή, -ό
desbocar 1. ρμ, ραντ, πρχ ξε-μπουκάρω> ξε-στομίζω= σπάζω το στόμιο,
el jarrón se desbocó al caer, το βάζο ξεστομίστηκε στο πέσιμο
2. ρα, εκβάλλω για ποτάμι, desbocar en, Este río desboca en el océano Altántico,
Αυτός ο ποταμός εκβάλλει στον Ατλαντικό Ωκεανό
3. ρα, μτφ, καταλήγω, οδηγώ σε, για δρόμο, esa calle desboca en la plaza,
αυτός ο δρόμος καταλήγει στην πλατεία
4. ραντ, για άλογο, caballo, ξε-στομίζεται απο χαλινάρι= αφηνιάζω
La yegua se desbocó, y el jinete no pudo controlarla,
Η φοράδα αφήνιασε και ο αναβάτης δεν μπόρεσε να την ελέγξει
5. για ρούχο, ξεχειλώνω σε λαιμό, μανίκια, vas a desbocar el jersey de tanto estirarlo,
θα ξεχειλώσεις το πουλόβερ με το να το τεντώνεις τόσο
6. ξεχειλίζω για ποτάμι
7. μτφ, εκτοξεύομαι στα ύψη για πληθωρισμό
8. μτφ, ξεμπουκάρω> ξεστομίζω τον θυμό μου ή χάνω τον έλεγχο, αυθαδιάζω, ξεφεύγω,
La gente que manifestaba delante el edificio administrativo empezaron a desbocarse,
Ο κόσμος που διαδήλωνε μπροστά από το διοικητικό κτίριο άρχισε να ξεφεύγει
desbocamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του desbocar, desbocarse
desbocado, da πρχ ξε-μπουκαρισμένο> με έννοια έξω από τα όρια
1. ε, για άλογο, αφηνιασμένος, -η, -o
2. για ρούχο, μανίκι, ξεχειλωμένος, -η, -o
3. μτφ, για φαντασία, πάθος, αχαλίνωτος, -η, -o
4. μτφ, για συμπεριφορά, ξέφρενος, -η, -o
5. για πράγμα, ξεστομισμένος, -η, -ο, με σπασμένο στόμιο
6. α θ, μτφ, για άτομο, αυθάδης, αναιδής, ξεδιάντροπος, -η
desbocadamente 1. επρ, ξέφρενα, αχαλίνωτα
2. ξεδιάντροπα, αναιδώς
embocar 1. ρμ, βάζω στο στόμα μου, “¿Tienes fuego?” dijo Irene embocando un cigarrillo
“Έχεις φωτιά;” είπε η Ειρήνη, βάζοντας στο στόμα ένα τσιγάρο
ή καταβροχθίζω, Tomó un bocadillo y lo embocó, Πήρε ένα σάντουιτς και το καταβρόχθισε
2. πρχ μπουκάρω σε δρόμο, στενό μέρος, εισέρχομαι, μπαίνω,
Para acceder a la plazuela hay que embocar un estrecho pasadizo,
Για να μπείτε στην πλατεία πρέπει να περάσετε ένα στενό πέρασμα
3. αθλ, βάζω το μπαλάκι στην τρύπα του γκόλφ
4. μσκ, βάζω στο στόμα όργανο
5. ναυ, μπουκάρω σε κανάλι, στενό, εισχωρώ, El yate embocó el embarcadero,
Το γιοτ μπήκε στην προβλήτα
6. ρμ, ραντ, μπουκάρω, περνάω απο σημείο στενό κάτι ή περνάω εγώ,
se embocó por la ventanilla para poder salir del vehículo,
πέρασε από το παράθυρο για να μπορέσει να βγει από το όχημα
7. μτφ, μπουκάρω μια πληροφορία ψεύτικη σε κάποιον= πουλάω παραμύθι,
me embocó que tenía una enfermedad incurable,
μου πούλησε παραμύθι πως είχε μια αρρώστια ανίατη
8. ρμ, μτφ, μπουκάρω κάτι ενοχλητικό σε κάποιον, αμολάω, χώνω,
le embocó todo el humo de su cigarrillo, του αμόλυσε όλο τον καπνό από το τσιγάρο του
