PAGAR= ΠΡΧ ΠΑΓΚΑΡΙ> ΠΛΗΡΩΝΩ, ΠΡΧ ΡΙΖΑ ΠΑΓ-> ΜΠΗΓΩ, ΠΡΧ ΠΑΓΩΝΩ= ΣΒΗΝΩ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
pagar πρχ παγκάρι εκκλησίας= πληρώνω
1. ρμ, πληρώνω με χρήμα, αποπληρώνω, pagar a un acreedor, πληρώνω ένα πιστωτή
Él está pagando la cuenta, Αυτός πληρώνει τον λογαριασμό
Toma cinco años pagar el préstamo del carro,
Παίρνει πέντε χρόνια για να αποπληρώσει το δάνειο του αυτοκινήτου
2. μτφ, πληρώνω, pagar las culpas, πληρώνω τα λάθη,
El condenado pagará por su delito con la cárcel,
Ο καταδικασμένος θα πληρώσει για το έγκλημα του με φυλάκιση
3. μτφ, αντι-πληρώνω για συναίσθημα, χάρη, ανταποδίδω,
paga las muestras de cariño que recibe con desprecio,
ανταποδίδει τις εκδηλώσεις αγάπης που λαμβάνει με περιφρόνηση,
un amor mal pagado, ένας έρωτας χωρίς ανταπόδοση
4. ραντ, μτφ, μπήγω το ενδιαφέρον μου σε κάτι= κολλάω, se ha pagado al balonmano,
έχει κολλήσει με το χάντμπολ
5. μτφ, παγαρ> παγώνι> κάνω το παγώνι για κάτι, κομπάζω, κοκορεύομαι, επαίρομαι,
te pagas demasiado de tu buena suerte, κομπάζεις υπερβολικά για την καλή σου τύχη
6. μτφ, πληρώνομαι= συμβιβάζομαι, βολεύομαι, tu amigo se paga con naderías,
ο φίλος σου συμβιβάζεται με μικροπράγματα
7. εκφ, el que la hace la paga, μτφ, όποιος μπορεί και την κάνει την πληρώνει=
όποιος έχει τα γένια έχει και τα χτένια,
pagar caro, πληρώνω ακριβά,
pagarla con alguien, ξεσπάω σε κάποιον, την πληρώνει κάποιος χωρίς να φταίει,
Si tienes un mal día, no tienes que pagarla conmigo,
Αν έχεις μια άσχημη μέρα, δεν χρειάζεται να ξεσπάς πάνω μου, να την πληρώνω εγώ,
pagarlas, me las pagarás, θα μου το πληρώσεις! Me las pagarás por lo que me hiciste,
Θα μου το πληρώσεις για ό, τι μου έκανες
pagarla doble, θα το πληρώσεις διπλά
pagarse de sí mismo, μτφ, πληρώνομαι από μένα= είμαι επηρμένος,
έχω μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου,
pagar con la misma moneda, πληρώνω με το ίδιο νόμισμα,
estamos pagados, πρχ είμαστε πληρωμένοι= άξιζε τον κόπο,
La caminata fue dura, pero al llegar a la cima y ver la vista, dijimos: “Estamos pagados”.
