BATIAL= ΠΡΧ ΒΑΘ-ΥΑΛΟΣ, ΒΑΘΥ-ΣΚΑΦΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
batial 1. ε, βαθύαλος, -η, -ο
batiesfera 1. θ, βαθύσφαιρα
batimetría 1. θ, γωλ, βαθυμετρία
batimétrico, ca 1. ε, βαθυμετρικός, -ή, -ό
batímetro 1. α, γωλ, βαθύμετρο
isobata 1. θ, γεω, ισοβαθής
isobático, ca, isóbato, ta 1. ε, γεω, ισοβαθής, -ής, -ές
batipelágico, ca 1. ε, βιο, βαθυπελαγικός, -ή, -ó
batiscafo 1. α, βαθυσκάφος
batisfera 1. θ, βαθυσφαίρα
batisismo 1. α, υποθαλάσσιος σεισμός
batómetro 1. α, βαθύμετρο
bentos 1. α, βιο, βένθος
béntico, ca 1. ε, βιο, βενθικός, -ή, -ó
bentónico, ca 1. ε, βιο, βενθικός, -ή, -ó
bentonita 1. θ, μπεντονίτης
bético, ca 1. ε, ανδαλουσιανός, -ή, -ó
2. α θ, πδφ, παίκτης τοπικής ομάδας Μπέτις