9. μτφ, μπουκάρω> αρχίζω, ξεκινώ ενα πρότζεκτ, επιχείρηση
embocado, da 1. ε, για οίνο, που είναι ξηρό και ελαφρώς γλυκό
embocadura πρχ μπούκα
1. θ, είσοδος ποταμού
2. είσοδος λιμανιού
3. είσοδος δρόμου
4. μσκ, στόμιο, επιστόμιο οργάνου
5. άρωμα οίνου, επειδή βγαίνει απο το στόμιο
6. θτρ, προσκήνιο με αψίδες
7. ναυ, είσοδος πλοίου
8. εκφ, tener buena embocadura, έχει ωραίο άρωμα, για οίνο
ή για άλογο, έχει μαλακό μουσούδι
emboque 1. α, σε παιχνίδι, μπουκάρισμα μπάλας, πέρασμα από στεφάνι, τρύπα
2. οικ, μτφ, παραμύθι
desembocar πρχ ξε-μπουκάρω σε κάτι= κατα-λήγω
1. ρα, εκβάλλω για ποτάμι, El río de la Plata desemboca en el océano Atlántico,
ο πόταμος του Ασημιού εκβάλλει στην Ατλαντικό ωκεανό
2. για δρόμο, βγαίνω σε, καταλήγω, esa calle desemboca en la autopista interestatal,
αυτός ο δρόμος καταλήγει στη διακρατική εθνική οδό
3. μτφ, καταλήγω, οδήγησε, La pelea por el dinero desembocó en un divorcio,
καυγάς για τα χρήματα οδήγησε σε διαζύγιο
el error humano desembocó en una tragedia,
το ανθρώπινο λάθος κατέληξε σε μια τραγωδία
4. ρα, ναυ, ξε-μπουκάρω= βγαίνω στ’ ανοιχτά
desemboque 1. α, έξοδος δρόμου, διέξοδος, δίοδος
2. εκβολή ποταμού
desembocadero 1. α, πρχ ξε-μπούκωμα= δίοδος δρόμου, έξοδος, διέξοδος
2. εκβολή ποταμού
desembocadura 1. θ, desembocadero
abocardar 1. ρμ, πλατυστομίζω, διευρύνω στόμιο
abocardado, da 1. ε, πλατύστομος, -η, -ο
boquilla πρχ μπεκ ψεκασμού
1. θ, ακροστόμιο για τσιγάρο, φίλτρο, mi madre fuma con boquilla,
η μητέρα μου καπνίζει τσιγάρο με φίλτρο
2. πίπα για πούρο
3. μσκ, επιστόμιο πνευστού, la boquilla de un clarinete, το επιστόμιο του κλαρινέτου
4. στόμιο, επιστόμιο συσκευής, σωλήνα, la boquilla de un aspirador,
το επιστόμιο της ηλεκτρικής σκούπας
5. κούμπωμα τσάντας, πορτοφολιού, la boquilla del bolso, το κούμπωμα της τσάντας
6. θηλή μπιμπερό, la boquilla del biberón, η θηλή του μπιμπερό
7. στόμιο αρδευτικού καναλιού
8. τχν, ακροφύσιο, μπεκ
9. οπλ, στόμιο κάνης ή στόμιο θήκης ξίφους
10. εκφ, de boquilla, του αέρα, una promesa de boquilla, μια υπόσχεση του αέρα
aboquillado, da 1. ε, με επιστόμιο
2. πλατύστομος, -η, -ο
3. λοξότμητος,-η, -ο
emboquillar 1. ρμ, βάζω φίλτρο στο τσιγάρο
2. ορυ, διανοίγω γαλαρία, τούνελ
emboquillado, da 1. ε, για τσιγάρο, με φίλτρο πίπας, cigarrillo emboquillado,
τσιγάρο με φίλτρο πίπας
bozal 1. α, φίμωτρο, los perros peligrosos llevan bozal,
οι επικίνδυνοι σκύλοι φοράνε φίμωτρο
embozalar 1. ρμ, φιμώνω, βάζω φίμωτρο
abozalar 1. ρμ, φιμώνω, βάζω φίμωτρο
bozo 1. α, χνούδι άνω χείλους
2. χείλος στόματος
embozo πρχ εμ-μπουκα> επι-στόματος, σα φίμωτρο