Η πεζοπορία ήταν δύσκολη, αλλά φτάνοντας στην κορυφή και βλέποντας τη θέα, είπαμε:
“Άξιζε τον κόπο”
simpa 1. α, οικ, πρχ σιμ-πα> σιν-παγαρ> άνευ πληρωμής= φεύγω χωρίς να πληρώσω, πιστολιά,
¿Nos hacemos un simpa?, ρίχνουμε πιστολιά;, φεύγουμε χωρίς να πληρώσουμε;
pagamento, pagamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του pagar, πληρωμή
hacen su pagamento con tarjeta de crédito, κάνουν την πληρωμή τους με πιστωτική κάρτα
pagaré πρχ παγκαρέ> θα πληρώσω
1. α, γραμμάτιο εις διαταγήν, el emisor del pagaré, ο εκδότης του γραμματίου
2. σνθ, pagaré a la vista, συναλλαγματική, τίτλος όψεως
pagaré del Tesoro, κρατικό ομόλογο
pago 1. α, πληρωμή με χρήμα, Tengo que hacer el pago del coche el cinco de este mes,
Πρέπει να κάνω την πληρωμή του αυτοκινήτου στις 5 αυτού του μήνα
2. μτφ, πληρωμή από κάτι σαν βραβείο, ανταμοιβή, αντίτιμο, τίμημα,
Las sonrisas de los niños fueron pago suficiente,
Τα χαμόγελα των παιδιών ήταν αρκετή ανταμοιβή, πληρωμή,
recibió el pago de sus errores, εισέπραξε το αντίτιμο των λαθών του,
es el pago de la gloria, είναι το τίμημα της δόξας,
3. σνθ, pago adelantado, anticipado, προκαταβολική πληρωμή, προπληρωμή,
pago al contado, a cuenta, a plazos, πληρωμή τοις μετρητοίς, προκαταβολής, με δόσεις pago contra entrega, πληρωμή άμα τη παραδόσει
pago domiciliado, πάγια εντολή πληρωμής
pago en metálico, πληρωμή σε ρευστό
pago fraccionado, τμηματική πληρωμή
4. εκφ, de pago, με πληρωμή= συνδρομητικός, un canal de pago, ένα συνδρομητικό κανάλι en pago, εις πληρωμή ή ως ανταμοιβή
hacer, efectuar un pago, κάνω, πραγματοποιώ μια πληρωμή, πληρώνω
copago 1. α, πρχ συμ-πληρωμή, συμμετοχή στα έξοδα (κυρίως νοσηλεία),
συμπληρωματική πληρωμή, Al elegir un plan de asistencia médica, presta atención a los copagos por consultas médicas y medicamentos con receta,
Όταν επιλέγετε ένα πρόγραμμα υγειονομικής περίθαλψης, δώστε προσοχή στις συμπληρωματικές πληρωμές για επισκέψεις σε γιατρό και συνταγογραφούμενα φάρμακα
pago, ga 1. ε, πληρωμένος, -ή, -ό, μετ’ αποδοχών, vacaciones pagas, άδεια μετ’ αποδοχών
prepago 1. α, προπληρωμή, tarjeta de prepago, προπληρωμένη κάρτα,
Compré una tarjeta telefónica de prepago, Αγόρασα μια τηλεφωνική κάρτα προπληρωμής
paga 1. θ, μισθός, Gana una paga de $100,000 al año,
Κερδίζει ένα μισθό 100.000 δολαρίων το χρόνο
2. στρ, μισθός στρατιώτη
3. πληρωμή, El pedido se enviará al recibir la paga,
Η παραγγελία θα αποσταλεί με την παραλαβή της πληρωμής
4. χαρτζιλίκι, Es útil dar una paga tus hijos,
Είναι χρήσιμο να δίνετε στα παιδιά σας ένα χαρτζιλίκι
5. μτφ, πληρωμή, αντίτιμο, ποινή, μισθός, la paga del pecado es muerte,
Ο μισθός της αμαρτίας είναι θάνατος
6. σνθ, buena, mala paga καλή, κακή πληρωμή
media paga, στρ, μισός μισθός
paga de Navidad, δώρο Χριστουγέννων, 13ος μισθός
paga extra, extraordinaria, υπερωρίες, καταβολή υπερωριών,
paga indebida, de lo indebido, νομ, καταβολή αχρεωστήτου
7. εκφ, cobrar la paga, εισπράττω τον μισθό μου
pagable 1. ε, που μπορεί να πληρωθεί, πληρωτέος, -α, -o,
La deuda de este país no es pagable, Το χρέος αυτής της χώρας δεν είναι πληρωτέο
pagadero, ra 1. ε, πληρωτέος, -α, -o
pagadero 1. α, οκν, προθεσμία πληρωμής, διάρκεια αποπληρωμής,
un préstamo con pagaderos de tres años,
ένα δάνειο με διάρκεια αποπληρωμής τριών ετών
pagado, da 1. ε, πληρωμένος, -η, -ο με αμοιβή ή για κάποια υπηρεσία,
la mujer más pagada en la música, η πιο ακριβοπληρωμένη γυναίκα στη μουσική
2. πληρωμένος= εξοφληθείς, -είσα, -έν, pagado por adelantado,
εξοφληθείς προκαταβολικά
3. εκφ, estar pagado de sí mismo, μτφ, είμαι πληρωμένος από εμένα=
έχω μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου, είμαι αλαζόνας, ξιπασμένος,
un noble muy pagado de sí mismo deseaba humillar en público al poeta,
Ένας ευγενής πολύ αλαζόνας επιθυμούσε να ταπεινώσει δημόσια τον ποιητή
pagador, ra 1. ε, α θ, που πληρώνει, πληρωμής, πληρωτής, -ια,
La entidad pagadora es responsable de administrar la nómina,
Η εταιρία πληρωμής είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση της μισθοδοσίας
2. εκφ, al buen pagador no le duelen prendas, στον καλό πληρωτή δεν τον πονούν ενέχυρα= o καλοπληρωτής δεν έχει κάτι να φοβάται
pagaduría 1. θ, γραφείο πληρωμών
pagano, na 1. α θ, οικ, άτομο που πληρώνει λογαριασμούς συχνά ή κερατιάτικα, θύμα,
ή αυτός που πληρώνει το τίμημα χωρίς να φταίει ή σε υπερβολικό βαθμό,
negó que nuestro país sea el pagano de la ampliación europea,
αρνήθηκε η χώρα μας να γίνει το θύμα της ευρωπαϊκής διεύρυνσης
paganini 1. α θ, οικ, αυτός που πληρώνει κερατιάτικα, ¿me toca otra vez ser el paganini?
