ANTES= ΠΡΧ ΑΝΤΙ-, ΑΝΤΙ-ΛΑΤΩ> ΠΑΩ ΠΡΙΝ Ή ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΚΑΤΙ, ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΗΓΟΥΜΑΙ, ΠΡΧ ΑΒΑΝΤ-ΓΚΑΡΝΤ, ΠΡΧ ΒΑΙΝΩ ΜΠΡΟΣ, ΠΡΧ ΑΒΑΝΤΑΖ, ΠΡΧ ΑΝΤΙ-ΘΕΤΩ, ΑΝΤ-ΟΔΕΥΩ,
ΠΡΧ ΑΝΤΙΚΑ, ΠΡΧ ΑΝΤΙ-ΩΨ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
anticuado, da πρχ αντίκα= παλιός
1. α θ, για άτομο, με νοοτροπία, γούστα παλιά, παλιομοδίτης άνθρωπος,
eres un anticuado, είσαι ένας παλιομοδίτης
2. ε, που δεν χρησιμοποιείται ή δεν φοριέται πλέον, άλλης εποχής, σαν αντίκα,
απαρχαιωμένος, -η, -o, palabra anticuada απαρχαιωμένη λέξη
3. για άτομο, απαρχαιωμένος, -η, -ο, ξεπερασμένος, -η, -o,
tiene una mentalidad anticuada, έχει μια νοοτροπία απαρχαιωμένη
3. για ρούχα, μοντέλο, παλιομοδίτικος, -η, -ο, ντεμοντέ, este traje es anticuado,
αυτό το κοστούμι είναι ντεμοντέ
4. για παράδοση, έθιμο, απαρχαιωμένος, -η, -ο, αναχρονιστικός, -ή, -ó,
costumbre anticuado, αναχρονιστική συνήθεια
5. εκφ, quedarse anticuado, έχω μείνει πίσω από την σύγχρονη εποχή,
la maquinaria se ha quedado anticuada, τα μηχανήματα είναι πλέον απαρχαιωμένα
anticuar 1. ρμ, αντικάρω κάτι= κηρύσσω κάτι παλιό ή σε αχρησία, για λέξεις, νόμους
2. ραντ, έχω μείνει πίσω, ξεπερνιέμαι, γίνομαι παλιομοδίτικος, παλαιώνομαι,
anticuarse una moda, παλαιώνεται μια μόδα
anticuario, ria 1. α θ, πρχ αντικέρ, παλαιοπώλης, -ισσα,
anticuario 1. α, παλαιοπωλείο
anticuariado 1. α, επάγγελμα παλαιοπώλη
2. κύκλος, συνάφι παλαιοπωλών
antiguo, gua 1. α θ, για άτομο, παλιομοδίτης, -ισσα
2. εκφ, los antiguos, οι αρχαίοι
antiguo, gua 1. ε, που υπάρχει πολύ καιρό, παλιός, -ά, -ό, παλαιός, -ά, -ό, αρχαίος, -α, -o,
esa taberna es muy antigua, αυτή η ταβέρνα είναι παλιά,
tradición antigua, αρχαία παράδοση
2. για άτομο, μέρος, πρώην, παλιός, -ά, -ό, προηγούμενος, -η, -ο, τέως,
es el antiguo presidente, είναι o τέως πρόεδρος
la antigua Unión Soviética, η πρώην Σοβιετική Ένωση
3. με πολύ χρόνο παρουσίας, εμπειρίας, βετεράνος, παλιός, -ά, -ό, παλαιός, -ά, -ó,
los empleados más antiguos, οι παλαιότεροι υπάλληλοι
4. για μόδα, παλιομοδίτικος, -η, -ο, ντεμοντέ, un traje antiguo, ένα παλιομοδίτικο κοστούμι
5. που υπήρξε στην αρχαιότητα, αρχαίος, -α, -o, la antigua Grecia, η αρχαία Ελλάδα
6. εκφ, a la antigua, όπως γινόταν στα παλιά τα χρόνια, με τον τρόπο που γινόταν παλιά,
vestir a la antigua, ντύνομαι όπως τα παλιά τα χρόνια
en mi casa se come a la antigua, a hora temprana,
στο σπίτι μου τρώμε όπως παλιά, πιο νωρίς
de antiguo, από παλιά, lo conoce de antiguo, τον γνωρίζει από παλιά
desde muy antiguo, από πολύ παλιά
estar chapado a la antigua, είμαι της παλιάς σχολής,
tus abuelos están chapados a la antigua, οι παππούδες σου είναι της παλιάς σχολής
venir de antiguo, βαίνω από παλιά, έχω παλιές ρίζες, su rivalidad viene de muy antiguo,
η αντιπαλότητα τους έρχεται, ξεκινά από πολύ παλιά
antigualla 1. θ, υτμ, παλιατζούρα, παλιατσαρία
antiguamente 1. επρ, για χρόνο, παλιά, παλιότερα, άλλοτε,
antiguamente, la gente era más amable, παλιότερα, ο κόσμος ήταν πιο ευγενικός
antigüedad 1. θ, για ύπαρξη χρονική από παλιά, παλαιότητα,
antigüedad de una ciudad, de un edificio, παλαιότητα μιας πόλης, κτιρίου
2. σε θέση, αρχαιότητα, παλαιότητα ατόμου, tengo poca antigüedad, έχω λίγη παλαιότητα cobró un plus de antigüedad, πήρε επίδομα παλαιότητας, πήρε χρονοεπίδομα
ascenso por antigüedad, προαγωγή λόγω παλαιότητας
3. για πράγμα, αντίκα, este jarrón es una antigüedad, αυτό το βάζο είναι αντίκα
4. εκφ, la Antigüedad, η Αρχαιότητα
antigüedades 1. θ πλ, για πράγματα, αρχαιότητες, tienda de antigüedades,
κατάστημα αρχαιοτήτων
estantigua πρχ στατό-αντίκα= που στέκει από παλιά
1. θ, φάντασμα, στοιχειό
2. οικ, μτφ, για άτομο, πρχ σαν στέκα, ντερέκι, λελέκι
antiquísimo, ma 1. ε, αρχαιότατος, -η, -o, γηραιότατος, -η, -o, παλαιότατος, -η, -ο
παμπάλαιος, -α, -ο, La elaboración del pan es una tradición antiquísima,
Η παρασκευή ψωμιού είναι μια αρχαιότατη παράδοση
anciano πρχ ανθι-ανο> αντι-χρ-όνο= με πολλά χρόνια
