PAÑO

PAÑO= ΠΡΧ ΠΑΝΙ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

paño πρχ πανί

1. α, ύφασμα, Los paños usados para hacer estos abrigos son muy gruesos,

Τα πανιά που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή αυτών των παλτών είναι πολύ χοντρά

2. μάλλινο ύφασμα

3. ράκος, κουρέλι

4. πανί κουζίνας, καθαρίσματος, Estos paños son súper absorbentes y 100% de algodón,

Αυτά τα πανιά είναι εξαιρετικά απορροφητικά και 100% βαμβάκι,

pasa un paño a los muebles que tienen polvo,

πέρνα ενα πανί στα έπιπλα που έχουν σκόνη

5. τραπεζομάντηλο

6. ταπετσαρία, τάπητας, estos paños que adornan las paredes están realizados a mano,

Αυτά οι ταπετσαρίες που διακοσμούν τους τοίχους είναι χειροποίητα

7. μτφ, θαμπάδα, σαν να έχει πανί, el paño del espejo,

η θαμπάδα του καθρέφτη

8. μτφ, κηλίδα σε διαμάντι, paño de diamante,

9. μτφ, κηλίδα δέρματος, στίγμα

10. μτφ, πίνακας σε ρουλέτα

11. ατκ, πλευρά τοίχου

12. κατ, επίχρισμα, σοβάς

13. ναυ, καραβόπανο

14. σνθ, paño caliente, ιατ, πανί θερμό= επίθεμα, κομπρέσα

paño de altar αντιμήνσιο, ενδυτή της Αγίας Τράπεζας

paño de billar, τσόχα μπιλιάρδου

paño de cocina, πανί

paño de paracaídas, ύφασμα αλεξίπτωτου

paño fúnebre, mortuorio, νεκροσέντονο, σάβανο

paño higiénico, σερβιέτα

15. εκφ, al paño, θτρ, στα παρασκήνια, εκτός σκηνής

conocer el paño, οικ, ξέρω καλά περί τίνος πρόκειται

el buen paño en el arca se vende, το καλό πράγμα φαίνεται από μόνο του

haber paño que cortar, οικ, υπάρχει πανί για κόψιμο= έχει πολλή ψωμί, δουλειά ακόμη

ser del mismo paño, οικ, είναι του ιδίου φυράματος

ser el paño de lágrimas de alguien, είμαι το πανί για δάκρυα= είμαι παρηγορητής κάποιου

paños 1. α πλ, μτφ, ρούχα, ρουχισμός, me gustan los paños que diseña, tanto los de hombre como los de mujer, Μου αρέσουν τα ρούχα που σχεδιάζει, τόσο αυτά για άνδρες όσο και αυτά για γυναίκες

2. εκφ, andarse con paños calientes, οικ, αντιμετωπίζω κάτι με ημίμετρα

estar en paños menores, οικ, είμαι με τα εσώρουχα

sobrepaño 1. α, πρχ επι-πανι= ύφασμα που καλύπτει άλλο ύφασμα

pañería 1. θ, πρχ πανι-ερί= υφαντουργία

2. υφάσματα

pañero, ra 1. ε, πανιάρικο= υφασματικός, -ή, -ό, industria pañera, βιομηχανία υφασμάτων