πάλι εγώ θα πληρώσω τα κερατιάτικα;
repagar 1. ρμ, πρχ παρά- ή υπέρ-πληρώνω= ακριβοπληρώνω, πληρώνω παραπάνω
sobrepaga 1. θ, πρχ υπέρ-πληρωμή για κάτι= έξτρα πληρωμή, πριμ, επιπλέον αμοιβή,
Recibió una sobrepaga por trabajar horas extra el fin de semana,
Έλαβε μια επιπλέον αμοιβή επειδή εργάστηκε υπερωρίες το Σαββατοκύριακο
impagable 1. ε πρχ α-πλήρωτο> που δεν πληρώνεται= ανεκτίμητος, -η, -o,
me has hecho un favor impagable, μου έχεις κάνει μια ανεκτίμητη χάρη,
2. που δεν μπορεί να πληρωθεί, απλήρωτος, -η, -ο,
el piso es precioso, pero para mí es impagable, το διαμέρισμα είναι πολύ ωραίο,
αλλά για μένα είναι α-πλήρωτο= δεν μπορώ να το πληρώσω
impagado, da 1. ε, απλήρωτος, -η, -ο, ανεξόφλητος, -η, -ο
impagado 1. α, πρχ α-πλήρωτο= ανεξόφλητο, μη καταβεβλημένο ποσό
impago 1. α, μη πληρωμή, el impago de una deuda, η μη πληρωμή ενός χρέους
pactar πρχ πακ-ταρ> πακε-τάρω κάτι με κάποιον= συμφωνώ
1. ρα, συμφωνώ με κάποιον ή μεταξύ εταιρίας, συνάπτω σύμβαση, έρχομαι σε συμφωνία,
pactamos la entrega para el martes, συμφωνήσαμε την παράδοση για την Τρίτη,
pactar una tregua, συμφωνώ μια ανακωχή,
el director ha pactado un aumento de sueldo,
ο διευθυντής έχει συμφωνήσει μια αύξηση μισθού,
Las naciones pactaron un cese de hostilidades y comenzaron las negociaciones de paz,
Τα έθνη συμφώνησαν σε κατάπαυση του πυρός και ξεκίνησαν οι ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις
pacto 1. α, πρχ πακέτο= συμφωνία μεταξύ ατόμων, κομμάτων, κυβερνήσεων, εταιριών,
María y yo hicimos un pacto prometiendo no volver a hablar del tema nunca,
Η Μαρία κι εγώ κάναμε μια συμφωνία υποσχόμενη να μην ξαναμιλήσουμε ποτέ γι’ αυτό
2. σνθ, pacto a la griega, συνασπισμός
pacto colectivo, συλλογική σύμβαση
pacto de no agresión, σύμφωνο μη επιθέσεως
pacto de retro, νομ, σύμφωνο επαναγοράς
pacto entre caballeros, νομ, gentleman’ s agreement ή μτφ συμφωνία κυρίων
3. εκφ, cumplir un pacto, τηρώ μια συμφωνία
hacer un pacto, κάνω μια συμφωνία,
romper un pacto, σπάω μια συμφωνία, los obreros rompieron el pacto,
οι εργάτες έσπασαν τη συμφωνία
pauta πρχ πα-ουτα> μ-πη-κτή= χαραγμένη γραμμή
1. θ, κανόνας, χάρακας, Estaban usando una pauta para trazar las líneas en el papel,
Χρησιμοποιούσαν έναν χάρακα για να σχεδιάζουν τις γραμμές στο χαρτί
2. γραμμή σε χαρτί, Los niños tienen que escribir las letras siguiendo la pauta de la libreta,
Τα παιδιά πρέπει να γράψουν τα γράμματα ακολουθώντας τις γραμμές στο τετράδιο
3. μοντέλο που ακολουθώ σε κάτι, οδηγός, κανόνας συμπεριφοράς,
La escuela estableció un conjunto de pautas,
Το σχολείο δημιούργησε ένα σύνολο με κανόνες συμπεριφοράς,
el comportamiento de tu padre debe ser tu pauta,
η συμπεριφορά του πατέρα σου πρέπει να είναι ο οδηγός σου