anciano, na 1. ε, ηλικιωμένος, -η, -ο, Mi vecinο ancianο vive con 15 gatos,
Ο ηλικιωμένος γείτονας μου ζει με 15 γάτες
2. α θ, γέρος, γριά, Ayudé a una anciana a cruzar la calle,
Βοήθησα μια ηλικιωμένη γυναίκα να διασχίσει τον δρόμο
3. παλαιός, -ά, -ό, Derrumbaron un árbol de mango anciano,
Έριξαν ένα παλιό δέντρο μάνγκο
4. α, θρη, γέροντας, ηγούμενος, El anciano invitó a los convocados a rezar,
Ο γέροντας κάλεσε τους συγκεντρωμένους να προσευχηθούν
ancianidad 1. θ, περίοδος γέρικη= γηρατειά, γεράματα,
a pesar de su ancianidad vivía muy bien, παρόλο τα γεράματα του ζούσε πολύ καλά
2. για πράγμα, παλαιότητα
ante πρθ αντί σε κάποιον, κάτι
1. μπροστά σε, μπροστά από, ενώπιον, απέναντι από κάποιον, κάπου,
estaba ante mí completamente solo, στεκόταν μπροστά μου εντελώς μόνος
el estadio apareció ante mis ojos, το στάδιο εμφανίστηκε μπροστά στα μάτια μου ¡ante se compareció ante el juez, εμφανίστηκε ενώπιον του δικαστή
2. απέναντι σε γεγονότα, καταστάσεις, crecerse ante las dificultades,
να μεγαλώνεις απέναντι στις δυσκολίες
3. για σύγκριση, μπροστά από, προ, μπροστά σε, σε σχέση με, απέν-αντι,
cualquier otra belleza palidece ante la suya,
όποια άλλη ομορφιά ωχριά απέν-αντι της δικής της
4. σε σχέση με κάτι, αντί αυτού, για αυτό, μπροστά σε, no puedo opinar ante este asunto,
δεν μπορώ να εκφέρω γνώμη για αυτό το θέμα,
todos los argumentos son pocos ante su discurso,
όλα τα επιχειρήματα, λόγια είναι λίγα μπροστά στα όσα είπε στην ομιλία του
ante la duda, mejor preguntar, εν-αντί μιας αμφιβολίας, καλύτερα να ρωτάς,
5. εκφ, ante todo, πρώτα από όλα, πάνω από όλα, ante todo, la salud,
πάνω από όλα, η υγεία
Antillas 1. ονο, las Antillas, οι Αντίλλες
las Antillas Holandesas, οι Ολλανδικές Αντίλλες
las Antillas Menores, οι Μικρές Αντίλλες
antillanismo 1. α, γλγ, γλωσσικό χαρακτηριστικό Ισπανικών που ομιλούνται στις Αντίλλες
antillano, na 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με τις Αντίλλες
2. α θ, γηγενής, κάτοικος των Αντιλλών
ΑΝΤΙ- 1. πρθ, αντι-, antigripal, antiséptico, αντιγριπικό, αντισηπτικό
antifaz πρχ αντι-φάτσα
1. α, μάσκα που καλύπτει τα μάτια
2. μάσκα που καλύπτει το μισό πρόσωπο
anteguerra 1. θ, προ-πολεμική περίοδος
antehistoria ,do 1. θ, προϊστορία
antehistórico, ca ε, προϊστορικός, -ή, -ó
anteiglesia 1. θ, προ-αύλιο, πρό-στεγο εκκλησίας
anteislámico, ca 1. ε, προϊσλαμικός, -ή, -ó
antejuicio 1. α, νομ, προ-δικασία
antemeridiano, na 1. ε, για ώρα, προ-μεσημβρινός, -ή, -ό,
las horas antemeridianas, οι προ-μεσημεριανές ώρες
2. αστρ, προμεσημβρινός, -ή, -ό
antemural 1. α, πρό-χωμα
antenacido, da 1. ε, πρόωρος, -η, -o γεννημένος
antenombre 1. α, αντ-όνομα= τίτλος προσφώνησης πριν το όνομα, άγιος, δον, κύριος
antenupcial 1. ε, αντι-νυμφαίο= προ-γαμιαίος, -α, -o
anteojos 1. α πλ, πρχ αντι-ώψ= αντι-ματιών= κιάλια
anteojo 1. α, τηλε-σκόπιο
2. σνθ, anteojo de estrella, τηλεσκόπιο
anteojo de larga vista, τηλεσκοπική διόπτρα
anteojeras 1. θ πλ, για άλογα, de caballería, παρ-ωπίδες, caballo con anteojeras,
άλογο με παρωπίδες
2. μτφ, για άτομο, παρωπίδες
antojo 1. α, μτφ, αυτό που έχω αντι-ώψ= μπροστά στα μάτια μου, επιθυμία, καπρίτσιο, esto no es más que un antojo, αυτό δεν είναι παρά ένα καπρίτσιο
2. για έγκυο, λαχτάρα, λιγούρα, las embarazadas suelen tener antojos,
οι έγκυες είθισται να έχουν λιγούρες
3. μτφ, γενετήσιο σημάδι, σαν μάτι στο δέρμα, tiene un antojo en el brazo,
έχει ένα γενετήσιο σημάδι στο χέρι
4. εκφ, al antojo de alguien, πράττω σύμφωνα με τα θέλω μου, στο καπρίτσιο του καθένα, όποτε κάνει κέφι σε κάποιον, όποτε καπνίσει σε κάποιον,
vivimos a nuestro antojo, ζούμε με τα θέλω μας, όπως μας κάνει κέφι
antojadizo, za ε, α θ, που θέλει ό, τι είναι αντι-ματιών= καπριτσιόζικος, -η, -ο,
καπριτσιόζος, -ζα, este niño es un antojadizo y quiere todo lo que pide su hermano,
αυτό το παιδί είναι καπριτσιόζικο και θέλει ό, τι ζητάει ο αδερφός του
antojarse 1. ραντ, μου έρχεται επιθυμία για κάτι, καπρίτσιο, σαν να το αντι-όπτομαι,
se le antojó comer caracoles, του ήρθε να φάει σαλιγκάρια,
se le antojaron esos vaqueros, του γυάλισε αυτό το τζιν
