ATRIO

ATRIO= ΠΡΧ ΑΙΘΡΙΟ, ΑΙΘΕΡΑΣ, ΠΡΧ ΤΡΩΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

atrio 1. α, ατκ, πρχ αίθριο= πρόναος εκκλησίας, el atrio de la iglesia

2. σκέπαστρο, στέγαστρο κτιρίου στην είσοδο, περίκλειστο

3. άτριο, εσωτερική, αυλόγυρος, En el atrio del museo han puesto una exposición de grafitis

Στο άτριο του μουσείου έχουν στήσει μια έκθεση γκράφιτι

4. ζωλ, κόλπος καρδιάς

atroz πρχ μτφ, κάτι που τρώει, δηλώνει αρνητικότητα οπου εφαρμοστεί

1. ε, πρχ για πράξη που τρώει την συνείδηση, πρχ ατρος> απο-τρόπαιο, στυγερός, -ή, -ó, θηριώδης, -ης, -ες, απάνθρωπος, -η, -ο, αποτρόπαιος, -α, -ο, φρικτός, -ή, -ό,

las torturas a las que los sometieron fueron atroces,

τα βασανιστήρια στα οποία τους υπέβαλλαν ήταν απάνθρωπα

No es posible que alguien sea capaz de cometer un crimen tan atroz

Δεν είναι δυνατόν κάποιος να είναι ικανός να διαπράξει ένα τόσο φρικτό έγκλημα

2. μτφ, που τρώει τα πάντα= πολύ μεγάλο σε ένταση, άμετρος, -η, -ο, τεράστιος, -α, -ο,

ha llegado con un hambre atroz, έχει φτάσει με μια πείνα τεράστια, πεθαίνει της πείνας

tengo un dolor atroz de cabeza, έχω ένα φρικτό πονοκέφαλο

hace un frío atroz, κάνει ψοφόκρυο

3. μτφ, για ποιότητα, κάκιστος, -η, -ο, la decoración del salón era atroz,

η διακόσμηση του σαλονιού είναι ήταν κάκιστη

atrocidad 1. θ, για πράξη, φρικαλεότητα, ωμότητα, θηριωδία, πράξη απάνθρωπη,

la guerra es una atrocidad, ο πόλεμος είναι μια φρικαλεότητα

2. για λόγια, παραλογισμοί, ανοησίες χοντρές, φρικαλεότητα,

siempre intenta llamar la atención con sus atrocidades,

πάντα προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή με τους παραλογισμούς του

sus atrocidades ofendieron a los doctores, οι ανοησίες του προσέβαλαν τους ιατρούς

3. οικ, μτφ, δηλώνει ποσότητα τεράστια, πλήθος, σωρός, tengo una atrocidad de trabajo,

έχω ένα σωρό δουλειά

4. για ποιότητα, μτφ, φρίκη, ésta película es una atrocidad, αυτή η ταινία είναι φρίκη

5. εκφ, una atrocidad, μτφ, πάρα πολύ, me gusta una atrocidad, μου αρέσει πάρα πολύ

atrozmente 1. επρ, απάνθρωπα, αποτρόπαια, στυγερά, mató atrozmente a su hermano,

σκότωσε απάνθρωπα τον αδερφό του

2. μτφ, πολύ άσχημα, lo hizo atrozmente mal, τα έκανε εντελώς χάλια, άσχημα, θάλασσα

andrina 1. α, βοτ, πρχ ανδρινα> αιθερινα> σαν αιθέρας> μαύρο= αγριοδαμάσκηνο

andrino 1. α, βοτ, αγριοδαμασκηνιά

endrina 1. θ, βοτ, αγριοκορόμηλο

endrino, na 1. ε, για χρώμα, κυανόμαυρος, -η, -o

endrino 1. α, βοτ, προύμνη η ακανθώδης, αγριοκορομηλιά

2. κυανόμαυρο χρώμα

Scroll to Top