BAZA

BAZA= ΠΡΧ ΜΠΑΖΑ ΑΠΟ ΧΑΡΤΟΠΑΙΓΝΙΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

baza 1. θ, μπάζα σε χαρτιά, κέρδη, χαρτωσιά, que cada uno cuente sus bazas,

να μετρήσει o καθένας τις μπάζες του

2. μτφ, σαν μπάζα που θα έχω από κάτι, ευκαιρία για κάτι,

no aprovechó bien la baza que se le presentó,

δεν εκμεταλλεύτηκε καλά την μπάζα που του παρουσιάστηκε

ή σα μπαζού-κα> όπλο, προτέρημα, ατού, ese delantero es la gran baza del equipo,

αυτό το σεντερφορ είναι το μεγάλο ατού της ομάδας

3. εκφ, levantar la baza, σηκώνω> κάνω μπάζα στα χαρτιά

sacar baza, πρχ τσακώνω μπάζα= κερδίζω, επωφελούμαι από κάτι

meter baza en algo, μτφ, χώνω τη μύτη μου σε υπόθεση ή επεμβαίνω σε συζήτηση

no dejar meter baza, δεν αφήνω κανέναν να μιλήσει

tener muchas bazas para hacer algo, έχω πολλά ατού στο χέρι μου για να κάνω κάτι

embazarse 1. ραντ, κάνω, πιάνω μπάζα, χαρτωσιά σε χαρτιά

Scroll to Top