1. α, μέρος μπουφάν, κασκόλ που καλύπτει το πρόσωπο
2. πάνω μέρος σεντονιού, Luis tiró del embozo de la sábana para taparse la cara y dormir,
Ο Λουίς τράβηξε το πάνω μέρος από το σεντόνι για να καλύψει το πρόσωπο και να κοιμηθεί
3. μεταμφίεση, se puso un embozo para no reconocerse,
μεταμφιέστηκε για να μην τον αναγνωριστεί
4. μτφ, προσποίηση σε λόγια, πράξη, κρυψίνοια, σαν φίμωτρο
5. εκφ, quitarse el embozo, βγάζω τη μάσκα
embozar 1. ρμ, ραντ, καλύπτω το πρόσωπο, la bufanda le embozaba la cara,
το κασκόλ σκέπαζε το πρόσωπό του
2. βουλώνω σωλήνα, algo emboza el desagüe,
κάτι έχει βουλώσει το σωλήνα της αποχέτευσης
rebozar 1. ρμ, ραντ, πρχ περι-μπουκώνω= καλύπτω το πρόσωπο
2. ρμ, μαγ, αλευρώνω
rebozo πρχ περι-μπούκωμα
1. α, μτφ, προκάλυμμα σαν δικαιολογία, πρόσχημα
2. μαντίλα
3. κάλυμμα προσώπου με παλτό
4. εκφ, sin rebozo, απροκάλυπτα, με ειλικρίνεια, ¿cuál es el problema?, dímelo sin rebozo,
ποιό είνει το πρόβλημα;, πές το μου με ειλικρίνεια
rebozado 1. α, κουρκούτι
arrebozar 1. ρμ, πρχ περι-μπουκάρω= καλύπτω πρόσωπο
2. επικαλύπτω με ζάχαρη, αλεύρι
3. ραντ, τυλίγομαι, se arrebozó en la capa, τυλίχτηκε στην κάπα του
brocal 1. α, στηθαίο πηγαδιού σαν στόμιο
broquel πρχ προ-κοιλο
1. α, μικρή ασπίδα από ξύλο
2. ναυ, θέση των πανιών όταν ο άνεμος φυσάει προς την πλώρη
broquelazo 1. α, χτύπημα με την ασπίδα
abroquelarse 1. ραντ, πρχ προ-κοιλώνομαι σε κάτι= προστατεύομαι, φυλάγομαι,
se abroqueló con la capa προστατεύτηκε με την κάπα
2. μτφ, οχυρώνομαι σε άποψη, ιδέα, se abroqueló en sus creencias,
οχυρώθηκε στα πιστεύω του
3. ναυ, κάνω αναστροφή, ορτσάρισμα, με προ-κοιλα πανιά
4. προστατεύομαι με ασπίδα
abroquelado, da 1. ε, βοτ, κοιλο-ειδής= ασπιδοειδής, -ής, -ές
bauxita 1. θ, γωλ, βωξίτης
bocacalle 1. θ, πρχ μπούκα-δρόμου= είσοδος, αρχή δρόμου,
Había una valla que bloqueaba la bocacalle porque estaba inundada,
Υπήρχε μια περίφραξη που μπλόκαρε την είσοδο γιατί ήταν πλημμυρισμένη
2. πάροδος, παράδρομος, vivo en una bocacalle, μένω σε μια πάροδο
bocajarro 1. εκφ, a bocajarro, a boca de jarro, πρχ εκ στόματος-κανάτας,
από κοντινή απόσταση, εξ επαφής, le dispararon a bocajarro,
τον πυροβόλησαν εξ επαφής
2. στα ίσια, nos lo dijo a bocajarro, μας τα είπε στα ίσια
bucanero 1. α, πρχ μπουκάρης= πειρατής
bocamanga 1. θ, στόμα-μανικιού= άνοιγμα μανικιού, μανσέτα
bocamina 1. θ, στόμα= είσοδος ορυχείου
bocanegra 1. α, ζωλ, μελανόστομος Ατλαντικού
bocarte 1. α, ζωλ, ευρωπαϊκός πρχ γαύρος
2. πρχ στόμα-τέχνης= σφυρί κατεργασίας πέτρας, μεταλλευμάτων
bocatijera 1. θ, μχν, στόμα= υποδοχή ψαλιδιού
boquiabierto, ta 1. ε, με στόμα άνοιχτος, -η, -ο, άναυδος, -η, -o,
