AUSTRO

AUSTRO= ΠΡΧ ΑΥΣΤΡΙΑ, ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ, ΠΡΧ ΑΣΤΡΟ> ΑΥΓΗ,

ΠΡΧ ΑΝ-ΙΣΤΑ-ΜΑΙ, ΠΡΧ ΟΣΤΡΟΓΟΤΘΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

Australia 1. ονο, Αυστραλία

australiano, na 1. ε, α θ, αυστραλέζικος, -η, -ο, αυστραλιανός, -ή, -ó

Αυστραλός, Αυστραλέζος, Αυστραλή, Αυστραλέζα

australopiteco 1. α, αυστραλοπίθηκος

Austrasia 1. ονο, ιστ, Αυστρασία

Australasia 1. ονο, Αυστραλασία

austro πρχ αυστρο-άνεμος> απο Αυστραλία> νότια

1. α, σφοδρός νότιος άνεμος, νοτιάς

austral 1. ε, νότιος, -α, -o, constelación austral, αστερισμοί του νοτίου ημισφαιρίου

2. α, νόμισμα, αουστράλ

Austria 1. ονο, Αυστρία, το νότιο βασίλειο απο την Γερμανία

austríaco, ca, austríaco, ca 1. ε, αυστριακός, -ή, -ό

2. Αυστριακός, Αυστριακή

Austrias 1. ονο, los Austrias, οι Αψβούργοι

austrohúngaro, ra, austro-húngaro, ra 1. ε, ιστ, αυστροουγγρικός, -ή, -ó,

imperio austrohúngaro, η αυστροουγγρική αυτοκρατορία

2. α θ, κάτοικος της Αυστροουγγαρίας

ostrogodo, da 1. ε, ιστ, οστρογοτθικός, -ή, -ó

2. α θ, Oστρογότθος

aurora πρχ αστρο-ώρα> αυγή, πρχ αύρα ημέρας, πρχ αουρ-ώρα> όρθρου-ώρα= όρθρος

1. θ, πρχ αύρα ημέρας= αυγή, χαραυγή ημέρας, χάραμα, ξημέρωμα,

la aurora anunció el día, η χαραυγή ανήγγειλε την ημέρα,

Me despertó la luz de la aurora, Με ξύπνησε το φως της αυγής

2. θρη, πρχ όρθρος

3. μτφ, αρχή, αυγή, La invención de la cadena de montaje representó la aurora de una nueva era industrial, Η εφεύρεση της γραμμής συναρμολόγησης αντιπροσώπευσε την αυγή μιας νέας βιομηχανικής εποχής

4. μτφ, ποτό που γίνεται από γάλα αμυγδάλου και ρόφημα κανέλας

5. σνθ, aurora austral, νότιο σέλας

aurora boreal, βόρειο σέλας

aurora polar, πολικό σέλας

6. εκφ, despuntar, romper la aurora, ξε-ποντάρει, σπάει η αυγή= χαράζει,

la fiesta terminó cuando empezaba a despuntar la aurora,

η γιορτή τελείωσε όταν άρχισε να χαράζει

auroral 1. ε, του βορείου σέλας, las radiaciones aurórales, σελαϊκές ακτινοβολίες

2. λγτ, της αυγής, αυγινός, -ή, -ó, εωθινός, -ή, -ó

eoceno 1. α, γωλ, ηώκαινος

eolito 1. α, ορυ, ηώλιθος

eón 1. α, φλφ, Αιών, αιώνας

eosina 1. θ, χημ, ηωσίνη

Estonia 1. ονο, Εσθονία

estonio, nia 1. ε, εσθονικός, -ή, -ó

2. α θ, Εσθονός, Εσθονή

estonio 1. α, ιδίωμα Εσθονικά

este πρχ στέ-κει ο ήλιος> ανατολή, πρχ αν-ιστα-μαι για ήλιο

1. α, σημείο ανατολής, está ventana está orientada al Este,

αυτό το παράθυρο είναι προσανατολισμένο στα ανατολικά

el sol sale por el Este, o ήλιος βγαίνει από την ανατολή

2. σαν ζώνη, πλευρά, ανατολή, en el este del país el clima es más benigno,

στην πλευρά της ανατολής της χώρας το κλίμα είναι καλό, μαλακό

3. ανατολικός άνεμος, λεβάντες, απηλιώτης, el este soplaba fuerte,

o λεβάντες φύσαγε δυνατά

4. ε, ανατολικός, -ή, -ό, la costa este, η ανατολική ακτή

este 1. α, ανατολικός, Viento este, άνεμος ανατολικός

sudeste 1. α, νοτιο-ανατολικός, su casa tiene orientación sudeste,

το σπίτι του έχει προσανατολισμό νοτιοανατολικό

nordeste 1. α, βορειο-ανατολικός

leste 1. α, ναυ, ανατολή

oeste 1. α, πρχ ο-εστε> φαρ ουεστ> μακρινή δύση ή ο-εστε> απο-στέκει ο ήλιος= δύση, Δύση,

el oeste es uno de los cuatro puntos cardinales, 

η δύση είναι ένα από τα τέσσερα βασικά σημεία του ορίζοντα 

2. δυτικό μέρος χώρας, περιοχής ή μέρος, τμήμα που βρίσκεται στα δυτικά,

El oeste del parque está lleno de ardillas y otros animalitos,

Το δυτικό τμήμα του πάρκου είναι γεμάτο σκίουρους και άλλα ζώα

3. δυτικός άνεμος, un oeste muy fuerte ha estado soplando toda la mañana,

ένας πολύ δυνατός δυτικός άνεμος φυσάει όλο το πρωί

4.για κατεύθυνση, στα δυτικά, Chile está al oeste de la Argentina,

Η Χιλή βρίσκεται δυτικά της Αργεντινής

5. λγτ, del Oeste, της Δύσης, La novela describe las costumbres del Oeste entre 1840 y 1880,

Το μυθιστόρημα περιγράφει τα έθιμα της Δύσης μεταξύ 1840 και 1880

6. σαν επίθετο πριν από ουσιαστικό, δυτικός, -ή, -ό, viento oeste, άνεμος δυτικός

7. σνθ, una película del oeste, μια ταινία γουέστερν

8. εκφ, el lejano oeste, το φαρ ουεστ, η άγρια δύση

Scroll to Top