no hace más que lo que se le antoja, κάνει μόνο ó,τι του κάνει όρεξη
lo haré cuando se me antoje, θα το κάνω όποτε μου ’ρθει όρεξη
2. μτφ, φαντάζομαι, πιστεύω, φέρνω αντι-ωψ= ματιών, αντι-όπτομαι,
se me antoja difícil lo que pides, μου φαίνεται δύσκολο αυτό που μου λες
antealtar 1. α, θρη, Άγιο Βήμα, χώρος μπροστά από την Αγία Τράπεζα
anteanoche 1. επρ, προχτές, προχθές το βράδυ
anteanteanoche 1. επρ, αντι-προχτές, αντιπροχθές το βράδυ
anteayer 1. επρ, προχτές, προχθές
anteanteayer 1. επρ, αντιπροχτές, αντιπροχθές
antebrazo 1. α, αντι-μπράτσου= πήχης, αντι-βράχιο, αντι-βραχίονας
antecama 1. θ, χαλάκι κρεβατιού
antecámara 1. θ, προθάλαμος, αίθουσα υποδοχής
antecambriano, na 1. ε, γωλ, προκάμβριος, -ια, -ιο
antecapilla 1. θ, θρη, νάρθηκας, προ-ναός
anteclásico, ca 1. ε, προκλασικός, -ή, -ó
antecocina 1. θ, αποθηκευτικός χώρος πριν από την κουζίνα
antecuerpo 1. α, ατκ, αντι-κορμί= προεξοχή οικοδομής
antedata 1. θ, νομ, ψευδής χρονολογία, προ-χρονολόγηση
antedatar 1. ρμ, προχρονολογώ
antedespacho 1. α, προθάλαμος, αίθουσα υποδοχής γραφείου
antepalco 1. α, προθάλαμος θεωρείου στο θέατρο
antepasado, da 1. α θ, πρόγονος, πρόγονοι
antepasados 1. α πλ, πρόγονοι
antepatio 1. α, προαύλιο
antepecho πρχ αντι-πέτο= κάτι που τίθεται σαν προ-θετο, παρα-πέτο
1. α, για γέφυρα, παρατηρητήριο, antepecho de puente, mirador,
στηθαίο, κιγκλίδωμα, κουπαστή, κάγκελα
2. για παράθυρο, antepecho de ventana, ποδιά, περβάζι παραθύρου
3. για άλογο, προστερνίδιο
4. ναυ, κουπαστή
5. ορυ, βαθμίδα ορυκτού
antepechado, da 1. ε, αντι-πετο= περβαζάτος, -η, -ο, που έχει περβάζι,
ventana antepechada, παράθυρο περβαζάτο= με περβάζι
anteúltimo, ma 1. ε, προ-τελευταίος, -α, -ο
antepenúltimo, ma 1. α θ, προ-προ-τελευταίος, -α, τρίτος, τρίτη από το τέλος,
Andrés es el antepenúltimo de la lista, o Ανδρέας είναι o τρίτος από το τέλος στη λίστα
2. ε, σε σειρά, λίστα, προ-προτελευταίος, -α, -o τρίτος, -η, -ο από το τέλος
3. για συλλαβή, σχετικός, -η, -ό με την προπαραλήγουσα
anteportada 1. θ, αντι-πόρτα= σελίδα ψευδότιτλου
anteproyecto 1. α, αντι-πρότζεκτ= προμελέτη, προσχέδιο, προκαταρκτικό σχέδιο
2. σνθ, anteproyecto de ley, προσχέδιο νόμου
antepuerta 1. θ, αντι-πόρτα= κουρτίνα πόρτας
2. στρ, εσωτερική πόρτα φρουρίου
antepuerto 1. α, ναυ, εξωτερικό λιμάνι, εξωτερική αποβάθρα
antesala πρχ αντι-σάλα
1. θ, προθάλαμος
2. μτφ, αιτία, προοίμιο, αφετηρία για κάτι, la mujer fue la antesala de la pelea,
η γυναίκα ήταν το προοίμιο, η αιτία του τσακωμού
3. εκφ, estar en la antesala de algo, μτφ, στέκω στα πρόθυρα για κάτι,
estaba en la antesala de la depresión, ήταν στα πρόθυρα της κατάθλιψης
hacer antesala, κάνω αντισάλα= περιμένω στο προθάλαμο,
les tocó hacer antesala para hablar con la embajadora,
τους έτυχε να περιμένουν για να μιλήσουν στην πρέσβη
antetemplo 1. α, πρόναος
antever 1. ρμ, λγτ, προ-βλέπω
antevisto, ta 1. ε, λγτ, προβλεφθείς, -είσα, -έν
antevíspera 1. θ, προ-παραμονή
Antequera 1. ονο, Αντεκέρα,
2. εκφ, que salga el sol por Antequera, ας βγει ο ήλιος από τον αντί-χειρα=
o κόσμος να χαλάσει, ó, τι κι αν συμβεί, ας γίνει ό, τι είναι να γίνει,
Mañana me voy de vacaciones, y salga el sol por Antequera,
Αύριο φεύγω για διακοπές, ο κόσμος να χαλάσει
No puedo hacer más cambios en el proyecto, así que, ¡salga el sol por Antequera!
δεν μπορώ να κάνω αλλαγές στο προτζεκτ, οπότε, ας γίνει ό, τι είναι να γίνει!
antecesor, ra πρχ αντε-θεσορ> αντι-θέσω εμένα σε κάτι
1. α θ, προκάτοχος σε θέση, αξίωμα, fue mi antecesor en el cargo,
ήταν o προκάτοχος μου στην θέση
2. πρόγονος, πρόγονοι, mis antecesores fueron griegos, οι πρόγονοί μου ήταν Έλληνες
antecedente πρχ αντι-θέτων σε κάτι
1. ε, προηγούμενος, -η, -ο, πρότερος, -η, -ο, προγενέστερος, -η, -o,
gobierno antecedente, κυβέρνηση προηγούμενη
2. α, γεγονός, κατάσταση σαν προηγούμενο,
esto va a constituir un antecedente, αυτό το γεγονός θα αποτελέσει προηγούμενο
un fracaso sin antecedentes, μια αποτυχία χωρίς προηγούμενο
3. γρμ, αναφερόμενο, ¿cuál es el antecedente de éste?
