AGUA= ΠΡΧ ΑΓΟΥΑ> ΥΓΡΑ, ΥΔΩΡ, ΠΡΧ ΑΚΟΥΑ-ΡΕΛΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
acuamotor 1. α, πρχ υγρό-μοτορα= υδροκινητήρας
acuaplano 1. α, υγρο-πλάνο= υδροσανίδα, σανίδα του σερφ
acuarela 1. θ, ακουαρέλα
acuarelado, da 1. ε, τεχ, με την τεχνική της ακουαρέλας
acuarelista 1. α θ, ακουαρελίστας
acuarelístico, ca 1. ε σχετικός, -ή, -ό με την ακουαρέλα
acuario 1. α, υγρ-αριο = ενυδρείο
Acuario 1. α, ζώδιο υγρού= Υδροχόος
2. ε, υδροχοικός, -ή, -ό
3. για άτομο, ζώδιο, Υδροχόος
acuariano, na 1. ε, Υδροχόος, ser acuariano, είμαι Υδροχόος
2. α θ, Υδροχόος
acuático, ca 1. ε, φυτό, ζώο θαλάσσιος, -α, -o
2. αθλ, θαλάσσιος, -α, -o, esquí acuático, θαλάσσιο σκι
acuátil 1. ε, θαλάσσιος, -α, -o
subacuático, ca 1. ε, υποβρύχιος, -α, -o, υποθαλάσσιος, -α, -ο,
planta subacuática, υποβρύχιο φυτό
mundo subacuático, υποβρύχιος κόσμος
fotografía subacuática, υποβρύχια φωτογραφία
acuatizaje 1. α, πρχ, υγρ-άγημα= προσθαλάσσωση
acuatizar 1. ρα, προσθαλασσώνω
acuosidad 1. θ, υδαρότητα
acuoso, sa 1. ε, υδατώδης, -ης, -ες
2. χυμώδης, -ης, -ες, με πολλά υγρά
acueducto πρχ υγρό-οδός
1. α, υδραγωγείο, un acueducto romano, ένα ρωμαϊκό υδραγωγείο
2. μτφ, πολυήμερη αργία, σαν αγωγός νερού
ácueo, a 1. ε, υδατοειδής, -ής, ές
ecuóreo, a 1. ε, λγτ, θαλάσσιος, -α, -o, θαλασσινός, -ή, -ó
acuífero, ra 1. ε, υγρο-φόρο= υδροφόρος, -α, -o
2. α, υδροφόρος ορίζοντας
acuícola 1. ε, υδρό-βιος, -α, -ο
acuicultivo, acuocultivo 1. α, υδρο-καλλιέργεια, υδατο-καλλιέργεια
acuicultura 1. θ, υδρο-καλλιέργεια, υδατοκαλλιέργεια
agua πρχ υγρό
1. θ, νερό, El pintor mezcló agua y pintura roja para crear un tono salmón,
Ο ζωγράφος ανακάτεψε νερό και κόκκινο χρώμα για να δημιουργήσει μια απόχρωση σομόν
2. νερό βροχής
3. κλίση στέγης, επειδή πέφτουν τα νερά, tejado de dos aguas, δίριχτη στέγη
4. δάκρυα, Se le llenaron los ojos de agua, Γέμισαν τα μάτια του δάκρυα
5. ναυ, ρήγμα σε πλοίο, που μπάζει νερά
6. παλίρροια, νερό που ρέει
7. σνθ, agua acerada, σιδηρούχο νερό
agua bendita, υγρό ευλογημένο, αγιασμός
agua carbónica, ανθρακούχο νερό
agua con gas, αεριούχο νερό
agua corriente τρεχούμενο νερό
agua de cal, ασβεστόνερο
agua del grifo, νερό βρύσης
agua de manantial, νερό πηγής
agua de pie, νερό πηγής
agua de rosas, ροδόνερο
agua de socorro, αεροβάφτισμα
agua destilada, απεσταγμένο νερό
agua dura, σκληρό νερό
agua embotellada, εμφιαλωμένο νερό
agua estancada, στάσιμο νερό
agua mineral, μεταλλικό νερό
agua natural, sin gas, φυσικό νερό
agua nieve, χιονόνερο, χιονόβροχο
agua salada, αλμυρό νερό
aguas fecales, λύματα
agua subterránea, υπόγεια ύδατα
8. εκφ, agua pasada no mueve molino, υγρό περασμένο δεν κινεί μύλο, ó, τι έγινε, έγινε
