ALBOROZO= ΠΡΧ ΟΛΟ-ΒΡΙΘΩ ΑΠΟ ΧΑΡΑ, ΠΡΧ ΑΛ-ΜΠΟΡΟΘΟ> ΛΑ-ΜΠΡΥΝΩ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
alborozo 1. α, πρχ αλ-βοροθο> ολο-βρίθω από χαρά ή λαμπρύνω ψυχικά= χαρά, ευθυμία, τέρψη ψυχική μεγάλη, la concesión del premio le llenó de alborozo,
η χορήγηση του βραβείου τον γέμισε από χαρά
alborozar 1. ρμ, λαμπρύνω ψυχικά κάποιον, χαροποιώ, ευφραίνω κάποιον,
los payasos alborozan a pequeños, οι παλιάτσοι χαροποιούν τους μικρούς
2. ραντ, ολο-βρίθω απο χαρά, χαίρομαι πολύ, ευφραίνομαι
alborozado, da 1. ε, λαμπρυνόμενος ψυχικά= χαρούμενος, -η, -ο, περιχαρής, -ής, -ές
alborozador, ra 1. ε, που λαμπρύνει= χαρμόσυνος, -η, -ο, ευχάριστος, -η, -ο,
ευφραντικός, -ή, -ό
alborozadamente 1. επρ, εύθυμα, χαρούμενα