AGASAJO= ΠΡΧ ΣΑΝ ΑΓΚΑΖΕ> ΠΕΡΙΠΟΙΗΣΗ ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ
agasajo 1. α, πρχ σαν να πιάνω αγκαζέ= περιποίηση προς κάποιον,
nos recibieron con grandes agasajos, μας υποδέχτηκαν με μεγάλες περιποιήσεις
El presidente se aseguró que los reyes españoles tuvieran un agasajo especial,
Ο πρόεδρος φρόντισε ώστε οι Ισπανοί βασιλιάδες να λάμβαναν μια ιδιαίτερη περιποίηση
2. αυτό που παίρνει αγκαζέ= δώρο, El ministro recibió muchos agasajos cuando llegó al país,
Ο υπουργός έλαβε πολλά δώρα όταν έφτασε στη χώρα
agasajar 1. ρμ, πρχ αγκαζάρω κάποιον και τον περιποιούμαι, τρατάρω, κερνώ, φιλεύω,
El dueño de la casa me agasajó todos los días. Me trató como un rey,
Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού με περιποιούταν κάθε μέρα. Μου φέρθηκε σαν βασιλιά
agasajado, da 1. α θ, περιποιούμενο άτομο
2. τιμώμενο πρόσωπο
agasajador, ra 1. ε, περιποιητικός, -ή, -ó, εξυπηρετικός, -ή, -ó