2. α θ, πανιάρης= κατασκευαστής, -ια υφασμάτων

3. υφασματέμπορος

pañete 1. α, πανί

pañetes 1. α πλ, ιμάτια σε εικόνα Χριστού

pañuelo πρχ πανέλι

1. α, μαντήλι για μύτη

2. φουλάρι

3. μαντήλα κεφαλιού, κεφαλόδεσμος

4. σνθ, pañuelo de bolsillo, μαντηλάκι για στολίδι ή μαντήλι τσέπης

pañuelo de cuello, φουλάρι λαιμού

pañuelo de mano, μαντήλι

pañuelo de papel, χαρτομάντηλο

pañolería 1. θ, εμπόριο κατάστημα μαντηλιών

pañolero, ra 1. α θ, έμπορος μαντηλιών

pañoleta 1. θ, μαντήλα γυναίκας, κεφαλόδεσμος

2. λαιμοδέτης ταυρομάχου

pañolón πρχ παν-άρα

1. α, μαντήλα

2. εσάρπα, σάλι

pañolada 1. θ, γιουχάισμα με κούνημα μαντηλιών σε αθλητικό γεγονός

pañosa 1. θ, ταυ, κάπα ταυρομάχου

pañal 1. α, πάνα, σπάργανο, cambiar los pañales, αλλάζω τις πάνες

2. σνθ, pañales desechables, πάνες μιας χρήσης

3. εκφ, criarse en buenos pañales, είμαι καλοαναθρεμμένος

dejar a alguien en pañales, αφήνω κάποιον πολύ πίσω, σαν μωρό σε πάνες

estar en pañales, είμαι στα σπάργανα ή είμαι αρχάριος

llevar pañales, φορώ πάνες

panel πρχ πάνελ

1. α, φύλλο σε παραβάν

2. πέτασμα τοίχου, χώρισμα, delgados paneles separan las oficinas,

λεπτά πετάσματα χωρίζουν τα γραφεία

3. πίνακας ανακοινώσεων, panel de anuncios

4. πάνελ ειδικών ατόμων σε συζήτηση, un panel de expertos, μια ομάδα ειδικών

5. σνθ, panel de instrumentos, de control, de mandos, πίνακας οργάνων, χειρισμού, ελέγχου panel solar, ηλιακό πάνελ

painel 1. α, φάτνωμα

apainelado, da 1. ε, ατκ, σαν πάνελ κυρτό, χαμηλωμένος, -η, -ο, ελλειπτικός, -ή, -ό

pantalla πρχ πάνελ

1. θ, οθόνη σινεμά, τηλεόρασης, υπολογιστή, pantalla de cine, televisión, ordenador

Las estrellas de la pantalla, τα αστέρια της μεγάλης οθόνης

2. κάλυμμα, αμπαζούρ για λάμπα, pantalla de lámpara

3. αλεξίπυρο, σήτα για τζάκι, pantalla de chimenea

4. μτφ, βιτρίνα για κάτι άλλο, προκάλυμμα,

este negocio es una pantalla para sus actividades ilegales,

αυτή η επιχείρηση είναι βιτρίνα για τις παράνομες δραστηριότητές του

5. πλφ, οθόνη

6. σνθ, pantalla acústica, ακουστικός λαβύρινθος, ηχείο ή σε δρόμο, ηχο-πέτασμα

pantalla de ayuda, de visualización, πλφ, οθόνη εμφάνισης βοήθειας

pantalla de humo, προπέτασμα καπνού

pantalla de radar, οθόνη ραντάρ

pantalla electrónica, gigante, ηλεκτρονική οθόνη, γιγαντοοθόνη

pantalla táctil, οθόνη αφής

8. εκφ, la pantalla grande, οικ, η μεγάλη οθόνη> κινηματογράφος

la pequeña pantalla, οικ, η μικρή οθόνη> η τηλεόραση

hacer pantalla con la mano, βάζω το χέρι αντ-ήλιο

llevar a la pantalla, μεταφέρω στον κινηματογράφο, στην τηλεόραση

mostrar en pantalla, δείχνω στην οθόνη

servir de pantalla, μτφ, για άτομο, εταιρία, χρησιμεύω ως βιτρίνα, προκάλυμμα

pantallazo 1. α, οικ, πλφ, διαφύλαξη στιγμιότυπου οθόνης, σκριν σοτ

2. σνθ, pantallazo azul, μπλε οθόνη σφάλματος

entrepañado, da πρχ ενδο-πανάτο

1. ε, ατκ, ανάμεσα σε δύο παραστάδες ή δύο κίονες

2. ξυλ, επενδεδυμένος, -η, -ο

entrepaño πρχ ενδο-πανο

1. α, ατκ, τμήμα τοίχου ανάμεσα σε δύο παραστάδες ή δύο κίονες

2. ξυλ, ράφι

3. επένδυση από ξύλο σε πόρτα

apañuscar 1. ρμ, πρχ πανιάζω κάτι= τσαλακώνω, ρυτιδώνω σαν πανί

apañuscó la carta y la guardó en el bolsillo,

Τσαλάκωσε το γράμμα και το έβαλε στην τσέπη του

2. μτφ, κλέβω, βουτάω, σαν να το κρύβω με πανί

apañar πρχ απανιαρ> πιάνω ή το πανί σημαίνει χέρι, πρχ απανιαρ> μπα-νιαρ> μπα(λώ)νω, κυρ, μτφ,

