OJO= ΑΡΧ ΩΨ> ΟΠΗ, ΜΑΤΙ, ΟΦΘΑΛΜΟΣ, ΠΡΧ OJO > OCULAR > ΟΚΟΥ> ΚΙΑΛΙΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
ojo πρχ αρχ οψ, οπή, οφθ-αλμός, μάτι
1. α, (μάτι, το / οφθαλμός, ο). [Το όργανο της όρασης στον άνθρωπο και στα ζώα].
El médico le examinó el ojo derecho para ver si tenía alguna infección.
Ο γιατρός τού εξέτασε το δεξί μάτι για να δει αν είχε κάποια μόλυνση.
2. (μάτι, το). [Το ορατό τμήμα του ματιού στο πρόσωπο].
Tenía los ojos cansados después de trabajar tantas horas frente al ordenador.
Είχε κουρασμένα μάτια μετά από τόσες ώρες δουλειάς μπροστά στον υπολογιστή.
3. (μάτι της βελόνας, το). [Η τρύπα που έχει η βελόνα για να μπαίνει η κλωστή].
Es muy difícil pasar el hilo por el ojo de la aguja χωρίς να φοράω τα γυαλιά μου.
Είναι πολύ δύσκολο να περάσεις την κλωστή από το μάτι της βελόνας χωρίς να φορώ τα γυαλιά μου.
4. (τρύπα, η / άνοιγμα, το). [Άνοιγμα ή τρύπα που διαπερνά ένα πράγμα από τη μία πλευρά στην άλλη].
El agua se filtraba por un pequeño ojo abierto en la base de la pared.
Το νερό διαπερνούσε από μια μικρή τρύπα ανοιγμένη στη βάση του τοίχου.
5. (δακτύλιος, ο / υποδοχή, η / μάτι, το). [Ο δακτύλιος που έχουν τα εργαλεία για να μπαίνουν σε αυτόν τα δάχτυλα ή το στυλιάρι/
λαβή με την οποία τα χειριζόμαστε]. Introdujo el mango de madera en el ojo del hacha,
Εισήγαγε την ξύλινη λαβή στην υποδοχή (μάτι) του τσεκουριού
6. (δακτύλιος, ο / μάτι, το). [Καθένας από τους δακτυλίους του ψαλιδιού όπου μπαίνουν τα δάχτυλα].
Toma el tijera por los ojos, Πιάσε το ψαλίδι από τους δακτυλίους (μάτια)
7. (κεφαλή της κλειδαριάς, η / μάτι, το). [Δακτύλιος, συνήθως ελλειπτικός, από όπου πιάνουμε και βάζουμε δύναμη στο κλειδί για να
μετακινήσουμε το μάνταλο της κλειδαριάς]. El ojo del llave antigua era tan grande que apenas cabía en mi bolsillo.
Η κεφαλή (το μάτι) του παλιού κλειδιού ήταν τόσο μεγάλη που μόλις χωρούσε στην τσέπη μου.
8. (κλειδαρότρυπα, η / οπή κλειδαριάς, η). [Η τρύπα από όπου μπαίνει το κλειδί στην κλειδαριά].
Miró a través del ojo de la cerradura para ver si había alguien en el salón.
Κοίταξε μέσα από την κλειδαρότρυπα για να δει αν υπήρχε κανείς στο σαλόνι.
9. (μάτι του γράμματος, το). [Το άνοιγμα που έχουν ορισμένα γράμματα όταν φέρουν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει μια κλειστή
καμπύλη]. La tipografía elegida tiene el ojo de la letra “o” muy estilizado.
Η επιλεγμένη τυπογραφία έχει το μάτι του γράμματος “ο” πολύ στυλιζαρισμένο
10. (πηγή, η / κεφαλόβρυσο, το). [Ανάβρα, πηγή που αναβλύζει σε μια πεδιάδα].
Caminamos hasta el ojo de agua που abastecía a todo el pueblo cercano.
Περπατήσαμε μέχρι την πηγή που τροφοδοτούσε όλο το κοντινό χωριό.
11. (μάτι, το / σταγόνα, η). [Καθεμία από τις σταγόνες λαδιού ή λίπους που επιπλέουν σε ένα άλλο υγρό].
