ALCOHOL

ALCOHOL= ΠΡΧ ΑΛΚΟΟΛ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

alcohol 1. α, αλκοόλ, αλκοόλη

2. οινόπνευμα

3. οινοπνευματώδη ποτά, una cerveza sin alcohol, μια μπύρα χωρίς αλκοόλ

4. ορυ, γαληνίτης

5. σνθ, alcohol absoluto, puro, απόλυτη αλκοόλη, απόλυτο οινόπνευμα,

καθαρό αλκοόλ, καθαρό οινόπνευμα

alcohol alcanforado, καμφορούχο οινόπνευμα

alcohol amílico, αμυλική αλκοόλη

alcohol aromático, αρωματική αλκοόλη

alcohol de madera, metílico, ξυλό-πνευμα, μεθανόλη, μεθυλική αλκοόλη

alcohol de quemar, φωτιστικό οινόπνευμα

alcohol desnaturalizado, μετουσιωμένη αλκοόλη

alcohol etílico αιθανόλη, αιθυλική αλκοόλη

alcohol vínico, αιθυλική αλκοόλη που παράγεται με απόσταξη οίνου

alcoholado 1. α, ιατ, αλκοολούχο διάλυμα

alcoholar 1. ρμ, χημ, παίρνω αλκοόλ από μία ουσία με απόσταξη

2. ναυ, πισσώνω

alcoholato 1. α, χημ, αλκοξείδιο

alcoholaturo 1. α, ιατ, φάρμακο που παρασκευάζεται εμποτίζοντας φρέσκα φυτά στο αλκοόλ

alcoholemia 1. θ, αλκοολαιμία, αλκοτέστ

alcoholera 1. θ, πρχ αλκοολ-ιερα= ποτο-ποιία

2. οινοπνευματο-ποιία

3. αποστακτήριο

alcoholero, ra 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με τη βιομηχανία οινοπνευματωδών ποτών

alcohólico, ca 1. ε, α θ, για άτομο, αλκοολικός, -ή, -ό

2. ε, για ποτό, οινοπνευματώδης, -ης, -ες, αλκοολούχος, -α, -ο

alcoholimetría, alcohometría 1. θ, αλκοολομετρία, προσδιρισμός αλκοόλ στο αίμα

alcoholímetro, alcohómetro 1. α, αλκοολόμετρο

alcoholismo 1. α, αλκοολισμός

alcoholizar 1. ρμ, προσθέτω αλκοόλ

2. ραντ, alcoholizarse, μεθώ με αλκοόλ

alcoholización 1. θ, μέθη

alcoholizado, da 1. ε, μεθυσμένος, -η, -o

alcohólogo, ga 1. α θ, ιατ, γιατρός ειδικευμένος στον αλκοολισμό

aldehido 1. α, χημ, αλδείδη

polialcohol 1. α, χημ, πολυαλκοόλη

Scroll to Top