έχει έννοιες που συνδέονται με το πανί ή χέρι

1. ρμ, πιάνω με το χέρι, apañó un bolígrafo, έπιασε ενα στυλό

2. πιάνω και φτιάχνω μια ζημιά, βλάβη σε κάτι, μπαλώνω, επιδιορθώνω,

apañar la falda, el ordenador, el aparato, επιδιορθώνω την φούστα, υπολογιστή, συσκευή,

Hemos apañado la televisión y hoy podremos ver el partido,

Έχουμε φτιάξει την τηλεόραση και σήμερα θα μπορούμε να παρακολουθήσουμε το παιχνίδι

3. οικ, μτφ, πιάνω διαιτητή= μαγειρεύω, νοθεύω, φτιάχνω, στήνω, αλλοιώνω,

apañar las elecciones, el partido, μαγειρεύω τις εκλογές, το παιχνίδι,

El equipo dijo que habían apañado el partido porque no ganaron,

Η ομάδα είπε ότι είχαν φτιάξει τον αγώνα επειδή δεν κέρδισαν

4. οικ, μτφ, απανιαρ> παίρνω, κλέβω, βουτάω, οικειοποιούμαι,

aún no saben cómo logró apañar la lima y la dinamita para escapar,

Ακόμα δεν ξέρουν πώς κατάφερε να πάρει την λίμα και τον δυναμίτη για να αποδράσει,

el ladrón apañó todas las joyas, ο κλέφτης έκλεψε όλα τα κοσμήματα

5. μτφ, μτφ, περνάω με το πανί κάτι= συγυρίζω, το κάνω ωραίο, apañar la casa, el peinado,

συγυρίζω το σπίτι, φτιάχνω το χτένισμα

6. apañar con, πιάνω με (το χέρι)= κλέβω, βάζω χέρι, σουφρώνω,

apañó con todos los bombones, σούφρωσε όλα τα σοκολατάκια

7. μαγ, καρυκεύω, apañó el guiso con un poquito de orégano,

καρύκευσε το στιφάδο με λίγη ρίγανη

ή μαγειρεύω κάτι στα γρήγορα, ετοιμάζω, apañaremos unas paellas mientras os bañáis, 

Θα ετοιμάσουμε μερικές παέγια ενώ εσείς κάνετε μπάνιο

8. ραντ, μτφ, για άτομο, φτιάχνομαι εμφανισιακά, σαν να πιάνω με το χέρι και να ετοιμάζομαι,

apañate un poco, vamos a salir, φτιάξου λίγο, πάμε να βγούμε,

Se ha apañado tanto que parece más un maniquí que una chica de este barrio,

Έχει φτιαχτεί τόσο που μοιάζει περισσότερο με μανεκέν παρά με κορίτσι αυτής της γειτονιάς

9. οικ, μτφ, πιάνεται καλά με κάτι, το καταφέρνει, βολεύει,

a pesar de ser novato, se apaña muy bien en el trabajo,

παρ’ όλο που είναι αρχάριος, πιάνεται= τα καταφέρνει πολύ καλά στην δουλειά

10. οικ, μτφ, πιάνομαι με κάποιον, κάτι, τα πάω καλά στην σχέση ή στον χειρισμό,

me apaño muy bien con él, τα πάω πολύ καλά με αυτόν,

me apaño muy bien con el ordenador, τα πάω πολύ καλά στον χειρισμό του υπολογιστή

