BATÁN= ΠΡΧ ΜΠΑΤΑΝΙ, ΜΑΝΤΑΝΙ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
batán 1. α, μαντάνι
2. κτήριο που στεγάζει το μαντάνι
batanes 1. α πλ, παιχνίδι στο οποίο δύο παιδιά ξαπλώνουν παράλληλα και εκτελούν διάφορες κινήσεις στο ρυθμό ενός τραγουδιού
batanar 1. ρμ, κοπανίζω
batanadura 1. θ, κοπάνισμα, μπάσιμο
batanear 1. ρμ, πραγματοποιώ μπατάνισμα σε ύφασμα
batanero, ra 1. α θ, χειριστής, -ια του μπατανιού
abatanar 1. ρμ, κατεργάζομαι ύφασμα σε νεροτριβή
abatanado, da 1. ε, σχετικός, -ή, -ó με τη νεροτριβή, το μπατάνι
abatanador 1. α, άτομο που εργάζεται σε νεροτριβή, γναφέας