La sopa de pollo tenía unos ojos de grasa που flotaban en la superficie.
Η κοτόσουπα είχε μερικά μάτια λίπους που επέπλεαν στην επιφάνεια.
12. (μάτι, το / κύκλος, ο). [Έγχρωμος κύκλος που έχει το παγώνι στην άκρη καθενός από τα φτερά της ουράς του].
El pavo real abrió su cola mostrando los hermosos ojos de sus plumas.
Το παγώνι άνοιξε την ουρά του δείχνοντας τα πανέμορφα μάτια των φτερών του.
13. (άνοιγμα γέφυρας, το / τόξο, το). [Το διάστημα ανάμεσα σε δύο βάθρα ή πυλώνες μιας γέφυρας].
El barco de vapor pasó sin problemas por el ojo central del puente de piedra.
Το ατμόπλοιο πέρασε χωρίς προβλήματα από το κεντρικό άνοιγμα (τόξο) της πέτρινης γέφυρας.
14. (μπούκα του μύλου, η / μάτι, το). [Ανοιχτό στόμιο στον τοίχο ορισμένων μύλων για να μπαίνει το νερό που θέτει σε κίνηση τη
φτερωτή]. El agua entraba con fuerza por el ojo del molino para mover las pesadas piedras.
Το νερό έμπαινε με δύναμη από την μπούκα (μάτι) του μύλου για να γυρίσει τις βαριές πέτρες.
15. (πλύση, η / χέρι, το). [Το χέρι που περνάμε τα ρούχα με το σαπούνι όταν πλένονται].
Le dio un buen ojo de jabón a la camisa para quitarle la mancha de barro.
Έριξε ένα καλό χέρι σαπούνισμα στο πουκάμισο για να του βγάλει τον λεκέ από λάσπη.
16. (σημείωση στο περιθώριο, η). [Λέξη ή σημάδι που τοποθετείται στο περιθώριο χειρογράφων ή εντύπων για να τραβήξει την
προσοχή σε κάτι]. El editor escribió un ojo en el margen para corregir el dato histórico más tarde.
Ο εκδότης έβαλε μια σημείωση στο περιθώριο για να διορθώσει το ιστορικό στοιχείο αργότερα.
17. (μάτι, το / τρύπα, η / φούσκα, η). [Καθένα από τα κενά ή τις κοιλότητες που έχουν στο εσωτερικό τους το ψωμί, το τυρί και άλλα
σπογγώδη πράγματα]. Este queso gruyer tiene unos ojos grandes και bien distribuidos.
Αυτό το τυρί γραβιέρα έχει μεγάλα και καλά κατανεμημένα μάτια (τρύπες).
18. (θυρίδα ελέγχου, η / οπή, η). [Στρογγυλή ή επιμήκης τρύπα που έχουν στο πάνω μέρος του πέλματος ορισμένες ζυγαριές για να
βλέπει κανείς αν ο δείκτης είναι κατακόρυφος ή πεσμένος].
El inspector miró por el ojo de la balanza para verificar que estuviera bien nivelada.
Ο επιθεωρητής κοίταξε από τη θυρίδα ελέγχου της ζυγαριάς για να επαληθεύσει ότι ήταν καλά ευθυγραμμισμένη.
19. (μάτι του δικτύου, το / μάτι, το). [Καθένα από τα κενά διαστήματα του δικτύου των βρόχων].
Los peces pequeños lograban escapar a través de los ojos de la red.
Τα μικρά ψάρια κατάφερναν να ξεφύγουν μέσα από τα μάτια του δικτύου.
20. (μάτι, το / αισθητήριο, το / κρίση, η). [Ιδιαίτερη ικανότητα να εκτιμά κανείς σωστά και εύκολα τις περιστάσεις που συντρέχουν
σε μια περίπτωση ή να υπολογίζει μεγέθη]. El contratista tiene muy buen ojo para medir las distancias sin usar la cinta.
Ο εργολάβος έχει πολύ καλό μάτι στο να υπολογίζει τις αποστάσεις χωρίς να χρησιμοποιεί τη μεζούρα.
21. (προσοχή, η / φροντίδα, η / επιφυλακή, η). [Προσοχή, φροντίδα ή προειδοποίηση που δίνεται σε κάτι].