ποιο είναι το αναφερόμενο του éste;
antecedentes 1. α πλ, για υπόθεση, ασθενή, κατάδικο, ιστορικό,
antecedentes de una guerra, ιστορικό ενός πολέμου,
los antecedentes de un conflicto, το ιστορικό μιας διαμάχης
presenta antecedentes cardíacos, έχει ιστορικό καρδιακών προβλημάτων
2. σνθ, antecedentes penales, νομ, ποινικό μητρώο, tiene antecedentes penales,
έχει προηγούμενες καταδίκες
antecedentes policiales, ποινικό μητρώο
3. εκφ, estar en antecedentes de algo, είμαι στα προηγούμενα= ενημερωμένος για κάτι,
¿estás en antecedentes de lo ocurrido? έχεις ενημερωθεί σχετικά με τα όσα συνέβησαν; poner a alguien en antecedentes, ενημερώνω κάποιον σχετικά με τα όσα έχουν συμβεί,
me ha puesto en antecedentes, με έχει θέσει ενήμερο, ενημερώσει για τα προηγούμενα,
για όσα έχουν συμβεί
anteceder 1. ρα, αντε-θεδερ> για κάτι που αντι-θέτεται ή αντι-(θ)οδεύει= προηγούμαι,
las nubes anteceden a la tormenta, τα σύννεφα προηγούνται της καταιγίδας,
εξαιτίας των προαναφερθέντων, αποφασίσαμε να ασκήσουμε αγωγή κατά του ιδιοκτήτη
El profesor que antecedió al actual era muy estricto,
Ο δάσκαλος που προηγήθηκε του νυν ήταν πολύ αυστηρός
antelación πρχ αντι-λάτηση χρονική σε κάτι, νωρίτερα
1. θ, έγκαιρο χρονικό διάστημα για κάτι, he sacado el billete con cuatro días de antelación,
έχω βγάλει το εισιτήριο με 4 μέρες αντιλάτηση= πριν χρονικό, διάστημα, νωρίτερα
lo prepararon con poca antelación, το ετοίμασαν με μικρό χρονικό διάστημα, λίγο νωρίτερα
el vuelo llegó con dos horas de antelación, η πτήση αφίχθηκε δύο ώρες νωρίτερα
antemano, de antemano 1. εκφ, αντι-χειρός> σαν να το έχω από πριν στο χέρι=
εκ των προτέρων, conocía de antemano lo que iba a pasar,
γνώριζα εκ των προτέρων αυτό που θα συνέβαινε
le agradecemos de antemano su colaboración,
σας ευχαριστούμε εκ των προτέρων για τη συνεργασία σας
antes πρχ αντι σε χρόνο, χώρο, σειρά
1. επρ, πριν λίγο χρονικά, νωρίτερα, ya te lo dije antes, ήδη σου το είπα νωρίτερα
¡haberlo dicho antes! ας το έλεγες νωρίτερα!
2. πρωτύτερα, προηγουμένως, παλιότερα στον χρόνο, antes, todo era distinto,
meses antes había comprado un piso, μήνες πριν είχα αγοράσει ένα διαμέρισμα,
ya nada es como antes, τίποτα δεν είναι πια όπως παλιά
3. για σειρά, saldré antes que tú, θα βγω πριν από εσένα,
yo me bajo dos paradas antes, εγώ κατεβαίνω δύο στάσεις πριν
el señor va antes, o κύριος προηγείται
4. για χώρο, la primera planta está antes de la segunda,
το πρώτο πάτωμα είναι πριν το δεύτερο
5. για προτίμηση, antes morir que perder la honra,
πριν προτιμώ= καλύτερα να πεθάνω από το να χάσω την τιμή
6. εκφ, antes de nada, αρχικά, καταρχάς, antes de nada, quiero agradeceros vuestro apoyo αρχικά, θέλω να σας ευχαριστήσω για τη συμπαράστασή σας
antes que nada, πρώτα απ’ όλα, πριν απ’ όλα, antes que nada, debo felicitar al organizador, πρώτα απ’ όλα, οφείλω να ευχαριστήσω τον οργανωτή
la salud es antes que nada, η υγεία είναι πάνω απ’ όλα
antes (…) que, καλύτερα (…) παρά, καλύτερα (…) από,
me compraría el azul antes que el rojo,
θα προτιμούσα να αγοράσω το μπλε παρά το κόκκινο
antes muerto que tener que pedirle perdón,
καλύτερα να πεθάνω παρά να αναγκαστώ να του ζητήσω συγγνώμη
antes solo que mal acompañado, καλύτερα μόνος παρά με κακή παρέα
cuanto antes, όσο το δυνατόν νωρίτερα, llámame cuanto antes, por favor,
κάλεσε με όσο το δυνατόν νωρίτερα, σε παρακαλώ
cuanto antes mejor, όσο νωρίτερα, τόσο καλύτερα
de antes, για χρόνο, παλιά, παλιότερα, άλλοτε, los coches de antes duraba más,
τα αμάξια παλιότερα διαρκούσαν, άντεχαν πιο πολύ
για σειρά, este proyecto es mejor que el de antes,
αυτό το προτζεκτ είναι καλύτερο από το προηγούμενο
για χώρο, en esa calle está la policía, y nosotros vivimos en la casa de antes,
σε αυτόν το δρόμο βρίσκεται η αστυνομία, και εμείς μένουμε στο προηγούμενο σπίτι
lo antes posible, το συντομότερο δυνατόν
mucho antes, πολύ νωρίτερα, πολύ πριν, lo supo mucho antes, το έμαθε πολύ πριν
poco antes, λίγο πριν, llegó poco antes de las 10, έφτασε λίγο πριν τις 10
antes 1. σύνδεσμος, αντ-αυτού, αντί-θετα, τουν-αντίον, περισσότερο, μάλλον,
no me he molestado, antes te lo agradezco,
δεν έχω ενοχληθεί, τουναντίον σου το ευγνωμονώ,
no teme la muerte, antes la desea, δεν φοβάται τον θάνατο, μάλλον τον επιθυμεί
2. εκφ, antes bien, αντίθετα, αντιθέτως, τουναντίον,
no se aburrió, antes bien, se lo pasó estupendamente,
δεν βαρέθηκε, αντίθετα, τα πέρασε τέλεια
antes πρχ αντί χρονικά
1. ε, πριν από ουσιαστικό που δηλώνει χρόνο, προηγούμενος, -η, -ο, πρωτύτερος, -η, -o,
el día antes, η προηγούμενη μέρα, η παραμονή,
la noche, el año antes, η προηγούμενη νύχτα, χρονιά
antes 1. α, αντι χρονικό= πριν, el antes y después de la televisión,
το πριν και μετά της τηλεόρασης
antes de 1. εκφ, στον χρόνο, πριν, πριν από, προτού, no llegaré antes de las 12,
δεν θα φτάσω πριν από τις 12
2. για χώρο, la casa está antes del supermercado,
το σπίτι βρίσκεται πριν από το σουπερμάρκετ
antes (de) que 1. εκφ, πριν να, tenemos que salir antes de que anochezca,
πρέπει να φύγουμε πριν να νυχτώσει
enantes 1. επρ, πρχ εν-αντι= πριν, προτού, άλλοτε
denantes 1. επρ, οικ, προηγουμένως, πριν, πρωτύτερα
anterior πρχ αντι-τερο
1. ε, στον χρόνο, προγενέστερος, -η, -o, προηγειθείς, -είσα, -έν, προηγούμενος, -η, -ο,