4. γραμμή, En la reunión se establecieron las pautas a seguir y los objetivos de la empresa, Στη συνάντηση καθορίστηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές που πρέπει να ακολουθηθούν και οι στόχοι της εταιρείας
5. μσκ, όργανο σχεδίασης πενταγράμμου
6. εκφ, dar, marcar la pauta, δίνω τον τόνο, δίνω την γραμμή,
seguir una pauta, ακολουθώ έναν κανόνα
pautar πρχ πα-ουταρ> βάζω μ-πηκτή> γραμμή, κανόνες σε κάτι,
ή πα-κετάρω> ορίζω πλαίσιο ή θέτω κανόνες σαν χάρακας
1. ρμ, χαρακώνω, διαγραμμίζω χαρτί, βάζω γραμμές σε ένα χαρτί,
Cuando escribo cartas, prefiero pautar el folio para escribir recto,
Όταν γράφω γράμματα, προτιμώ να διαγραμμίζω τη σελίδα για να γράφω ευθεία
pautar la hoja, διαγραμμίζω το χαρτί
2. μτφ, κανονικο-ποιώ, διέπω, θέτω, βάζω κανόνες σε κάτι, ορίζω γραμμή,
Los profesores deben pautar las normas de buen comportamiento en clase,
Οι δάσκαλοι πρέπει να θέτουν τους κανόνες καλής συμπεριφοράς στην τάξη
3. μσκ, χαράζω το πεντάγραμμο
pautado, da 1. ε, γραμμισμένος, -η, -ο, με χάραγμα, οδηγό
2. μτφ, καθορισμένος, -η, -ο, Tenemos un plan de estudios pautado para el semestre,
Έχουμε ένα καθορισμένο σχέδιο σπουδών για το εξάμηνο
3. σνθ, papel pautado, διαγραμμισμένο χαρτί για γράψιμο ή χαρτί πενταγράμμου
empatar πρχ εμ-παταρ> εμ-πατώ= ισο-παλώ με κάποιον, σαν να πατώ μαζί του
1. ρα, ρμ, ραντ, ισοφαρίζω σε ένα παιχνίδι καθώς παίζω, έρχομαι ισόπαλος, ισοφαρίζομαι,
Barca empató en el minuto 30, η Μπάρτσα ισοφάρισε στο 30’
El equipo logró empatar el partido en el último minuto,
Η ομάδα κατάφερε να ισοφαρίσει τον αγώνα στο τελευταίο λεπτό
El marcador se empató justo antes de que terminara el partido,
Το σκορ έγινε ισόπαλο πριν να τελειώσει ο αγώνας
2. ρμ, ρα, φέρνω ισοπαλία σε παιχνίδι, el Barca empató en casa,
η Μπάρτσα έφερε ισοπαλία στο γήπεδο της
αναδεικνύομαι ισόπαλος σε αγώνα με κάποιον, los dos ajedrecistas empataron,
οι δύο σκακιστές αναδείχτηκαν ισόπαλοι
3. ισοψηφώ σε ψηφοφορία, empataron en número de votos,
ισο-πάτησαν> ισοψήφησαν σε νούμερο ψήφων
4. empatar a, αναδεικνύομαι, έρχομαι ισόπαλος,
empatar a cero, αναδεικνύομαι ισόπαλος με 0-0
5. empatar con, φέρνω ισοπαλία με, el Barca empata con el Real,
η Μπάρτσα έφερε ισοπαλία με τη Ρεάλ
6. εκφ estar, ir empatados, είμαι ισοπαλία
Empatársela a alguien, σημαίνει να ισοφαρίσω σε κάτι κάποιον, να εκδικηθώ κάποιον
ή να ανταποδώσω το κακό που μου έκανε κάποιος, φέρνοντας την κατάσταση στα ίσα,
Él no me invitó a su fiesta, así que decidí empatársela y no invitarlo a la mía,
Αυτός δεν με κάλεσε στο πάρτι του, οπότε αποφάσισα να του το ανταποδώσω και να μην τον καλέσω στο δικό μου
empate 1. α, αθλ, ισοπαλία σε αποτέλεσμα, empate en el marcador, ισοπαλία στο σκορ