10. εκφ, apañárselas, μτφ, βρίσκω τρόπο να τα μπαλώνω, σε μια κατάσταση, ζωή,

τα καταφέρνω, τα βγάζω πέρα, se las apañó para que no le descubrieran,

τα μπάλωσε για να μην τον ανακάλυπταν

apañado, da 1. ε, για άτομο, που πιάνουν τα χέρια του= επιδέξιος, -α, -o,

es muy apañada para las reparaciones domésticas,

είναι πολύ επιδέξια όταν πρόκειται για οικιακές επισκευές

2. για πράγμα, εργαλείο, που πιάνει καλά= χρήσιμος, -η, -o, κατάλληλος, -η, -ο,

una herramienta muy apañada, ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο

tienes un despacho muy apañado, έχεις ένα γραφείο πολύ κατάλληλο

3. για κάτι που πιάνει τις απαιτήσεις, ανάγκες= αρκετός, -ή, -ό, ικανοποιητικός, -ή, -ó,

tiene un sueldo apañado, έχει έναν ικανοποιητικό μισθό

4. για άτομο, καλός, -ή, -ό στη διαχείριση

5. για ύφασμα> πανιασμένο= τσαλακωμένος, -η, -ο, ζαρωμένος, -η, -ο,

ή σαν πανί, χοντρός, -ή, -ό, πυκνός, -ή, -ό στην σύσταση του,

El modista ha realizado el vestido utilizando un tejido apañado,

Ο μόδιστρος έφτιαξε το φόρεμα χρησιμοποιώντας ένα ύφασμα πυκνό

6. μτφ, ελκυστικός, -ή, -ό, εμφανίσιμος, -η, -ο, Manuel es muy apañado, y muchas chicas andan detrás de él,

Ο Μανουέλ είναι πολύ ελκυστικός και πολλά κορίτσια τρέχουν πίσω του, τον κυνηγούν

7. εκφ, estar, ir apañado, σε μια κατάσταση αρνητική, στέκω, πάω πιασμένος=

χαμένος απο χέρι, την πατάω, έχω βαμμένη, είμαι γελασμένος,

¿has perdido las llaves de la moto? ¡pues estamos apañados!

έχασες τα κλειδιά της μοτοσυκλέτας; την πατήσαμε!

¡estás apañada si piensas que te lo darán sin problemas!

είσαι γελασμένη αν νομίζεις πως θα σου το δώσουν χωρίς προβλήματα!

apañamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του apañar, apañarse,

2. διευθέτηση, διακανονισμός

apaño 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του apañar, apañarse

2. οικ, μτφ, επιδιόρθωση προσωρινή, μπάλωμα, πατέντα σε κάτι,

te puedo hacer un apaño en el grifo, pero al final tendrás que cambiarlo,

μπορώ να σου κάνω μια πατέντα στην βρύση, αλλα στο τέλος θα πρέπει να το αλλάξεις

3. οικ, μτφ, πιάνουν τα χέρια σε κάτι, επιδεξιότητα, se da buen apaño en la cocina,

είναι επιδέξια στην κουζίνα

4. οικ, μτφ, πιάσιμο σε κάτι, πανουργία, απάτη, hicieron un apaño pero les pillaron,

έκαναν μια απάτη αλλά toyw ñepiasan

5. οικ, μτφ, ερωτική σχέση, tiene un apaño con la vecina,

έχει ερωτική σχέση με τη γειτόνισσα

6. εκφ, ser algo de mucho, de gran apaño, κάτι πιάνει πολύ> είναι πολύ χρήσιμο,

este abrigo es de mucho apaño, αυτό το παλτό είναι πολύ χρήσιμο

empañar πρχ επι-πανιάζω κάτι= βάζω πανί σε κάτι, καλύπτω

1. ρμ, μτφ, θαμπώνω, θολώνω, La diferencia de temperaturas empañó los vidrios del auto,

Η διαφορά θερμοκρασίας θόλωσε τα παράθυρα του αυτοκινήτου

2. ρμ, ραντ, κυρ, μτφ, αφαιρώ λάμψη απο κάτι, θαμπώνω, el uso de estos productos empaña los metales,

η χρήση αυτών των προϊόντων θαμπώνει τα μέταλλα, 

la enfermedad ha empañado su belleza, η αρρώστια έχει θαμπώσει την ομορφιά της

3. μτφ, αμαυρώνω το όνομα, φήμη, δυσκολεύουν οι σχέσεις,

La prensa empañó la imagen del artista, Ο Τύπος αμαύρωσε την εικόνα του καλλιτέχνη,

las relaciones entre ambos países vecinos se vieron empañadas por problemas fronterizos,