agua que no has de beber, déjala correr, υγρό που δεν πρέπει να πιεις, άστο να τρέξει=
από πίτα που δεν τρως, τι σε νοιάζει κι αν καεί
ahogarse en un vaso de agua πνίγομαι σε μια κούπα=κουταλιά νερό
como pez en el agua σαν το ψάρι στο νερό
echar agua en el mar, ρίχνω νερό στην θάλασσα= κάνω μια τρύπα στο νερό
echar el agua, ρίχνω το υγρό= βαφτίζω
echarse al agua, ρίχνομαι στο νερό = πέφτω στα βαθιά
está escrito en el agua, είναι γραμμένο στο νερό= θα δείξει, κανείς δεν ξέρει
estar con el agua al, hasta el cuelloν είμαι στο νερό μέχρι το λαιμό
estar hecho un agua, είμαι καταϊδρωμένος, κάθιδρος
hacer agua, ναυ, μπάζω νερά, για κατάσταση, δουλειά= μπάζω νερά
hacerse algo agua en la boca, γίνεται νερό στο στόμα= λιώνει κάτι στο στόμα
hacérsele a alguien la boca agua, γίνεται σε κάποιον το στόμα νερό= μου τρέχουν τα σάλια
más claro, el agua, πιο καθαρό, το νερό= είναι ολοκάθαρο, φως φανάρι
más claro que el agua, πιο καθαρό και από το νερό= σαφέστατο
meterse en agua el tiempo, μπαίνει στο νερό ο καιρός= το πάει για βροχή
nadar entre dos aguas, κολυμπάω μεταξύ δύο νερών= είμαι μεταξύ δύο πραγμάτων
no hay que decir de esa agua no beberé, δεν πρέπει να λες από αυτό το νερό δεν θα πιώ= ποτέ μην λες ποτέ, μεγάλη μπουκιά φάε μεγάλη κουβέντα μην λες
parecerse como dos gotas de agua, μοιάζω σα δυο σταγόνες νερό
pasado por agua, περασμένο από νερό= μούσκεμα
sacar agua de las piedras, κι από την πέτρα βγάζει νερό
ser agua pasada, είναι νερά περασμένα= περασμένα ξεχασμένα
sin decir agua, χωρίς να (προλάβεις) πεις νερό= χωρίς προειδοποίηση
venir como agua de mayo, έρχεται σαν νερό τον Μάη= έρχεται κουτί
como agua de mayo, μτφ, κουτί, σα βροχή του Μάη,
la reducción de los tipos de crédito les cayó como agua en mayo,
η μείωση των πιστωτικών επιτοκίων τους έκατσε κουτί
aguas πρχ υγρά
1. θ πλ, νερά για ποτάμι, θάλασσα, πηγής, Las aguas del lago Minnetonka son purificantes,
Τα νερά της λίμνης Μιννετόνκα είναι ιαματικά
2. νερά σχήματα αντανάκλασης σε πολύτιμη πέτρα
3. νερά= σχήματα σε ύφασμα σαν νερά
4. απόνερα από την πορεία του πλοίου
5. ιατ, υγρά
6. ρεύματα, las aguas cambiaron el rumbo del iceberg,
τα ρεύματα άλλαξαν την πορεία του παγόβουνου
7. σνθ, aguas bautismales, νερό της κολυμπήθρας
aguas bravas ταραγμένα, φουρτουνιασμένα νερά
aguas costeras ύδατα παράκτια
aguas de creciente, νερά αυξητικά= πλημμυρίδα
aguas de menguante, νερά μειωτικά= άμπωτη
aguas jurisdiccionales, ύδατα δικαιοδοσίας= χωρικά
aguas llenas, νερά γεμάτα= πλημμυρίδα
aguas mayores, νερά μεγάλα= κόπρανα, ναυ υψηλή παλίρροια
aguas menores, νερά μικρά = ούρα, ναυ, παλίρροια
aguas negras, νερά μαύρα= απόβλητα, λύματα
aguas residuales, νερά περι-εδράζοντα= απόβλητα, λύματα