2. ισοφάριση σε αγώνα, el gol del empate, το γκολ της ισοφάρισης
3. ισοψηφία, en caso de empate habrá un nuevo voto,
σε περίπτωση ισοψηφίας θα υπάρξει νέα ψηφοφορία
4. ισοπαλία σε διαγωνισμό
5. ισοπαλία στο σκάκι
6. εκφ, acabar en, con empate, καταλήγω σε, με ισοπαλία, o αγώνας λήγει ισόπαλος
empatado, da 1. ε, ισόπαλος, -η, -ο, el partido sigue empatado,
o αγώνας παραμένει ισόπαλος
en el tercero puesto hay dos equipos empatados a puntos,
στην τρίτη θέση είναι δύο ομάδες είναι ισόβαθμες
desempatar πρχ δεν-εμ-πατώ> ξε-πατώ από τον άλλον
1. ρμ, δίνω τέλος στην ισοψηφία σε ψηφοφορία, γέρνω υπέρ μιας πλευράς αποτέλεσμα,
El voto del presidente sirvió para desempatar la decisión,
Η ψήφος του προέδρου χρησίμευσε για να λύσει την ισοψηφία, να κρίνει την απόφαση
2. δίνω τέλος στην ισοπαλία για παιχνίδι, διαγωνισμό, γέρνω υπέρ μου, δίνω προβάδισμα,
Pineda desempató el partido anotando un gol en el último minuto,
Ο Πινέδα έγειρε υπέρ το παιχνίδι πετυχαίνοντας ένα γκολ στο τελευταίο λεπτό
desempate 1. α, σπάσιμο ισοπαλίας, προβάδισμα,
marcó el gol del desempate para su equipo,
σημείωσε το γκολ για το προβάδισμα στην ομάδα του,
partido de desempate, αγώνας που θα κρίνει τον τελικό νικητή
2. δεύτερη ψηφοφορία, votación de desempate, δεύτερη, επαναληπτική ψηφοφορία
3. εκφ, jugar el desempate, παίζω τον αγώνα που θα κρίνει τον τελικό νικητή
paz πρχ παθ> μ-πήγω κάτι σε ένδειξη ανακωχής, πρχ πάγ-ωμα σε κάτι,
πρχ πασ-> πασιφισμός = ειρηνισμός
1. θ, ειρήνη, έλλειψη πολέμου, tiempo de paz, καιρός ειρήνης
Europa disfrutaba de un periodo de paz y prosperidad en 1914,
Η Ευρώπη απολάμβανε μια περίοδο ειρήνης και ευημερίας το 1914
2. κατάσταση ηρεμίας ψυχικής, γαλήνη, le gusta vivir en paz, του αρέσει να ζει σε γαλήνη
le gusta la paz del campo, του αρέσει η ηρεμία της υπαίθρου
3. συμφωνία για ειρήνη μεταξύ κρατών, firmar la paz, υπογράφω την ειρήνη
4. ειρήνη μεταξύ ατόμων στις σχέσεις, que haya paz en la mesa,
ας υπάρχει ειρήνη στο τραπέζι
5. θρη, εικόνα προς ασπασμό
6. θρη, ειρήνη, La paz descienda sobre vosotros, Η ειρήνη να έλθει σε εσάς
7. σνθ, paz fingida, υποκριτική ειρήνη
paz octaviana, Ρωμαϊκή Ειρήνη, Ρax Romana
8. εκφ, aquí paz y después gloria, οικ, περασμένα ξεχασμένα
dar(se) la paz, θρη, αγκαλιάζω, φιλώ εικόνα προ του Μυστηρίου της Θείας Κοινωνίας
descansar en paz, αναπαύομαι εν ειρήνη
que en paz descanse, que descanse en paz, o Θεός να αναπαύσει την ψυχή του,
ή Θεός σχωρέσ’ τον
estar, quedar en paz, βρίσκομαι σε ειρήνη, όχι πόλεμο ή δεν οφείλω χρέη,
firmar la paz, υπογράφω ειρήνη, los dos países han firmado la paz,
Οι δύο χώρες υπέγραψαν ειρήνη,
ir en paz, πηγαίνω στο καλό, στην ευχή του Θεού, ¡vaya en paz! πήγαινε στο καλό!
