BALANZA

BALANZA= ΠΡΧ ΜΠΑΛΑΝΤΖΑ> ΖΥΓΑΡΙΑ, ΠΡΧ= ΑΜΦΙ-ΠΛΑΤΟ> ΖΥΓΑΡΙΑ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

balanza πρχ αμφι-πλατο= ζυγαριά, επειδή έχει 2 πιάτα, πρχ μπαλαντζα= ζυγαριά

1. θ, ζυγός, ζυγαριά σαν όργανο

2. εμπ, ισοζύγιο

3. αστρ, αστλ, Ζυγός

4. σνθ, balanza de cocina, ζυγαριά κουζίνας

balanza de precisión, ζυγαριά ακρίβειας

balanza comercial, εμπορικό ισοζύγιο

balanza de pagos, ισοζύγιο πληρωμών

balanza por cuenta corriente, ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών

balanza romana στατήρας, καντάρι

5. εκφ, equilibrar la balanza, ζυγιάζω κάτι στο βάρος, εξισορροπώ δυνάμεις

inclinar la balanza, κλίνω> γέρνω την πλάστιγγα

balance πρχ αμφι-πλατία, σαν ζύγιση

1. εμπ, ισολογισμός, ισοζύγιο

el balance arroja un superávit, o ισολογισμός εμφανίζει πλεόνασμα

2. απολογισμός, απογραφή απο κάτι

3. αποτίμηση ζύγισης> απο κάτι, el balance de los resultados electorales,

αποτίμηση του εκλογικού αποτελέσματος

4. μσκ, ρύθμιση εξισορρόπησης ήχου

5. κίνηση ταλάντευσης, αιώρηση, ισορρόπηση, σαν ζυγαριά

6. ναυ, διατοίχιση, μπότζι

7. σνθ, balance de víctimas, απολογισμός θυμάτων

balance positivo, negativo, θετικό,αρνητικό ισοζύγιο

balance térmico, τχν, θερμικό ισοζύγιο

8. εκφ, hacer balance de, κάνω απολογισμό

balancé 1. α, αιώρηση

balancear πρχ μπαλαντζάρω= κινούμαι σαν ζυγαριά, ταλαντεύομαι

1. ρα, ρμ, ραντ, πρχ μποτζάρω, ταλαντεύομαι, κινούμαι πάνω κάτω σαν ζυγαριά, για πλοίο

el barco se balanceaba con el viento, το πλοίο ταλαντευόταν με τον άνεμο

2. ρμ, ρα, ραντ, κινώ, πηγαίνω απο δω κι απο κει, ταλαντεύω, λικνίζω, αμφιταλαντεύομαι,

balancea la cuna del niño, κούνα πέρα δώθε την κούνια του παιδιού

el coche se balanceaba mucho, το αμάξι κινιόταν πολύ

3. ρμ, εξισορροπώ, αντισταθμίζω κάτι, σαν ζύγισμα

4. ραντ, μτφ, για άτομο, παρα-παίω, παρα-πατάω

el borracho se balanceaba por la calle, ο μεθυσμένος παραπατούσε στον δρόμο

5. ρα, για άτομο, μτφ, αμφι-ταλαντεύομαι σε απόφαση

balanceo 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του balancear o balancearse

2. κίνηση ταλάντευσης,

3. ναυ, διατοίχιση, πήγαινε-έλα πλοίου, el balanceo del barco me mareaba,

το πήγαινε-έλα του πλοίου με ζάλιζε

balancín 1. α, κούνια, επειδή κινείται σαν ζυγαριά

2. τραμπάλα

3. κοντάρι σχοινοβάτη

4. μπαλανσιέ μηχανής, ρολογιού

5. άξονας αυτοκινήτου, άμαξας

6. ανατροπέας μοτέρ, ράουλο

7. κάβος σε πλοίο που βοηθά στην αλλαγή πορείας

contrabalanza 1. θ, κυρ, μτφ, κοντρα-μπαλαντζο= αντί-βαρο, αντι-στάθμισμα

microbalanza 1. θ, μικρο-ζυγός

posbalance, postbalance 1. ε, μετά την απογραφή> μπαλαντζάρισμα, ζύγισμα

abalanzarse πρχ μπαλαντζάρω> κινούμαι προς κάποιον σαν ζυγαριά που κλίνει προς κάπου

1. ρμ, ρίχνομαι, ορμώ, abalanzarse sobre su oponente, ρίχνομαι στον αντίπαλo μου

2. μτφ, ορμώ σε κάτι με ενθουσιασμό, los niños se abalanzan sobre los juguetes,

τα παιδιά όρμησαν στα παιχνίδια

contrabalancear πρχ κοντρα-μπαλαντζάρω= εξ-ισορροπώ

1. ρμ, εξισορροπώ κάτι

2. αντι-σταθμίζω, sus buenas cualidades contrabalancean sus defectos,

τα προτερήματα του αντισταθμίζουν τα ελαττώματά του

Scroll to Top