aguas superficiales, επιφανειακά νερά
aguas termales, θερμές πηγές
aguas territoriales, ύδατα στεριάς= χωρικά
aguas vertientes, νερά τρέχοντα= που στάζουν, ρέουν, νερό πηγής από βουνό
aguas vivas, νερά ζωντανά (με βία)= παλίρροια
8. εκφ, estar entre dos aguas, στέκω σε δύο νερά> ρέματα= είμαι σε δίλημμα
hacer aguas, κάνω νερά για βάρκα, πλεούμενο= μπάζω νερά , για δουλειά, κατάσταση
hacer aguas mayores, κάνω μεγάλα νερά= αφοδεύω, κενώνω
hacer aguas menores, κάνω μικρά νερά= ουρώ
nadar entre dos aguas, κολυμπώ μεταξύ δύο νερών= είμαι μεταξύ δύο πραγμάτων
romper aguas, σπάνε τα νερά μου
tomar las aguas, λαμβάνω νερά, για άτομο= κάνω θαλασσο-θεραπεία
volver las aguas a su cauce, γυρίζουν τα νερά στην κοίτη τους=
τα πράγματα επιστρέφουν στον κανονικό τους ρυθμό
aguas 1. επφ, οικ, σύρμα, για να ειδοποιήσω για παρουσία κάποιας εξουσίας
paraguas πρχ παρά- υγρού= που σταματάει το νερό
1. α, αλεξί-νερο= ομπρέλα, No te olvides del paraguas que va a llover al rato,
Μην ξεχάσεις την ομπρέλα σου, γιατί θα βρέξει σύντομα
2. μτφ, ασπίδα, προστασία, ομπρέλα
3. οικ, μτφ, καπότα
4. σνθ, paraguas atómico, nuclear, πυρηνική, ατομική ομπρέλα
paraguas protector, ομπρέλα προστασίας
paraguazo 1. α, ομπρελιά, χτύπημα με ομπρέλα
paragüería 1. θ, ομπρελάδικο, κατάστημα πώλησης με ομπρέλες
paragüero, ra 1. α θ, πωλητής, -ια ομπρελών
paragüero 1. α, ομπρελοθήκη
aguacal 1. α, υγρό-κάλιο(ασβέστης)= ασβεστόνερο
aguacatal 1. α, φυτεία αβοκάντο
aguacate 1. α, βοτ, δέντρο αβοκάντο
2. βοτ, φρούτο αβοκάντο
aguacero 1. α, υγρο-ποντή= μπόρα
aguacha 1. θ, πρχ υγρό-στασία= στάσιμο νερό
aguachar 1. α, πρχ υγρό-στασία =νερόλακκος
aguachar 1. ρμ, πρχ υγρο-στατώ= καταβρέχω, μουλιάζω
aguacharnar 1. ρμ, πρχ υγρο-στατίζω= πλημμυρίζω, σαπίζω στο πότισμα
aguachinar 1. ρμ, πρχ υγρο-στατίζω =πλημμυρίζω, σαπίζω στο πότισμα
aguachirle 1. α, υγρό πλύμα κρασιού
2. υγρό πλύμα σκεύους
3. υγρό πλύμα καφέ
aguacibera 1. θ, αγρ, νερό άρδευσης
aguada πρχ υγραδα
1. θ, σε βάψιμο, τέμπερα, a la aguada, με τέμπερες
2. προμήθεια πόσιμου νερού
3. μέρος, σημείο όπου βγαίνει, αναβλύζει νερό
4. ναυ, δόσιμο, προμήθεια πόσιμου νερού
5. ορυ, πλημμύρα σε ορυχείο
aguaderas 1. θ πλ, υγρο-τήριο= δοχείο μεταφοράς νερού
aguapié 1. α, υγρόποδο= κρασόνερο, κρασί κακής ποιότητας, που μένει στην βάση,
πόδι ποτηριού
aguar 1. ρμ, πρχ υγράνω= νερώνω κρασί ή άλλο υγρό, νοθεύω, αραιώνω με νερό,
aguó la leche para digerirla mejor, νέρωσε το γάλα για να το χωνέψει καλύτερα
2. μτφ, σαν να ξε-νερώνω κάτι ή κάποιον, χαλώ την διάθεση ή το γεγονός,
La lluvia nos aguó la barbacoa en el parque, Η βροχή μας χάλασε το μπάρμπεκιου στο πάρκο