Debes poner mucho ojo en los detalles del contrato antes de firmarlo.
Πρέπει να δώσεις μεγάλη προσοχή στις λεπτομέρειες του συμβολαίου πριν το υπογράψεις.
22. (πάχος στοιχείου, το). [Τυπογραφικός όρος: Το πάχος στους τυπογραφικούς χαρακτήρες, το οποίο μπορεί να είναι διαφορετικό
σε στοιχεία του ίδιου μεγέθους]. El ojo de los caracteres tipográficos variaba para resaltar los títulos principales.
Το πάχος των τυπογραφικών χαρακτήρων διέφερε για να τονίζονται οι κύριοι τίτλοι.
23. (ανάγλυφο στοιχείου, το / μάτι, το). [Τυπογραφικός όρος: Το ανάγλυφο των τυπογραφικών στοιχείων, το οποίο όταν ποτιστεί
με μελάνι παράγει την εκτύπωση]. El ojo del tipo de plomo debe estar limpio para que la impresión sea nítida.
Το ανάγλυφο (μάτι) του μολυβένιου στοιχείου πρέπει να είναι καθαρό για να είναι η εκτύπωση ευκρινής.
24. θ πλ, (μάτια μου, τα). [Στον πληθυντικό: Χρησιμοποιείται ως έκφραση μεγάλης αγάπης ή για το αντικείμενο αυτής].
¡Ay, ojos míos, qué alegría me da verte después de tanto tiempo! Αχ, μάτια μου, τι χαρά μού δίνει να σε βλέπω μετά από τόσο καιρό!
25. σνθ, cuatro ojos οικ, υτμ, 4 οπές, μάτια= γυαλάκιας
ojo morado, οικ, οπή σαν μούρο= μελανιασμένο μάτι
οjo a la funerala, οικ, μάτι σαν φούρνου= μαύρο> μελανιασμένο μάτι
ojo de buey, ατκ, οπή του βοδιού = φινιστρίνι
ojo de gallo, pollo, κάλος, τύλος
ojos de carnero, cordero, οικ, οπή του αρνίου= βλέμμα γεμάτο θλίψη
26. εκφ, abrir los ojos, οικ, μτφ, ανοίγω τα μάτια μου
abrir los ojos a alguien, ανοίγω τα μάτια σε κάποιον
andar(se) con cien ojos, βαδίζω με 100 οπές= έχω τα μάτια μου δεκατέσσερα
a ojo, με το μάτι, πρόχειρα
a ojos vistas, με οπές ορατές= ευδιάκριτα
cerrar los ojos, μτφ, κλείνω τα μάτια, και κάνω κάτι χωρίς να το σκεφτώ πολύ
ή κλείνω τα μάτια, πεθαίνω
comerse a alguien con los ojos, οικ, τρώω κάποιον με τα μάτια
costar, valer un ojo de la cara, οικ, μτφ κοστίζει ένα μάτι από το πρόσωπο= πολύ ακριβό
cuatro ojos ven más que dos, τέσσερα μάτια βλέπουν καλύτερα από δυο
¡dichosos los ojos que te ven! οικ, ευλογημένα τα μάτια που σε βλέπουν=
καλώς τα μάτια μου τα δυο!