su respuesta me dejó boquiabierto, η απάντησή του με άφησε άναυδο
boquiancho, cha 1. ε, πλατύστομος, -η, -ο, με πλατύ στόμα
2. για δοχείο, με φαρδύ στόμιο, πλατύστομος, -η, -ο
boquiangosto, ta 1. ε, αγχό-στομο= στενόστομος, -η, -ο
boquirroto, ta 1. ε, στόμα-ρηγμένο= φλύαρος, -η, -ο
boquituerto, ta 1. ε, στραβόστομος, -η, -ο
bochinche, buchinche 1. α, πρχ μπουκιά υγρού= γουλιά
bocón, ona 1. ε, α θ, μεγαλόστομος, -η, -ο, με μεγάλο στόμα
2. καυχησιάρης, -α, -ικο
bocudo, da 1. ε, μεγαλοστομος, -η, -ο, με μεγάλο στόμα
boqueada 1. θ, τελευταία πνοή, κομμένη ανάσα, λοίσθια
2. εκφ, dar las últimas boqueadas, για άτομο, ζώο, δίνω= αφήνω την τελευταία μου πνοή, πνέω τα λοίσθια, el pez daba las últimas boqueadas en la playa,
το ψάρι άφηνε τις τελευταίες του πνοές στην παραλία
ή κάτι φτάνει στο τέλος του
boquear 1. ρα, αφήνω από το στόμα τελευταίες πνοές, αγκομαχώ, ψυχορραγώ,
el pez boqueaba sobre la playa, το ψάρι ψυχορραγούσε στην παραλία
2. ανοίγω το στόμα εισπνέοντας αέρα, antes de bucear boqueó un par de veces,
προτού να βουτήξει, πήρε κάνα δυο αναπνοές
3. μτφ, τελειώνει κάτι, esa botella está boqueando, το μπουκάλι τελειώνει
boquera 1. θ, γωνιακή χειλίτιδα
2. γωνιακή στοματίτιδα ζώου
boqueras 1. α θ, οικ, γλωσσάς, -ού, κακόγλωσσος, -η
boquerel 1. α, κάνουλα αντλίας ανεφοδιασμού βενζίνης
boquerón 1. α, ζωλ, γαύρος, επειδή έχει μεγάλο στόμα ή πρχ μπο-κερον> γ-αυρον
2. μεγάλο άνοιγμα σε κάτι, ρωγμή, el accidente dejó un boquerón en la puerta,
το ατύχημα άφησε ένα μεγάλο άνοιγμα στην πόρτα
3. στοματάρα, μεγάλο στόμα, ¡vaya boquerón tiene tu hermano!
πώπω μεγάλο στόμα έχει ο φίλος σου!
boquete 1. α, μτφ, ρωγμή, τρύπα, la pared tiene un boquete, o τοίχος έχει μια τρύπα
2. στενή είσοδος, el boquete de un túnel, η στενή είσοδος μιας σήραγγας
3. άνοιγμα σε δάσος, un boquete en medio del platanar,
ένα άνοιγμα στη μέση της μπανανοφυτείας
4. στρ, ρήγμα στις εχθρικές γραμμές
bruces, de bruces 1. εκφ, πρχ μπρούμυτα, se cayó de bruces contra el suelo,
έπεσε μπρούμυτα στο πάτωμα
2. εκφ, caer, darse de bruces, πέφτω μπρούμυτα,
darse de bruces con algo, alguien, πέφτω επάνω σε κάτι, κάποιον,
έρχομαι πρόσωπο με πρόσωπο, al volver la esquina me di de bruces con una farola,
καθώς έστριβα στη γωνία, έπεσα επάνω σε μια κολώνα φωτισμού
bucal 1. ε, στοματικός, -ή, -ó, cavidad bucal, στοματική κοιλότητα
infección bucal, λοίμωξη της στοματικής κοιλότητας
bucodental 1. ε, οδοντοστοματικός, -ή, -ó
bucofaríngeo, a 1. ε, ανα, στοματοφαρυγγικός, -ή, -ó
buccinador 1. α, ανα, βυκανητής μυς
buccino 1. α, ζωλ, βυκάνη, βούκινο