aguarle la fiesta a alguien, ξενερώνω την διάθεση, διασκέδαση κάποιου
3. ραντ, γεμίζω υγρά= πλημμυρίζω για χώρο
4. μτφ, ξενερώνεται κάτι ή κάποιος, χαλιέται η διάθεση ή το γεγονός,
la verbena se aguó a causa de la pelea, το πανηγύρι χάλασε εξαιτίας του καβγά
aguardiente 1. α, υγρό-καυτό= αγουαρδιέντε, τσίπουρο, ρακή
aguardentería 1. θ, ποτοπωλείο, κάβα
aguardentoso, sa 1. ε, που περιέχει υγρό-καυτό= αγουαρδιέντε
2. που μοιάζει με το αγουαρδιέντε
3. για φωνή σαν να έχει πιεί υγρό-καυτό= βραχνός, -ή, -ό, τραχύς, -ιά, -ύ
aguarrás 1. α, υγρό που καίει= νέφτι
aguasal 1. θ, υγρό-αλάτι= σαλαμούρα, άλμη
aguatinta 1. θ, υγρο-μελάνι= τεχνική ακουατίντα, χαλκογραφία με χρήση νιτρικού οξέος
2. στάμπα ακουατίντα
aguaverde 1. θ, ζωλ, υγρό-πράσινο= μέδουσα
aguaviento 1. α, υγρό-αέρας= ανεμοβρόχι
aguadero, ra 1. ε, αδιάβροχος, -η, -o, abrigo aguadero, παλτό αδιάβροχο
aguadero 1. α, ρυάκι
aguadilla 1. θ, πατητές στο νερό ,haciéndose aguadillas unos a otros,
κάνοντας πατητές o ένας στον άλλο
aguado, da 1. ε, νερουλός, -ή, -ó, νερωμένος, -η, -ο, vino aguado, νερωμένο κρασί
2. ξε-νερωμένος για γιορτή, γεγονός, διαταραγμένος, -η, -ο, αναστατωμένος, -η, -o
fue una celebración aguada por la disputa entre Juan y Andrés,
ήταν μια γιορτή ξενερωμένη λόγω της διαφωνίας μεταξύ Γιάννη και Ανδρέα
aguador 1. α, υγρο-δότης= νεροκουβαλητής, νερουλάς
aguaducho 1. α, υγρό-ντους= σημείο πώλησης νερού και ποτών
2. υδραγωγείο
3. μαγκάνι για άντληση νερού, που δίδει νερό
4. πλημμύρα
aguadura 1. θ, κτν, υγρή φλεγμονή σε ζώο
aguafiestas 1. ε, α θ, υγραίνει-γιορτές> που ξενερώνει τις γιορτές, ξενερωτικός, -ή, -ό, ξενέρωτος, -η, κατσούφικος, -η, -ο, κατσούφης, -α
aguafuerte 1. θ, ακουαφόρτε
aguafuertista 1. α θ, υγρο-φορτιστής= χαράκτης, -ια που κάνει τη μέθοδο του ακουαφόρτε
aguaje 1. α, ναυ, ρεύμα νερού
2. παλίρροια
3. απόνερα πλοίου
4. προμήθεια νερού
5. σημείο, πόστο πώλησης νερού
agualoja 1. θ, ποτό από καλαμποκάλευρο και νερό
aguamanil 1. α, υγρο-χειρο= νεροκανάτα
2. νιπτήρας, λαβομάνο, επειδή λαμβάνω το νερό με το χέρι
aguamanos 1. α, υγρό-(για) χέρια= νερό για πλύσιμο των χεριών
2. νεροκανάτα, νιπτήρας
aguamar 1. α, ζωλ, πρχ υγρο-μυρας= μέδουσα, τσούχτρα
aguamarina 1. θ, ακουαμαρίνα
aguamiel 1. θ, υδρό-μελο
aguanieve 1. θ, υγρό-χιόνι= χιονόνερο, χιονόβροχο
aguanosidad 1. θ, ορώδες υγρό
aguanoso, sa 1. ε, για φρούτο με πολύ υγρό, fruta aguanosa, άνοστο φρούτο
2. για στεριά, έδαφος, terreno aguanoso, πολύ υγρό έδαφος
aguazal 1. α, πρχ υγρό-έλος= βάλτος, έλος
aguazar 1. ρμ, πρχ υγραζω= βυθίζω, πλημμυρίζω σε νερό
agüista 1. α θ, υγριστής= λουόμενος, -η για θεραπευτικούς σκοπούς, ασθενής
aguoso, sa 1. ε, υδατώδης, -ης, -ες
aguosidad 1. θ, ανα, υδαρότητα
