BATA

BATA= ΠΡΧ ΜΠΑΤΑ> ΡΟ-ΜΠΑΤΟ> ΡΟΜΠΑ, ΠΡΧ ΒΑΤΑ

bata 1. θ, ρόμπα

2. ποδιά ιατρού, μαθητή, εργασίας, bata de médico, alumno, trabajo

3. σνθ, bata de cola, φόρεμα για φλαμένκο

batín 1. α, κοντή ανδρική ρόμπα

guata, huata 1. θ, πρχ σα υφή γάτας= βαμβάκι, βάτα

guateado, da 1. ε, καπιτονέ, una bata guateada, ρόμπα καπιτονέ

guatear 1. ρμ, δίνω υφή γάτας= καπιτονάρω

enguatar 1. ρμ, εν-βατα-θέτω ή πρχ εν-γατίζω= επενδύω φόρεμα με βάτα

2. επενδύω ύφασμα με καπιτονέ

Scroll to Top