buchada 1. θ, γουλιά για ξέπλυμα στόματος
buche 1. α, πρόλοβος, γούλα πτηνού
2. στομάχι τετράποδου
3. γουλιά
4. οικ, κοιλιά, πρχ μπάκα
5. μτφ, εσώψυχα, μύχιες σκέψεις
6. ναυ, δίχτυ-παγίδα για τόνους
7. εκφ, hacer buches, κάνω στοματική πλύση
llenarse el buche, οικ, γεμίζω την μπάκα, κοιλιά μου
buchón, ona 1. ε, για περιστέρι, πρχ φουσκώνα= που φουσκώνει τον πρόλοβο της
2. μτφ, μπακάρας, κοιλαράς, -ού, -άδικο
embuchar πρχ εμ-μπουκάρω
1. ρμ, γεμίζω με υλικό έντερο, φτιάχνω αλλαντικό, λουκάνικο,
esperaron un día para embuchar los chorizos,
περίμεναν μια μέρα για να γεμίσουν τα τσοριθος, λουκάνικα
2. πρχ ε-μπακάρω με φαγητό= γεμίζω κοιλιά, μπάκα
3. παραταΐζω πτηνό
4. καταβροχθίζω, τρώω γρήγορα, embuchó el desayuno y se fue a trabajar,
καταβρόχθισε το πρωινό και έφυγε για δουλειά
embuchado 1. α, πρχ εμ-μπουκωτό= αλλαντικό, embuchado de cerdo ibérico,
αλλαντικό από ιβηρικό χοιρινό
2. οικ, θτρ, μπούκωμα σε ρόλο, προσθήκη, no había estudiado y metió varios embuchados,
δεν είχε μελετήσει καλά και έβαλε αρκετές προσθήκες, δικά του λόγια
3. νοθεία εκλογών με βαλτούς ψήφους
4. υπόθεση, επιχείρηση απάτης που είναι καλυμμένη, βιτρίνα
5. θυμός καλυμμένος
embuchado, da 1. ε, πρχ μπουκωτό= γεμιστός, -ή, -ό
desembuchar 1. ρμ, για πτηνό, πρχ ξε-μπουκώνω= εξεμώ, αποβάλλω από το ράμφος
2. οικ, για άτομο, ξερνώ
3. μτφ, ξερνώ, τα λέω όλα
bucle 1. α, πρχ μπούκλα μαλλιών
2. δακτύλιος δρόμου, καμπή
3. στρίψιμο κλωστής
4. σπιράλ καλωδίου
5. ουρά γράμματος
6. πλφ, βρόχος
buzo 1. α, πρχ βουτώ ή μπουκάρω στο νερό = δύτης βατραχάνθρωπος
2. φόρμα εργασίας, σαν στολή δύτη
3. μεγάλο στόμα
bucear 1. ρα, πρχ βουθ-εαρ> βουτ-άω ή βυθ-ίζομαι= καταδύομαι, κολυμπώ υποβρυχίως, κάνω μακροβούτι,
me gusta bucear, μου αρέσει να κάνω βουτιές
2. καταδύομαι λόγω δουλειάς, bucea a grandes profundidades,
καταδύεται σε μεγάλα βάθη
3. bucear en, μτφ, βουτάω= ερευνώ, ψάχνω κάτι, ahora está buceando en temas religiosos,
τώρα βουτάει σε θέματα θρησκευτικά
buceo πρχ βουτιά, μπούκα
1. α, κατάδυση, υποβρύχια κολύμβηση
2. κατάδυση με σκάφανδρο
3. μτφ, έρευνα, ψάξιμο
buceador, ra 1. ε, καταδυτικός, -ή, -ó
2. α θ, δύτης, ια, δύτης, -ια, με σκάφανδρο
3. υποβρύχιος κολυμβητής, -ια
4. βουτηχτής
bostezar 1. ρα, ηχμ μπουα ή πρχ βο-στεσαρ> βοή-στήσω= χασμουριέμαι,
bostezamos de aburrimiento, χασμουριόμαστε από βαρεμάρα
bostezo 1. α, πρχ βοο-στητο= χασμουρητό
rebuznar 1. ρα, πρχ περι-βοηζω= γκαρίζω, El burro no dejaba de rebuznar porque había un lobo acercándose a las ovejas, Ο γάιδαρος δεν σταμάταγε να γκαρίζει γιατί υπήρχε ένας λύκος πλησιάζοντας τα πρόβατα
rebuzno 1. α, γκάρισμα γαιδάρου, άλλων ζώων παρόμοιων