echar el ojo a alguien, algo, οικ, βάζω στο μάτι κάποιον, κάτι
entrar por los ojos, οικ, μπαίνει μέσω ματιού= κάτι χτυπάει στο μάτι, αρέσει
en un abrir (y cerrar) de ojos, οικ, μτφ, σε ένα άνοιγμα και κλείσιμο των ματιών,
εν ριπή οφθαλμού, στο πι και φι,
estar ojo avizor, alerta, στέκομαι (με) μάτι επιτήρησης= είμαι σε επαγρύπνηση
guiñarle el ojo a alguien, πρχ κλείνω το μάτι σε κάποιον
hasta los ojos, οικ, μέχρι το μάτι> λαιμό
llenar antes el ojo que la barriga, la tripa, πρώτα χορταίνει το μάτι και μετά το στομάχι
llorar con un ojo, κλαίω με ένα μάτι= χύνω κροκοδείλια δάκρυα
mirar con ojos de besugo, ορώ με μάτια χάνου> κοιτάζω σαν χάνος
no pegar (el) ojo, οικ, δεν κολλάω> κλείνω μάτι
no quitar ojo a algo, alguien, δεν παίρνω τα μάτια μου από κάτι, κάποιον
no tener ojos en la cara, οικ, δεν έχεις μάτια στο πρόσωπο= δεν βλέπεις, σε δουλεύει
ojos que no ven, corazón que no siente, πρμ, μάτια που δεν βλέπονται γρήγορα ξεχνιούνται
ser todo ojos, είμαι όλος μάτια= κοιτάζω πολύ προσεκτικά
taparse los ojos, ταπάρω > κλείνω, σκεπάζω τα μάτια
tener ojos en la nuca, έχω μάτια και στην σβέρκο> πλάτη
tener un ojo aquí y el otro en Pekín, οικ, έχω ένα μάτι εδώ και το άλλο στην ανατολή,
είμαι αλλήθωρος
ojo 1. επφ, τα μάτια σου 14> το νου σου, για να προειδοποιήσω,
¡Ojo! El suelo está recién fregado y puedes resbalar si caminas rápido,
Προσοχή! Το πάτωμα είναι φρεσκοσφουγγαρισμένο και μπορείς να γλιστρήσεις αν περπατάς γρήγορα,
¡(mucho) ojo! προσοχή!
¡ojo, que pasa un coche! προσοχή, περνά ένα αυτοκίνητο!
bisojo, ja πρχ αμφι> bi-οπή
1. ε, αλλήθωρος, -η, -o, mi hermano es bisojo, ο αδερφός μου είναι αλλήθωρος
2.α θ, αλλήθωρος , -η
cuatrojos 1. α θ, υτμ, 4-οπές= γυαλάκιας
ojera 1. θ, μαύρος κύκλος στα μάτια, No dormí bien anoche. – Se nota. Tienes ojeras,
Δεν κοιμήθηκα καλά χθες το βράδυ. – Φαίνεται. Έχεις μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια
ojeroso, sa 1. ε, με μαύρους κύκλους στα μάτια
ojeriza 1. θ, άχτι, μίσος, αντιπάθεια για κάποιον, σαν να τον κοιτάω έντονα,
La ojeriza de mi hermano hacia Marcos es evidente,
Το άχτι του αδερφού μου προς τον Μάρκος είναι εμφανής
2. εκφ, tener ojeriza a alguien, έχω, νιώθω αντιπάθεια προς κάποιον,
tomar ojeriza a alguien, τρέφω μίσος για κάποιον
ojuelo πρχ οπ-ούλα
1, α, ματάκι, unos ojuelos vivarachos, ζωηρά ματάκια
ollao 1. α, ναυ, πορτούζι, ματάκι στα πανιά για να περάσει το σχοινί, οπή
ojialegre 1. ε, πρχ οπή-αλέκτωρ= με χαρούμενα, γελαστά μάτια
ojienjuto, ta 1. ε, πρχ οπή-σε κλάμα, που δυσκολεύεται να κλάψει
ojímetro 1. α, ικανότητα να υπολογίζω, μετράω με το μάτι, πρόχειρα
2, εκφ, a ojímetro, με το μάτι, a ojímetro serán unos cinco metros,
με το μάτι θα είναι περίπου 5 μέτρα