el día anterior a su llegada estaba muy nerviosa,
την προηγούμενη ημέρα της άφιξης του ήταν νευρική
2. παλαιότερος, -η, -o, περασμένος, -η, -ο, las generaciones anteriores,
οι παλαιότερες γενιές
3. στον χώρο, προηγούμενος, -η, -o, la casa anterior, το προηγούμενο σπίτι
4. για μέρος, μπροστινός, -ή, -ó, εμπρόσθιος, -α, -o, la parte anterior del coche,
το εμπρόσθιο μέρος του αμαξιού
5. φων, μπροστινό φωνήεν, vocal anterior
anterioridad 1. θ, προγενέστερο,
no pudo demostrar la anterioridad de un suceso respecto al otro,
δεν μπόρεσε να αποδείξει το προγενέστερο ενός συμβάντος σε σχέση με κάποιο άλλο
2. εκφ, con anterioridad, εκ των προτέρων, προκαταβολικά,
hay que pedirlo con anterioridad, πρέπει να ζητηθεί εκ των προτέρων
con anterioridad a, πριν από, con anterioridad a la salida del tren,
πριν από την αναχώρηση του τρένου, η γραμμή πρέπει να μείνει καθαρή
anteriormente 1. επρ, στον χρόνο, προγενέστερα, προηγουμένως, πριν,
anteriormente, las jornadas laborales eran mucho más largas,
προγενέστερα, οι εργατο-ημέρες ήταν πολύ πιο μεγάλες
Como he explicado anteriormente, la economía es una ciencia social,
Όπως έχω εξηγήσει πριν, τα οικονομικά είναι κοινωνική επιστήμη
adelante πρχ αντι-λατών= αυτό που είναι μπροστά από κάτι
1. στο χώρο, θέση, μπροστά, los asientos de adelante, οι μπροστινές θέσεις
2. για κίνηση, προς τα μπροστά, los soldados dieron un paso adelante,
οι στρατιώτες έκαναν ένα βήμα μπροστά
camina adelante, περπάτα μπροστά
3. στον χρόνο, de aquí, de hoy en adelante, από ’δω και μπρος, από τώρα και στο εξής
déjalo para más adelante, άφησε το για πιο μπροστά= αργότερα
4. επφ, λέω σε κάποιον να περάσει μπροστά= περάστε!, ¡adelante! Entren todos,
περάστε! Να μπουν όλοι
για ενθάρρυνση, πάμε, εμπρός, ¡adelante, campeón! πάμε πρωταθλητή
5. εκφ, más adelante, σε κείμενο, πιο μπροστά, παρακάτω, αργότερα, πιο κάτω,
más adelante, en el segundo capítulo, se explica mejor,
αργότερα, στο δεύτερο κεφάλαιο, εξηγείται καλύτερα
ή στον χρόνο, αργότερα, ahora no habrá aumeno, pero más adelante sí,
προς το παρόν δεν θα γίνει αύξηση, αλλά αργότερα ναι
adelantado πρχ αντι-λάτης= που πάει μπροστά από άλλον
1. α, ιστ, άρχοντας μιας επαρχίας
2. σνθ, adelantado de mar, ιστ, επικεφαλής ναυτικής εκστρατείας
adelantado, da 1. α θ, για άτομο, σαν αντιλάτης= πρωτοπόρος, πρόδρομος σε κάτι,
Picasso fue un adelantado, ο Πικάσο ήταν ένας πρωτοπόρος
adelantado, da 1. ε, που έχει κάποιο προσόν, ικανότητα και αντι-λατεί των άλλων=
προχωρημένος, -η, -o, προηγμένος, -η, -o, εξελιγμένος, -η, -o,
es un niño muy adelantado para su edad,
είναι ένα παιδί πολύ προχωρημένο για την ηλικία του
Japón es un país muy adelantado en el aspecto tecnológico,
Η Ιαπωνία είναι μια χώρα πολύ προηγμένη σε τεχνολογική άποψη
2. για κάτι που έχει προχωρήσει, προχωρημένος, -η, -o, tengo la labor muy adelantada,
έχω την εργασία πολύ προχωρημένη
3. α, προ-πληρωμή, exige el cobro adelantado del importe,
απαιτεί προπληρωμή του ποσού
4. αθλ, πάσα προς τα εμπρός, βαθιά μπαλιά, un pase adelantado, μια βαθιά μπαλιά
5. εκφ, por adelantado, με προπληρωμή, lo pagué por adelantado y me hicieron descuento, το πλήρωσα με προπληρωμή και μου έκαναν έκπτωση, σκόντο
adelantar πρχ αντι-λατώ κάτι= πάω μπροστά, κάνω κάτι πριν από το κανονικό
1. ρμ, ραντ, κινώ κάτι μπροστά, adelantó la silla para llamar su atención,
κίνησε εμπρός την καρέκλα για να τραβήξει την προσοχή
Adelantó la reina y dijo: "jaque", Κίνησε τη βασίλισσα μπροστά και είπε: "σάχ"
2. ρμ, κάνω κάτι πιο μπροστά, γρήγορα από το κανονικό, το τελειώνω πιο γρήγορα,
adelantó todos los deberes de la escuela, τελείωσε πιο πριν όλες τις ασκήσεις του σχολείου
3. πάω μπροστά, βελτιώνω κάτι, Newton adelantó mucho la física moderna,
ο Νιούτον πήγε μπροστά πολύ την μοντέρνα φυσική
4. βάζω μπροστά , την ώρα σε ρολόι, siempre adelanto el reloj 10 minutos,
πάντα βάζω το ρολόι 10 λεπτά μπροστά
5. προπληρώνω, προκαταβάλω, καταβάλω προκαταβολή,
Tuvimos que adelantar un depósito para reservar nuestras plazas en la clase,
Έπρεπε να καταβάλουμε προκαταβολή για να κρατήσουμε τις θέσεις μας στο μάθημα
6. επισπεύδω διαδικασία, el gobierno ha adelantado las elecciones,
η κυβέρνηση επέσπευσε τις εκλογές
7. προσπερνώ όχημα, el coche adelantó al camión, το αμάξι προσπέρασε το φορτηγό
8. περνάω μπροστά, ξεπερνώ σε απόσταση, θέση κάποιον,
adelantamos 2 puestos en la clasificación, περάσαμε 2 θέσεις μπροστά στην κατάταξη
9. για είδηση, λέω πριν από το κανονικό, esta revista adelantó la noticia de la despedida,
αυτό το περιοδικό δημοσίευσε πρώτο την είδηση της απόλυσης
10. περνώ, προσπερνώ αντίπαλο, Adelantó al corredor a la tercera vuelta,
Προσπέρασε τον δρομέα στον τρίτο γύρο
11. ρα, για ρολόι, πηγαίνω μπροστά, tu reloj adelanta, το ρολόι σου πηγαίνει μπροστά
12. για όχημα, προσπερνώ, está prohibido adelantar en las curvas,
απαγορεύεται να προσπερνάς στις στροφές
13. πάω μπροστά σε πρόοδο, βελτιώνομαι, προοδεύω, ha adelantado mucho en historia, έχει βελτιωθεί πολύ στην Ιστορία
14. αντιλατώ χρονικά= κερδίζω χρόνο, por este camino adelantaremos un poco,
από αυτόν τον δρόμο θα κερδίσουμε λίγο χρόνο
15. αντι-λατώ σε κέρδος= βγάζω όφελος, κερδίζω, ¿qué adelantas con esta actitud?