mantener la paz, διατηρώ την ειρήνη
(no) dejar en paz, (δεν) αφήνω ήσυχο
poner paz, επιβάλλω την ειρήνη
y en paz, οικ, πάει και τελείωσε
paces 1. θ πλ, ειρήνευση
2. εκφ, hacer las paces, κάνω ειρήνη
pacificar 1. ρα, ρμ, κυρ, μτφ, ειρηνεύω, φέρνω ειρήνη, κατευνάζω, ηρεμώ, εκτονώνω,
un gobierno de salvación nacional para pacificar la nación,
μια κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας για να ειρηνεύσει το έθνος
La víctima de una agresión a la salida de una discoteca estaba intentando pacificar la pelea.
Το θύμα της επίθεσης έξω από ένα νυχτερινό κέντρο προσπαθούσε να εκτονώσει τον καβγά
2. ραντ, κυρ, μτφ, ειρηνεύω, γαληνεύω, ηρεμώ, εκτονώνομαι, la región se ha pacificado,
η περιοχή έχει ειρηνεύσει
pacificación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του pacificar, pacificarse,
2. κυρ, μτφ, ειρήνευση, κατευνασμός, ημέρευση,
Las Naciones Unidas buscan la pacificación en las zonas de conflicto,
Τα Ηνωμένα Έθνη επιδιώκουν την ειρήνευση στις ζώνες συγκρούσεων
La pacificación de los ánimos es necesaria después de una pelea,
Ο κατευνασμός των πνευμάτων είναι απαραίτητος μετά από έναν καβγά
3. ανακωχή, συμφωνία ειρήνης μεταξύ κρατών
pacificador, ra 1. ε, α θ, ειρηνευτικός, -ή, -ó, ειρηνευτής, -ια
pacíficamente 1. επρ, ειρηνικά
pacífico, ca 1. ε, ειρηνικός, -ή, -ó
pacifismo 1. α, πασιφισμός, ειρηνισμός
pacifista 1. ε, α θ, ειρηνιστικός, -ή, -ó, πασιφιστής, -ια, ειρηνιστής, -ια
transpacífico, ca 1. ε, υπερειρηνικός, -α, -o, σε σχέση με τον Ειρηνικό Ωκεανό
pazguato, ta πρχ παθ-γουατο> παν-αγα-θ-ατος
1. ε, α θ, υτμ, αγαθιάρης, -α, -ικο, απλοϊκός, -ή, -ό, απονήρευτος, -η, -ο, αφελής, -ές, -ή,
no te comportes como un pazguato, μην συμπεριφέρεσαι σαν αγαθιάρης
No seas tan pazguato, no te creas todo lo que te dicen,
Μην είσαι τόσο αφελής. Μην πιστεύεις όλα όσα σου λένε
2. ανόητος, -η, -ο, No trates de usar lógica con un hombre pazguato como él,
Μην προσπαθείς να χρησιμοποιήσεις τη λογική με έναν ανόητο σαν αυτόν
3. σεμνότυφος, -η, -ο, Ojalá no fueras tan pazguato y vinieras de fiesta con nosotros,
Μακάρι να μην ήσουν τόσο σεμνότυφος και να ερχόσουν για πάρτι μαζί μας
pazguatería 1. θ, υτμ, αγαθότητα, αφέλεια, απλοϊκότητα ή ευπιστία
Su pazguatería era tal que creyó cualquier mentira,
Η αφέλειά του ήταν τέτοια που πίστεψε οποιοδήποτε ψέμα
2. ηλιθιότητα, κρετινισμός
3. σεμνοτυφία
pacato, ta 1. ε, μτφ, σεμνότυφος, -η, -o
2. φιλήσυχος, -η, -o, carácter pacato, χαρακτήρας φιλήσυχος
apaciguar πρχ α-παθ-ιγουαρ> σε παθ> σε ειρήνη άγω ή παγώνω, πρχ απάγω ένταση
1. ρμ, ειρηνεύω κάποιον, ηρεμώ, γαληνεύω, καλμάρω, κατευνάζω,
apaciguar los ánimos de la gente, ηρεμώ τα πνεύματα
el bebé estaba llorando y le dimos un chupete para apaciguarlo,
