ASFALTO

ASFALTO= ΑΣΦΑΛΤΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

asfalto 1. α, ουσία άσφαλτος, πίσσα

2. ασφαλτοστρωμένος δρόμος, άσφαλτος, es el rey del asfalto,

είναι o βασιλιάς της ασφάλτου

espalto 1. α, ορυκτή πισσάσφαλτος

asfaltar 1. ρμ, ασφαλτο-στρώνω, ασφαλτώνω

asfaltado, da 1. ε, ασφαλτοστρωμένος, -η, -ο, ασφαλτωμένος, -η, -o, un camino asfaltado, ασφαλτοστρωμένος δρόμος

asfaltado 1. α, ασφαλτόστρωση, ασφάλτωση, el asfaltado de la carretera,

η ασφαλτόστρωση της λεωφόρου

2. ασφαλτόστρωμα, οδόστρωμα, el asfaltado de la calle, το οδόστρωμα του δρόμου

asfaltadora 1. θ, κατ, μηχάνημα ασφαλτόστρωσης, οδοστρωτήρας

asfaltador, ra, 1. ε, ασφαλτωτικός, -ή, -ό, Proceso asfaltador, διαδικασία ασφαλτωτική

2. α θ, ασφαλωτής, -ια

asfáltico, ca 1. ε, ασφάλτινος, -η, -ο, επασφαλτωμένος, -η, -ο,

una superficie asfáltica, ασφάλτινη επιφάνεια

Scroll to Top