ojimoreno, na 1. ε, καστανο-μάτης, -α, -ικο
ojinegro, gra 1. ε, μαυρο-μάτης, -α, -ικο
ojituerto, ta 1. ε, οικ, υτμ με οπή-τόρνου= γκαβός, -ή, -ó
ojizarco, ca 1. ε, οικ, πρχ με οπή-θαλασσί= ανοιχτογάλανα μάτια
ojal 1. α, μτφ, οπή κουμπιού, κουμπότρυπα
2. στόμιο σε κάτι
ojear 1. ρα, κοιτάζω επιφανειακά, ρίχνω μια ματιά, Ojeé la revista mientras esperaba,
Έριξα μια ματιά στο περιοδικό όσο περίμενα
2. στο κυνήγι, έχω το μάτι μου επάνω στο θήραμα, το καταδιώκω
3. κοιτάζω, παρατηρώ, εξετάζω, επιθεωρώ, El vigilante se puso a ojear el horizonte para comprobar que no hubiera peligro,
Ο φύλακας άρχισε να κοιτάζει τον ορίζοντα για να βεβαιωθεί ότι δεν υπήρχε κίνδυνος,
ojeaba al hombre que caminaba por el centro,
κοίταζε τον άντρα που περπατούσε στο κέντρο της πόλης
4. ματιάζω, ρίχνω κακό μάτι, La chica tiene un amuleto porque cree que alguien la ojeó,
Το κορίτσι έχει ένα φυλαχτό επειδή πιστεύει ότι κάποιος της έριξε το κακό μάτι
ojeo 1. α, ματιά σε κάτι, ρίξιμο βλέμματος,
un ojeo para ver el libro, μια ματιά για να δει το βιβλίο
ojeada 1. θ, ματιά
2. εκφ, echar, dar una ojeada a, ρίχνω μια ματιά σε
ojeador, ra 1. α θ, που κοιτάει για ταλέντα, ανιχνευτής, -ια
2. στο κυνήγι, ανιχνευτής, -ια θηραμάτων
ojete πρχ οπ-ίτσα= τρυπούλα
1. α, οπή για κορδόνι υποδήματος
2. χυδ, κωλο-τρυπίδα
3. ρπτ, στρογγυλή ή οβάλ οπή, τρύπα σε κέντημα
ojetear 1. ρμ, ρπτ, φτιάχνω τρύπες
ojetera 1. θ, ρπτ, πρχ οπη-τήριο= μέρος στο ρούχο που μπαίνουν οι οπές, τρύπες
aojar 1. ρμ, ματιάζω κάποιον, ρίχνω κακό μάτι σε κάποιον,
Amalia está convencida de que alguien la aojó,
Η Αμαλία είναι πεπεισμένη ότι κάποιος την μάτιασε
2. ματιάζω κάτι, γκαντεμιάζω, tu hermano aojó mi proyecto,
ο αδερφός σου μου μάτιασε το πρότζεκτ
aojamiento 1. α, μάτιασμα σε κάποιον, κάτι
aojo 1. α, μάτιασμα σε κάποιον, κάτι
aojador, ra 1. ε, που ματιάζει, κακόματος, -η, -ο
2. α θ, μάγος, χαρτορίχτρα, επειδή ρίχνουν το μάτι τους
aojadura 1. θ, κακό μάτι, μάτιασμα
desojar 1. ρμ, πρχ ξε-οπίζω= σπάω το μάτι της βελόνας
2. ραντ, για άτομο, ξε-οπίζομαι= χαλάω τα μάτια μου
reojo, de reojo 1. εκφ, κοιτώ παρά της οπής= με την άκρη του ματιού
nos miraba de reojo, μας κοίταζε με την άκρη του ματιού
2. mirar algo, a alguien de reojo, κοιτάζω κάποιον με την άκρη του ματιού
Κοιτάζω κάποιον ή κάτι λοξά, στραβοκοιτάζω
trasojado, da πρχ υσ-τερο-οπη= με όψη αδύναμη προσώπου, με πεσμένο οφθαλμό
1. ε, με ισχνό πρόσωπο
2. με μαύρους κύκλους στα μάτια
ocular πρχ κιάλια
1. ε, α, οπτικός, -ή, -ό, οφθαλμικός, -ή, -ό, infección ocular,
μόλυνση οφθαλμική
2. που γίνεται με όραση, βλέμμα, οπτικός, -ή, -ό, la policía hizo una inspección ocular,
η αστυνομία έκανε μια επιθεώρηση οπτική
3. α, οφθαλμικός φακός