τι κερδίζεις με αυτή την στάση;
16. ραντ, σε χώρο, αντι-λατώ= προχωρώ, el soldado se adelantó dos pasos,
ο στρατιώτης προχώρησε δύο βήματα
17. σε χρόνο, γίνομαι νωρίτερα, el partido se adelantó una hora,
το παιχνίδι θα γίνει μία ώρα νωρίτερα
18. σε διαγωνισμό, προηγούμαι, Valencia se adelantó en el marcador,
η Βαλένθια προηγήθηκε στο σκορ
19. μτφ, για κάποιον που αντι-λατεί έναντι άλλου= προηγούμαι,
Picasso se adelantó a su época con sus obras,
o Πικάσο προηγήθηκε της εποχής του με τα έργα του
adelantamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του adelantar,
2. προσπέρασμα οχήματος, προσπέραση, el accidente se produjo en un adelantamiento,
το ατύχημα προκλήθηκε σε ένα προσπέρασμα
3. για ημερομηνία, επίσπευση, el Gobierno hizo público el adelantamiento de las elecciones,
η κυβέρνηση δημοσιοποίησε την επίσπευση των εκλογών
4. για δραστηριότητα, πρόοδος, ανάπτυξη, el adelantamiento de la ciencia,
η πρόοδος της επιστήμης
5. ιστ, αξίωμα του άρχοντα ή η περιοχή αρμοδιότητας του άρχοντα
adelanto 1. α, προκαταβολή χρήματος, pedir un adelanto, ζητώ προκαταβολή,
le pidió un adelanto para las vacaciones navideñas,
του ζήτησε μια προκαταβολή για τις χριστουγεννιάτικες διακοπές
2. μτφ, πρόοδος, los adelantos de la tecnología, η πρόοδος της τεχνολογίας
3. μτφ, επίσπευση γεγονότος, el adelanto de las elecciones, η επίσπευση των εκλογών
4. μτφ, προβάδισμα χρονικό σε κάτι, el avión llegó con un adelanto de 50 minutos,
το αεροπλάνο έφτασε με 50 λεπτά προβάδισμα = νωρίτερα
este ciclista lleva 10 minutos de adelanto sobre el pelotón,
αυτός o ποδηλάτης προηγείται 10 λεπτά του πελοτόν
5. προχώρημα σε κάτι, εξέλιξη, el adelanto de las obras, η εξέλιξη των έργων
adelantadamente 1. επρ, από πριν, εκ των προτέρων
delantal πρχ αντι-λάτημα
1. α, ποδιά, επειδή την αντι-θέτει στο σώμα, se pone el delantal para guisar,
φοράει την ποδιά για να μαγειρέψει
delantal de pescadero, ποδιά ψαρά
delantera πρχ μπροστινό μέρος σε κάτι
1. θ, μπροστινό μέρος σε σπίτι, φόρεμα, delantera de casa, vestido,
delantera de una blusa, μπροστινό μιας μπλούζας,
2. πρώτη σειρά, tengo dos delanteras de anfiteatro,
έχω 2 πρώτες σειρές για αμφιθέατρο,
siempre se sienta en la delantera del autobús,
πάντα κάθεται στην πρώτη σειρά του λεωφορείου
3. ποσό μπροστά= προκαταβολή, προπληρωμή
4. οικ, μτφ, στήθος γυναίκας= μπαλκόνια, ¡vaya delantera! πω πω κάτι μπαλκόνια!