Το μωρό έκλαιγε και του δώσαμε μια πιπίλα για να το ηρεμήσουμε
El líder tuvo que apaciguar los ánimos después del debate,
Ο ηγέτης έπρεπε να κατευνάσει τα πνεύματα μετά τη συζήτηση
2. καταστέλλω, επιβάλλω ειρήνη, el ejército apaciguó la revuelta de la región,
Ο στρατός κατέστειλε την εξέγερση στην περιοχή
3. πρχ απα-σιγουαρ> απαλύνω, mi esposa apaciguó mi dolor de espaldas con un masaje,
Η γυναίκα μου απάλυνε τον πόνο στην πλάτη μου με ένα μασάζ
4. ραντ, για άτομο, ειρηνεύω, ηρεμώ
5. κατευνάζομαι, ηρεμώ, κοπάζω για καιρό, θάλασσα, καταιγίδα, άνεμο,
el viento se ha apaciguado, ο αέρας ηρέμησε
6. για ψυχικό πόνο, απαλύνομαι, ηρεμώ, su tristeza comenzó a apaciguarse,
η στεναχώρια του άρχισε να απαλύνεται
apaciguamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του apaciguar
apaciguador, ra 1. ε, κατευναστικός, -ή, -ό
2. καταπραϋντικός, -ή, -ό, συμφιλιωτικός, -ή, -ó
3. α θ, συμφιλιωτής, -ια, ειρηνοποιός
apagar πρχ μπήγω κάτι και το σβήνω, πρχ παγώνω
1. ρμ, σβήνω φωτιά, φώς, κερί, Apaga la luz y vete a dormir,
Σβήσε το φως και πήγαινε για ύπνο,
Por favor apaga su cigarro antes de entrar al hospital,
Παρακαλώ σβήστε το τσιγάρο σας πριν μπείτε στο νοσοκομείο
2. μτφ, κλείνω, σβήνω, συσκευή ηλεκτρική, apaga la radio, κλείσε το ράδιο
3. μτφ, παγώνω= χαλάω γεγονός, γιορτή, la pelea apagó la fiesta,
ο τσακωμός χάλασε τη γιορτή
4. μτφ, για όψη, παγώνω= θαμπώνω, χλομιάζω, este color te apaga mucho,
αυτό το χρώμα σε χλομιάζει πολύ
ή για χρώμα, λάμψη, παγώνω και χάνω την ένταση, ξανοίγω
5. μτφ, σβήνω, μειώνω ένταση σε κάτι, Han logrado apagar el ruido de la música cerrando las ventanas y puertas exteriores, Κατάφεραν να σβήσουν τον θόρυβο της μουσικής κλείνοντας τα παράθυρα και τις εξωτερικές πόρτες
6. μτφ, κατευνάζω, Nada le podría apagar la ira que sentía,
Τίποτα δεν θα μπορούσε να του κατευνάσει την οργή που ένιωθε
7. σβήνω δίψα, ξεδιψώ, Con este calor, ni diez litros de agua podrían apagar mi sed,
Με αυτή τη ζέστη, ούτε δέκα λίτρα νερό δεν μπορούσαν να με ξεδιψάσουν
8. απαλύνω, καταπραΰνω πόνο, Esta crema apagará el ardor del piquete,
Αυτή η κρέμα θα απαλύνει το κάψιμο του τσιμπήματος
9. ραντ, κυρ, μτφ, σβήνω, la vela se apagó por el viento, το κερί έσβησε από τον άνεμο,
el motor se apagó de repente, Η μηχανή έσβησε ξαφνικά,
se nos ha apagado la pasión, το πάθος μας έχει σβήσει, ξεθωριάσει
Su fuerza se iba apagando con la edad, Η δύναμή του έσβηνε με την ηλικία
10. μτφ, σβήνω, πεθαίνω, Se apagó una fría mañana de noviembre,
Έσβησε ένα κρύο πρωινό του Νοεμβρίου
11. για ηφαίστειο, σβήνω, δεν έχω δραστηριότητα
12. εκφ, apaga y vámonos, οικ, πρχ πάγωσε και φύγαμε= άστο καλύτερα!, σωθήκαμε!
