AZÚCAR

AZÚCAR= ΠΡΧ ΣΑΚΧΑΡΟ, ΖΑΧΑΡΗ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

sacárido 1. α, χημ, σακχαρίτης

sacarífero, ra 1. ε, βοτ, σακχαροφόρος, -ος, -o

sacarificar 1. ρμ, χημ, σακχαρο-ποιώ, ζαχαρο-ποιώ

sacarificación 1. θ, χημ, σακχαροποίηση, ζαχαροποίηση

sacarimetría 1. θ, τχν, σακχαρομετρία

sacarímetro 1. α, σακχαρόμετρο

sacarina 1. θ, χημ, σακχαρίνη

sacarino, na 1. ε, χημ, σακχαρώδης, -ης, -ες, σακχαροφόρος, -ος, -ο

sacaroideo, a 1. ε, χημ, βιο, σακχαροειδής, -ής, -ές

sacarol 1. α, χημ, βιο, ζαχαρόλη

sacarolado 1. α, χημ, βιο, με ζαχαρόλη

sacarómetro 1. α, σακχαρόμετρο

sacaromicetos 1. α πλ, σακχαρομύκητες

sacarosa 1. θ, σακχαρόζη

sacaruro 1. α, σακχαρίτης

disacárido 1. α, δισακχαρίτης

monosacárido 1. α, μονοσακχαρίτης

polisacárido 1. α, πολυσακχαρίτης

azúcar 1. α θ, ζάχαρη

2. σνθ, azúcar en polvo, ζάχαρη άχνη

azúcar blanquilla, ημι-κατεργασμένη ζάχαρη

azúcar cande, candi, κάντιο

azúcar en terrones, ζάχαρη σε κύβους

azúcar glas, glasé, de lustre, γλάσο

azúcar granulado ημι-επεξεργασμένη ζάχαρη σε κόκκους

azúcar mascabada, μουσκοβάντο, αραφινάριστη,μαλακή, σκούρα ζάχαρη

azúcar moreno, negro, μαύρη ζάχαρη

azúcar rosado, ροδοζάχαρη

azúcar de caña, ζάχαρη από ζαχαροκάλαμο

azúcar blanco, de flor, florete, refinado λευκή, κατεργασμένη ζάχαρη

azúcar de cortadillo, ζάχαρη σε κύβους

azúcar de leche, λακτόζη

azúcar de pilón, ζάχαρη σε κοινούς

azúcar de plomo, de Saturno, άλας μολύβδου

azúcar de quebrados, ημικατεργασμένη ζάχαρη

azúcar de malta, μαλτόζη

azúcar de maná, χημ, μανιτόλη

azucarado, da 1. ε, με ζάχαρη, ζαχαρένιος, -α, -o, γλυκός, -ιά, -ó

2. μτφ, στα λόγια, γλυκός, -ιά, -ó, προσηνής, -ής, -ές, μελιστάλακτος, -η, -o,

palabras azucaradas, γλυκερά λόγια

azucarar 1. ρμ, ρίχνω ζάχαρη, no me gusta azucarar el café,

δεν μου αρέσει να ρίχνω ζάχαρη στον καφέ

2. μτφ, γλυκαίνω, απαλύνω λόγια, azucarar una respuesta, γλυκάνω μια απάντηση

azucarera 1. θ, ζαχαριέρα

2. εργοστάσιο ζάχαρης

azucarería 1. θ, εργοστάσιο ζάχαρης

azucarero, ra 1. ε, ζαχαρώδης, -ης, -ες, la industria azucarera, η βιομηχανία ζάχαρης

azucarero 1. α, ζαχαριέρα

azucarillo 1. α, κύβος ζάχαρης

2. μελάσα με ασπράδι αυγού, λεμόνι σαν γλυκαντικό νερού

Scroll to Top