aquagym 1. α, αθλ, υδρο-γυμναστική
aquaplaning 1. α, αθλ, υγρο-πλάνηση= υδρολίσθηση
desaguadero πρχ απ-υγροτηριο= από-νερωτής, που φεύγουν τα νερά
1. α, τχν, σωλήνας αποχέτευσης για νεροχύτη, μπανιέρα, πισίνα
2. τχν, αυλάκι απορροής
3. κατ, υδρορροή για ταράτσα, αυλή,
ή υπόνομος για δρόμο
4. μτφ, για πολλά έξοδα= αιμορραγία, σαν να τρέχει το νερό
5. ναυ, ευδίαιος, μπούνι
desaguador 1. α, τχν, σωλήνας αποχέτευσης
2. αρδευτικό αυλάκι νερού
desaguar πρχ απ-υγραίνω> βγάζω υγρό από κάπου
1. ρμ, αδειάζω υγρό από σημείο, χώρο, αποξηραίνω,
desaguaron una parte de la marisma para instalar un campo de golf,
αποξήραναν μέρος του βάλτου για να εγκαταστήσουν ένα γήπεδο γκολφ
2. από-νερώνω= αδειάζω νερά από μπανιέρα, πλυντήριο,
¿has desaguado la bañera? Άδειασες την μπανιέρα;
3. μτφ, ξοδεύω, σπαταλώ, desaguó todo el dinero que le habían prestado en poco tiempo,
ξόδεψε όλα τα χρήματα που του είχαν δανείσει σε σύντομο χρονικό διάστημα
4. ρα, desaguar en, εκβάλλω σε, χύνομαι σε ποτάμι ή αλλού,
el riachuelo desaguaba en el muelle, το ρυάκι έκβαλλε στην αποβάθρα
Se ha formado un delta donde el río desagua en el mar,
Έχει σχηματιστεί ένα δέλτα εκεί που ο ποταμός εκβάλλει στη θάλασσα
4. μτφ, κατουρώ, no aguantaba más y desaguó en el mismo portal,
Δεν άντεξε άλλο και κατούρησε στην ίδια την πόρτα του
5. ρα, ραντ, αδειάζω, el botijo se desaguó al hacerse una brecha en la base,
Η κανάτα άδειασε όταν έκανε μια ρωγμή στη βάση
6. ραντ, ξερνάω ή αφοδεύω, estaba tan borracho que se desaguó al bajar del coche,
ήταν τόσο μεθυσμένος που ξέρασε μόλις βγήκε από το αυτοκίνητο
desagüe 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του desaguar, desaguarse
2. υδρορροή, υπόνομος
3. desagüe directo, αποχέτευση
enaguachar 1. ρμ, εν-υγραίνω κάτι πολύ= πολυνερώνω, μουσκεύω
2. μτφ, γεμίζω με υγρό το στομάχι, φουσκώνω
3. ραντ, φουσκώνω, Pedro se enaguachó tras tomar dos litros de limonada,
Ο Πέδρο φούσκωσε αφού ήπιε δύο λίτρα λεμονάδα
enaguar 1. ρμ, enaguachar
enaguas 1. θ πλ, μεσοφόρι
enaguazar 1. ρμ, εν-υγραίνω την γη, έδαφος, γεμίζω με νερά
esguazar 1. ρμ, διασχίζω, περνώ από τα ρηχά
enguachinar 1. ρμ, εν-υγραίνω κάτι πολύ= πολυνερώνω, μουσκεύω
enjuagadientes 1. α, εν-υγραίνω-δόντια= στοματικό διάλυμα
enjuagar 1. ρμ, για πιάτα, ποτήρια, ρούχα, εν-υγραίνω= ξεπλένω, ξεβγάζω
2. ραντ, για μαλλί, στόμα, χέρια, εν-υγραίνομαι= ξεπλένομαι
enjuagatorio 1. α, εν-υγροτηριο= πράξη για πλύσιμο στόματος,
2. στοματικό διάλυμα
enjuagadura 1. θ, εν-υγρο-δοσία= ξέπλυμα, ξέβγαλμα
enjuague 1. α, ξέπλυμα, ξέβγαλμα
2. στοματικό διάλυμα
3. μτφ, κομπίνα, ζαβολιά, επειδή νερώνω την κατάσταση
guachapear πρχ υγρο-τσαπα-τσουλιζω
1. ρμ, πλατσουρίζω
2. οικ, πασαλείφω