5. αθλ, επιθετική γραμμή
6. απόσταση μπροστά από κάποιον, προβάδισμα,
lleva una delantera de cinco kilómetros, έχει προβάδισμα 5 χιλιομέτρων
7. εκφ, cogerle, tomarle la delantera a alguien, του πιάνω, παίρνω την μπροστινή=
παίρνω προβάδισμα, προσπερνώ κάποιον, προπορεύομαι, προηγούμαι από κάποιον
su hermano pequeño le tomó la delantera en los estudios,
ο μικρός του αδερφός του πήρε προβάδισμα στα μαθήματα
για κούρσα, el pelotón tomó la delantera al favorito,
το πελοτόν πήρε προβάδισμα στο φαβορί
coger, tomar la delantera, προλαβαίνω
llevar la delantera, έχω προβάδισμα, είμαι μπροστά, προηγούμαι, προπορεύομαι
lleva delantera al favorito en contra de todo pronóstico,
έχει προβάδισμα στο φαβορί κόντρα σε κάθε προγνωστικό
llevarle la delantera a alguien, προηγούμαι κάποιου
delantero, ra 1. ε, που βρίσκεται ή πάει μπροστά= μπροστινός, -ή, -ó, εμπρόσθιος, -α, -o,
las patas delanteras, τα μπροστινά πόδια
fila delantera, σειρά μπροστινή
2. σε όχημα, μπροστινός, -ή, -ó, εμπρόσθιος, -α, -o,
rueda delantera, μπροστινή ρόδα, εμπρόσθιος τροχός
3. α θ, μπροστινός, -ή
4. σνθ, delantero centro, σέντερ φορ, κεντρικός επιθετικός
delante 1. επρ, μπροστά σε χώρο, delante hay una farmacia,
μπροστά υπάρχει ένα φαρμακείο
nos sentamos delante para ver mejor, καθίσαμε μπροστά για να βλέπουμε καλύτερα
el de delante, αυτός μπροστά, ο μπροστινός
andar delante, πηγαίνω μπροστά
cuando no está delante, todos hablan mal de él,
όταν δεν είναι μπροστά, όλοι μιλούν άσχημα για αυτόν
2. που στέκει απέναντι, tienes el libro justo delante, έχεις το βιβλίο ακριβώς απέναντι σου
3. εκφ, tener algo por delante, έχω κάτι μπροστά μου,
tengo mucho trabajo por delante, έχω πολλή δουλειά μπροστά μου
tenemos una semana por delante, έχουμε μια εβδομάδα μπροστά μας
delante de 1. εκφ, μπροστά από, delante de mí, μπροστά από μένα
delante de la casa, μπροστά από το σπίτι
pasamos por delante de la iglesia, περάσαμε μπροστά από την εκκλησία
2. μπροστά σε κάποιον, ενώπιον, no hables así delante de los niños,
μην μιλάς έτσι μπροστά στα παιδιά
anta 1. θ, ζωλ, άλκη, σαν αντι τα κέρ-α(ν)τα
2. ατκ, αυτό που αντι-στέκει= παραστάδα, παραστάτης, πιλάστρο
ante 1. α, πρχ αντε> σ-ουέτ δέρμα, δέρμα δορκάδος, ζαρκαδιού,
una chaqueta de ante, μια σουέτ ζακέτα
2. ζωλ, άλκη
3. ζωλ, αντι-λόπη
danta 1. θ, ζωλ, άλκη
ventaja πρχ βενταχα> αβαντάζ= πλεονέκτημα, προβάδισμα σε κάτι
1. θ, πλεονέκτημα, él tiene ventaja sobre ti porque conoce mejor el tema,
αυτός έχει πλεονέκτημα πάνω σου γιατί γνωρίζει καλύτερα το θέμα
vivir en la ciudad tiene muchas ventajas, να ζεις στην πόλη έχει πολλά πλεονεκτήματα
2. όφελος, πλεονέκτημα, ¿Qué ventaja tiene arrendar un carro respecto a comprarlo?
Τι πλεονέκτημα έχει να νοικιάσεις ένα αμάξι σε σχέση με το να αγοράσεις ένα;
3. αθλ, τένις, αβαντάζ
4. αθλ, αβαντάζ, le dio una ventaja de dos vueltas, του έδωσε αβαντάζ 2 γύρους
πλεονέκτημα σε κάποιον από φάουλ αντιπάλου, ventaja para Sánchez,
πλεονέκτημα για Σάντσεζ
5. σνθ, ventajas fiscales, φορολογικές ελαφρύνσεις
6. εκφ, darle ventaja a alguien, δίνω το πλεονέκτημα σε κάποιον
llevarle ventaja a alguien, έχω το πλεονέκτημα έναντι κάποιου
sacarle ventaja a alguien, βγάζω αβαντάζ σε κάποιον= προηγούμαι,
le sacó 1 minutos de ventaja en la tercera vuelta, προηγήθηκε κατά 1 λεπτό στο τρίτο γύρο
sacar una cabeza de ventaja, αθλ, προηγούμαι κατά ένα κεφάλι
sacar unos metros de ventaja, προηγούμαι κατά μερικά μέτρα
ventajista 1. ε, που ψάχνει αβαντάζ προσωπικό= αβανταδόρικος, -η, -ο, ιδιοτελής, -ές, -ή, καιροσκοπικός, -ή, -ó, La biografía lo presenta como un político ventajista y maquiavélico,
Η βιογραφία τον παρουσιάζει ως έναν ιδιοτελή και μακιαβελικό πολιτικό
2. α θ, καιροσκόπος, εκμεταλλευτής, -ια,
hay que ser un poco ventajista para llegar tan alto,
πρέπει να είσαι λίγο καιροσκόπος για να φτάσεις τόσο ψηλά
ventajoso, sa 1. ε, που δίνει αβαντάζ, πλεονεκτικός, -ή, -ό, επωφελής, -ής, -ές,
la separación fue ventajosa para él, ο χωρισμός ήταν επωφελής για αυτόν
ventajosamente 1. επρ, αβανταδόρικα, επωφελώς, επικερδώς
aventajar πρχ αβαντάρω κάποιον σε κάτι= έχω αβαντάζ έναντι αυτού
1. ρμ, αβαντάρω, νικάω, ξεπερνώ, aventaja a todos sus compañeros en puntualidad,
νικάει όλους τους συναδέλφους του σε ακρίβεια
aventaja a todos en el juego, τους νικάει όλους στο παιχνίδι
2. ρμ, ραντ, προηγούμαι, έχω αβαντάζ, aventaja al tercero clasificado en 3 minutos,
προηγείται του τρίτου στη σειρά κατάταξης με τρία λεπτά
el corredor se aventaja a sus contrincantes, ο δρομέας προηγείται των αντιπάλων του
3. ρμ, ξεπερνώ κάποιον, El joven atleta aventajó a su rival,
o νεαρός αθλητής ξεπέρασε τον αντίπαλο του
4. ρμ, ραντ, δίνω αβαντάζ σε κάποιον> τον βελτιώνω, -ομαι σε κάτι,
al trabajar aquí se aventajó económicamente, όταν δούλεψε εδώ βελτιώθηκε οικονομικά
5. δίνω αβαντάζ σε κάτι= το προτιμώ από άλλο, βάζω πάνω από κάτι άλλο,
aventaja a su familia sobre todo lo demás, βάζει την οικογένεια του πάνω απ’ όλα τα άλλα
aventajamiento 1. α, πλεονέκτημα, αβαντάζ σε κάτι
2. αβαντάζ σε προσόν= ταλέντο
aventajado, da 1. ε, για άτομο, με αβαντάζ σε προσόντα, εξέχων, -ουσα, -ον,
διαπρεπής, -ής, -ές, es un alumno aventajado en los estudios,
είναι ένας εξέχων μαθητής στα μαθήματα
una persona de aventajado talento, ένας άνθρωπος με εξαίρετο ταλέντο
2. που φέρνει αβαντάζ οικονομικό, προσοδοφόρος, -α, -ο, ωφέλιμος, -η, -ο,
es un negocio aventajado, είναι μια ωφέλιμη επιχείρηση
aventajadamente 1. επρ, αβανταδόρικα, επωφελώς, συμφεροντολογικά, ιδιοτελώς
desventaja 1. θ, πρχ δεν έχω αβαντάζ= ντεσαβαντάζ, μειονέκτημα, ελάττωμα,
competía con desventaja y perdió, ανταγωνιζόταν με μειονέκτημα και έχασε
2. εμπόδιο σε κάτι, μειονέκτημα, la falta de recursos es una desventaja,
η έλλειψη πόρων είναι ένα εμπόδιο
desaventajado, da 1. ε, που είναι σε θέση χωρίς αβαντάζ, που υστερεί, μειονεκτικός, -ή, -ό,
es una alumna desaventajada respecto al resto de la clase,
Είναι μια μαθήτρια που υστερεί σε σύγκριση με την υπόλοιπη τάξη
2. που δεν έχει αβαντάζ για όφελος, κέρδος, ασύμφορος, -η, -ο, επιζήμιος, -α, -ο
es un negocio desaventajado, είναι μια επιζήμια επιχείρηση
desventajoso, sa 1. ε, μειονεκτικός, -ή, -ó, está en situación desventajosa,
είναι σε μια κατάσταση μειονεκτική
2. ασύμφορος, -η, -o, es un negocio desventajoso, είναι μια ασύμφορη επιχείρηση
avante 1. επρ, ναυ, πρχ αβάντι ή να βαίνει φουλ= πρόσω ολοταχώς, ¡avante a toda vela! πρόσω ολοταχώς!