οι σχέσεις μεταξύ των 2 γειτονικών χωρών δυσκόλεψαν λόγω συνοριακών προβλημάτων

4. μτφ, βραχνιάζω, θολώνω φωνή, Su voz se empañó con la emoción y no pudo seguir con su discurso,

Η φωνή του θόλωσε από συγκίνηση και δεν μπορούσε να συνεχίσει την ομιλία του

5. για δάκρυα που θολώνουν τα μάτια, Se le empañaron los ojos al ver a su hijo,

Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα χαράς όταν είδε τον γιό του,

Cuando ganó el premio, sus ojos se empañaron de lágrimas,

Όταν κέρδισε το βραβείο, τα μάτια της γέμισαν δάκρυα

6. φοράω πάνα στο μωρό, debe aprender a empañar al bebé,

πρέπει να μάθει να φοράει πάνα στο μωρό

empañamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του empañar, empañarse

2. θάμπωμα, θόλωμα για κρύσταλλο, καθρέπτη, γυαλιά

3. σπίλωση, αμαύρωση για φήμη, όνομα

4. φόρεμα πάνας σε μωρό

desempañar 1. ρμ, ραντ, ξεθολώνω, Sofía desempañó el parabrisas para ver afuera,

Η Σοφία ξεθόλωσε το παρμπρίζ για να δει έξω

2. ρμ, βγάζω την πάνα

devanar 1. ρμ, ραντ, πρχ ξε-πανίζω= τυλίγω, κουβαριάζω τις κλωστές, σύρμα, σχοινί,

2. κάνω ενα καρούλι, περιελίσσω, μασουρίζω

devanamiento 1. α, ηκλ, περιέλιξη

2. μασούριασμα

devanadera 1. θ, μπομπίνα, καρούλι, μασουρίστρα

2. πηνίο

3. θτρ, περιστρεφόμενο σκηνικό

devanado 1. α, τύλιγμα, μασούριασμα

2. ηκλ, περιέλιξη

devanador, ra 1. ε, περιελικτικός, -ή, -ό

devanador 1. α, μπομπίνα, καρούλι

2. μασούρι για μηχανή ραψίματος, καρούλι

devanadora 1. θ, τυλιχτική μηχανή

desdevanar 1. ρμ, απο-ξε-πανίζω= ξετυλίγω

alpañata 1. θ, πρχ πανάτο του πηλο-ποιού= στιλβωτής, alpañata de alfarero

panocho, cha 1. ε, α θ, από την Μούρθια, γηγενής της Μούρθια

panocho 1. α, διάλεκτος της Μούρθια

apanojado, da 1. ε, βοτ, una planta con flores en racimos apanojados,

ένα φυτό με κλαδάκια σε σχήμα σταχιού

panocha 1. θ, πρχ σαν πιν> πιν-άτο= στάχυ καλαμποκιού

2. μαγ, τηγανισμένα μικρά ψάρια δεμένα μαζί από την ουρά

despinochar 1. ρμ, ξεφλουδίζω το καλαμπόκι

repanocha 1. εκφ, ser la repanocha, έχω πλάκα ή είμαι τέλειος

ή είμαι το κερασάκι στην τούρτα

panícula 1. θ, βοτ, πανικός

paniculado, da 1. ε, βοτ, σαν πανικός, διακλαδισμένος, -η, ο, φουντωτός, -ή, -ό

panículo 1. α, ανα, υποδόριος ιστός

panizo 1. α, βοτ, φυτό, βρίζα, κεχρί

2. καλαμπόκι

confalón 1. α, πρχ κον-φαλον> συν-βολον= λάβαρο

confalonier, confaloniero 1. α, λαβαροφόρος, σημαιοφόρος

gonfalón 1. α, λάβαρο

gonfalonero 1. α, σημαιοφόρος

pantufla 1. θ, παντόφλα

pantuflo 1. α, παντόφλα

penique 1. α, πρχ πέννα, υποδιαίρεση της αγγλικής λίρας

Scroll to Top