ALBAÑIL

ALBAÑIL= ΠΡΧ ΑΛΒΑΝΟΣ> ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΟΙ ΠΕΤΡΟ-ΧΤΙΣΤΕΣ> ΧΤΙΣΤΗΣ ΣΕ ΟΙΚΟΔΟΜΗ

albañil 1. α, κατ, μάστορας, χτίστης, oficial de albañil, αρχιμάστορας

peón de albañil, τσιράκι

albañilería 1. θ, επάγγελμα χτίστη

Scroll to Top