avant-garde 1. ε, σχετικός, -ή, -ó με την αβαν-γκάρντ, πρωτοποριακός, -ή, -ό
avanzar πρχ αβανσαρ ή αβάντι> βαίνω μπροστά
1. ρα, πάω μπρος, προχωρώ, las tropas avanzaban lentamente,
τα στρατεύματα προχωρούσαν αργά
el coche no avanza, το αμάξι δεν προχωρά
2. μτφ, βαίνω σε μια διαδικασία, προοδεύω, ha avanzado mucho en su proyecto,
έχει προοδεύσει πολύ στο προτζεκτ του
la ciencia ha avanzado mucho en los últimos años,
η επιστήμη έχει προοδεύσει πολύ τα τελευταία χρόνια
3. για χρόνο που βαίνει, περνώ, προχωρώ, el tiempo avanza muy rápido,
o χρόνος περνά πολύ γρήγορα
4. ρμ, κινώ κάτι μπροστά, προωθώ, avanzó el alfil, κίνησε τον αξιωματικό,
5. βαίνω μπροστά την θέση, κατάταξη μου, avanzaron varias posiciones en la clasificación,
ανέβηκαν αρκετές θέσεις στην κατάταξη
6. βαίνω> προχωρώ, επισπεύδω κάτι, avanzó su salida para no despedirse,
επίσπευσε την έξοδο του για να μην απολυθεί
7. μτφ, βαίνω προς γνώση μια είδηση, προωθώ, ανακοινώνω, avanzar una noticia
8. για χρήμα, προ-βαίνω σε πληρωμή, προ-καταβάλλω, me avanzaron la paga,
μου προκατέβαλαν την πληρωμή μου
avanzada 1. θ, αβανγκάρντ, πρωτοπορία σε κάτι, artistas de avanzada,
καλλιτέχνες της πρωτοπορίας
2. στρ, εμπροσθο-φυλακή, avanzada de reconocimiento, εμπροσθοφυλακή αναγνώρισης
3. μτφ, γεγονός που προ-βαίνει πριν από κάτι, πρόγευση,
este frío otoñal es una avanzada del invierno,
αυτό το φθινοπωρινό κρύο είναι μια πρόγευση του χειμώνα
avanzadilla 1. θ, πρωτοπορία, αβανγκάρντ
2. στρ, εμπροσθοφυλακή
avanzado, da που βαίνει μπροστά από το κανονικό
1. ε, με χρόνια πολλά, προχωρημένος, -η, -o, edad avanzada, ηλικία προχωρημένη
2. μτφ, για διαδικασία, προχωρημένος, -η, -o, tiene un cáncer muy avanzado,
έχει καρκίνο σε πολύ προχωρημένο στάδιο
3. προηγμένος, -η, -o, sociedad avanzada, προηγμένη κοινωνία
4. για χρόνο, hora avanzada, προχωρημένος, -η, -o, προχωρημένη ώρα
5. για άτομο, πρωτοποριακός, -ή, -ó, ser un avanzado en política, artes, literatura,
είναι ένας άνθρωπος πρωτοποριακός σε πολιτική, τέχνες, λογοτεχνία για την εποχή του
avance πρχ βαίνω> κίνηση μπροστά
1. α, κίνηση ατόμου εμπρός, επέλαση, προέλαση, πορεία,
las tropas detuvieron el avance del enemigo,
τα στρατεύματα σταμάτησαν την επέλαση του εχθρού
el defensa cortó el avance del delantero centro,
o αμυντικός ανέκοψε την επέλαση του κεντρικού επιθετικού
2. μτφ, πρόοδος, βελτίωση σε κάτι, los avances de la medicina,
οι προόδοι της ιατρικής
3. βαίνω ποσό από πριν= προ-καταβολή, necesito un avance de 1000 euros,
χρειάζομαι μια προκαταβολή 1000 ευρώ
4. για είδηση που βαίνει πρώτη= πρώτη αποκλειστικότητα,
les ofrecemos un avance del atraco que se acaba de cometer,
σας προσφέρουμε σε πρώτη αποκλειστικότητα ειδήσεις για την ληστεία που μόλις έγινε
5. για θάλασσα, άνοδος στάθμης, el avance del mar, η άνοδος της στάθμης της θάλασσας 6. κνμ, τηλ, ράδ, τρέιλερ, vi el avance de la película, είδα το τρέιλερ αυτής της ταινίας
7. μχν, προώθηση, προπορεία, κάστερ
8. εκφ, avance al encendido, μχν, βαίνω στην ανάφλεξη= σύστημα ανάφλεξης
avance de línea, πλφ, τροφοδότηση γραμμής
avance de página, πλφ, τροφοδότηση σελίδας
avance informativo, σύντομο δελτίο ειδήσεων
avance meteorológico, μετεωρολογική πρόβλεψη
avances científicos, επιστημονικές πρόοδοι
avances tecnológicos, τεχνολογικές πρόοδοι
avanzo 1. α, οκν, βαίνουν χρήματα πριν για κράτος, avanzo de Estado, προϋπολογισμός
2. βαίνω από πριν γνώμη για κάτι, υπολογισμός, εκτίμηση, πρόβλεψη για κάτι,
Según mis avanzos, la firma no reportará beneficios durante su primer año,
Σύμφωνα με τις προβλέψεις μου, η εταιρεία δεν θα ανακοινώσει κέρδη κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους λειτουργίας της
3. ισολογισμός, ισοζύγιο