ocularmente 1. επρ, οπτικώς
oculista 1. α θ, οφθαλμίατρος, οφθαλμιστής
ocelo 1. α, ζωλ, πρχ οπ-ούλα, ματάκια σε αρθρόποδα
2. κηλίδες, στίγματα, σαν μάτια σε πτερά εντόμων, πτηνών
ocelado, da 1. ε, ζωλ, οφθαλμό-στικτος, -η, -o
binocular 1. ε, δι-οπτρικός, -ή, -ό, διόφθαλμος, -η, -ο
binoculares 1. α πλ, δι-όπτρες, κιάλια
binóculo 1. α, αμφι> δύο-γυαλιά, ματο-γυάλια
inocular πρχ εν-οπίζω κάτι
1. ρμ, ραντ, μτφ, εμβολιάζω
2. ρμ, μτφ, εμ-βολιάζω κάτι κακό σε κάποιον, με κακό παράδειγμα,
inocular ideas peligrosas, εμβολίασε ιδέες επικίνδυνες
inoculador, ra 1. ε, α θ, εμβολιαστικός, -ή, -ό, εμβολιαστής, -ια
inoculable 1. ε, μη εμβολιαστικός, -ή, -ό, που δεν μπορεί να εμβολιαστεί
inoculación 1. θ, εμβολιασμός
interocular 1. ε, ανα, διο-, μεσο-οφθαλμικός, -ή, -ό
intraocular 1. ε, ανα, ενδοφθάλμιος, -α, -o
monóculo 1. α, μονόκλ
2. επίδεσμος που φοριέται στο ένα μάτι
monocular 1. ε, μον-οφθαλμικός, -ή, -ό
monóculo, la 1. ε, μονόφθαλμος, -η, -o
abrojal 1. α, πρχ από abr-ir> ανοίγο-μάτης= θάμνος από βάτα, σαν πολλά μάτια
abrojo 1. α, βοτ, τριβόλι, λόγω οπών> ματιών ανοιχτών
abrojos 1. α πλ, ναυ, μτφ, ύφαλος, ξέρα, σαν ανοιχτό- μάτι στην επιφάνεια της θάλασσας
ambliopía 1. θ, ιατ, αμβλυωπία
amétrope 1. ε, α θ, αμετροεπής, -ής, -ές , πάσχων από αμετροέπεια
emetropía 1. θ, αμετρωπία
antílope 1. α, αντιλ-όπη
ectropión 1. α, ιατ, εκτρ-όπιο
exoftalmía, exoftalmia 1. θ, ιατ, εξω-φθαλμία
exoftálmico, ca 1. ε, ιατ, εξόφθαλμος, -η, -o
catadióptrico, ca 1. ε, κατοπτρικός, -ή, -ό
catadióptrico 1. α, κάτοπτρο
dioptra 1. θ, φσκ, διόπτρα
dioptría 1. θ φσκ, ιατ διοπτρία
dióptrico, ca 1. ε, φσκ, διοπτρικός, -ή, -ó
dioptrio 1. α, φσκ, δίοπτρο
metopa, métopa 1. θ, ατκ, μετόπη
metoposcopia 1. θ, μετωποσκοπία
miope 1. ε ,α θ, μυωπικός, -ή, -ó, μύωπας
miopía 1. θ, ιατ, μυωπία
presbicia 1. θ, ιατ, πρεσβυωπία
présbita, présbite 1. ε, α θ, πρεσβυωπικός, -ή, -ó, πρεσβύωπας
prosopopeya 1. θ, λγτ, προσωπο-ποίηση
óptica 1. θ, επιστήμη οπτικής
2. σημείο οπτικής σε κάτι, πώς το βλέπουμε
3. μαγαζί με οπτικά
óptico, ca 1. ε, α θ, οπτικός, -ή, -ó
optometría 1. θ, οπτικομετρία , οπτικομετρική
optometrista, optómetra 1. α θ, οπτομέτρης
panóptico, ca 1. ε, τχν, πανοπτικός, -ή, -ó
panóptico 1. α, τχν, πανοπτικό
presbicia 1. θ, ιατ, πρεσβυ-ωπία
présbita, présbite 1. ε, α θ, πρεσβυωπικός, -ή, -ó, πρεσβύωπας
sinopsis 1. θ, σύνοψη
sinóptico, ca 1. ε, συνοπτικός, -ή, -ó
besugo 1. ζωλ, πρχ σπαρούγα= σπάρος
2. μτφ, για άτομο, χάννος, χαζός, -ή, -ό
besuguera 1. θ, πρχ ψαριέρα
besuguete 1. α, ζωλ, λυθρίνι
oftalmía, oftalmía 1. θ, ιατ, οφθαλμία
oftalmología 1. θ, ιατ, οφθαλμολογία
oftalmólogo, ga 1. α θ, ιατ, οφθαλμίατρος, οφθαλμολόγος
oftalmómetro 1. α, οφθαλμόμετρο