καλημέρα για αύριο, δεν γίνεται τίποτα, για να δηλώσουμε πως τελείωσε κάτι,
Si no tenemos presupuesto para empezar, ya podemos decir: “Apaga y vámonos”,
Αν δεν έχουμε προϋπολογισμό για να ξεκινήσουμε, πλέον μπορούμε να πούμε:
” Άστο καλύτερα!”
apagamiento 1. πράξη και αποτέλεσμα του apagar, απόσβεση, σβήσιμο,
Los bomberos trabajaron para el apagamiento rápido del incendio,
Οι πυροσβέστες εργάστηκαν για τη γρήγορη απόσβεση της πυρκαγιάς
2. σνθ, apagamiento de carácter, καταπίεση χαρακτήρα
apagón 1. α, συσκότιση, μπλακ-άουτ, ayer sufrimos un apagón de luz,
εχτές πάθαμε ένα μπλακ-άουτ
apagado, da πρχ παγωμένο
1. ε, σβηστός, -ή, -ó, σβησμένος, -η, -o, el motor está apagado, η μηχανή είναι σβηστή
fuego apagado, σβησμένη φωτιά
2. χωρίς ένταση, ισχνός, -ή, -ό, μελαγχολικός, -ή, -ó, πεσμένος, -η, -ο, βαρετός, -ή, -ό,
fiesta apagada, γιορτή πεσμένη, χωρίς κέφι
el día está muy apagado, o καιρός είναι πολύ μελαγχολικός,
Era un matrimonio muy apagado, Ήταν ένας γάμος πολύ βαρετός
3. για άτομο, σκυθρωπός, -ή, -ό, mi hermana está apagada desde que se quedó viuda,
Η αδερφή μου είναι σκυθρωπή από τότε που έμεινε χήρα
ή χλωμός, -ή, -ó, se te ve muy apagado hoy, φαίνεσαι πολύ χλωμός σήμερα
4. απαλός, -ή, -ó για χρώμα, πρχ πάλ, colores apagados, απαλά χρώματα,
Llevaba un vestido de color apagado, Φορούσε ένα φόρεμα με απαλό χρώμα
ή ξεθωριασμένος, -η, -ο
5. απαλός, -ή, -ό, άτονος, -η, -ο για φωνή, βλέμμα, Su voz sonaba apagada y triste,
Η φωνή του ακουγόταν άτονη και λυπημένη
6. υπόκωφος, -η, -o για ήχο
apagado 1. α, εξάλειψη, σβήσιμο σε κάτι, el apagado de la luz, το σβήσιμο του φωτός
2. διακοπή σε συσκευή, Los apagados forzosos pueden acabar estropeando el ordenador,
Οι αναγκαστικές διακοπές λειτουργίας μπορούν να καταλήξουν χαλώντας τον υπολογιστή
3. κατ, σβήσιμο ασβέστη
4. σνθ, apagado automático, αυτόματο σβήσιμο
apagador, ra 1. ε, για φωτιά, κατασβεστικός, -ή, -ó
2. για φώς, χρώμα, που χαμηλώνει την ένταση, απαλύνει
apagador 1. α, κηροσβέστης
inapagable πρχ α-πάγωτος= άσβηστος
1. ε, κυρ, μτφ, άσβηστος, -η, -o για πυρκαγιά, φλόγες,
El incendio forestal parecía inapagable por la fuerza del viento,
Η δασική πυρκαγιά φαινόταν άσβεστη λόγω της δύναμης του ανέμου,
Tiene una sed de conocimiento inapagable,
Έχει μια δίψα για γνώση άσβεστη
apagapenol 1. α, ναυ, συστολείς
apagavelas 1. α, κηροσβέστης