AVELLANA

AVELLANA= ΠΡΧ ΣΑΝ ΒΕΛΑΝΙΔΙ> ΦΟΥΝΤΟΥΚΙ, ΦΟΥΝΤΟΥΚΙΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

avellana 1. θ, πρχ σαν βελανίδι= φουντούκι

2. εκφ, estar más seco que una avellana, είμαι σκληρός σαν πέτρα,

este pan está más seco que una avellana, αυτό το ψωμί είναι σκληρό σαν πέτρα

avellana 1. α, χρώμα φουντούκι

2. ε, χρώμα φουντουκί, ojos color avellana, χρώμα ματιών φουντουκί

avellanado, da 1. ε, φουντουκί, una falda marrón avellanado, μια φούστα καφέ φουντουκί

2. τχν, τρυπημένος, -η, -ο για να μπει βίδα, με φρέζα

avellanal 1. α, δάσος με φουντουκιές

avellanar 1. α, δάσος με φουντουκιές

avellaneda 1. θ, περιοχή με φουντουκιές

avellanedo 1. α, περιοχή με φουντουκιές

avellanero, ra 1. α θ, πωλητής, -ια φουντουκιών

avellanero 1. α, βοτ, φουντουκιά

avellano 1. α, βοτ, φουντουκιά

2. ξύλο φουντουκιάς

avellanarse 1. ραντ, μτφ, γίνομαι σαν φουντούκι= γερνάω στο δέρμα, ρυτιδώνω, ζαρώνω

avellanado 1. α, τχν, φρεζάρισμα

avellanador 1. α, μχν, φρέζα τρυπάνι

avellanar 1. ρα, μχν, φρεζάρω

Scroll to Top