OCHO= ΠΡΧ ΟΧΤΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
octete 1. α, χημ, οκτάδα ηλεκτρονίων
octeto 1. α, μσκ, οκταφωνία, οκτέτο
2. πλφ, οκτέτο, ομάδα οκτώ δυαδικών ψηφίων
octingentésimo, ma 1. ε, οκτακοσιοστός
octocoralario 1. α, ζωλ, οκταποδίδα
octodo 1. α, φσκ, οκτάοδη λυχνία
octogenario, ria 1. ε, α θ, οκτο-γεν-αριος= ογδοντάχρονος, -η, -o, ογδοντάρης, -ρα
octogésimo, ma 1. ε, ογδοηκοστός, -ή, -ó
octogonal 1. ε, γμτ, οκταγωνικός, -ή, -ó
octógono, na 1. ε, γμτ, οκτάγωνος, -η, -o
octógono 1. α, γμτ, οκτάγωνο
octópodo 1. α, ζωλ, οκτάποδο
octosílabo, ba 1. ε, οκτασύλλαβος, -η, -o
octosílabo 1. α, οκτασύλλαβος
octosilábico, ca 1. ε, οκτασύλλαβος, -η, -o
octóstilo, la 1. ε, ατκ, οκτάστηλος, -η, -o
octano 1. α, χημ, οκτάνιο
octanaje 1. α, χημ, δείκτης οκτανίων
octandria 1. θ, βοτ, φυτό με οκτώ στήμονες
octandro, dra 1. ε, βοτ, με οκτώ στήμονες
octante 1. α, ναυ, όγδοο του κύκλου
2. γμτ, οκτάδα οκτάντας
octavo, va 1. ε, όγδοος, -η, -o, octavo día, η όγδοη ημέρα
octavo 1. α, όγδοος, vive en el octavo, μένει στον όγδοο όροφο
2. επρ, όγδοον
octavos 1. α πλ, αθλ, φάση των δεκαέξι, σαν οκτώ ζεύγη
2. σνθ, octavos de final, φάση των δεκαέξι
octava 1. θ, ποι, οκτάστιχο
2. μσκ, ογδόη, οκτάβα
3. θρη, το εορταστικό οκταήμερο, μεθεόρτια
4. σνθ, octava real, οκτάστιχο ποίημα με πλεκτή ομοιοκαταληξία στους έξι πρώτους στίχους octava rima, οκτάστιχο ποίημα πολύ διαδεδομένο κατά τον ισπανικό Χρυσό Αιώνα
5. εκφ, la Octava del Corpus, θρη, η όγδοη ημέρα μετά τον εορτασμό της Αγίας Δωρεάς
octavar 1. ρα, μσκ, παίζω μια οκτάβα ψηλότερα
octavario 1. α, θρη, εορταστικό οκταήμερο, μεθεόρτια
octaviano, na 1. ε, ιστ, οκταβιανικός, -ή, -ό, του Οκταβιανού Αύγουστου, la paz octaviaría,
η ειρήνη της εποχής του Αυγούστου
octavilla 1. θ, όγδοο μέρος από χαρτί με πτυχές
2. μτφ, προπαγανδιστικό φυλλάδιο, τρακτ
3. οκτάστιχο
octavín 1. α, μσκ, οταβίνο, πίκολο
infraoctava 1. θ, θρη, πρχ υπ-ογδοα= οκταήμερα εκτός από πρώτη και τελευταία μέρα τους
infraoctavo, va 1. ε, θρη,υπ-ογδοικός, -ή, -ό= σχετικός, -ή, -ó με κάθε μία από τις μέρες των οκταημέρων εκτός από την πρώτη και την τελευταία τους
ochava 1. θ, ατκ, οκτωγώνια λοξότμητη επιφάνεια
ochavado, da 1. ε, οκταγωνικός, -ή, -ó, οκτάπλευρος, -η, -o
ochavo 1. α, ισπανικό νόμισμα που κυκλοφόρησε έως και τον 19ο αιώνα
2. εκφ, no tener (ni) un ochavo, οικ, δεν έχω φράγκο
no valer (ni) un ochavo, οικ, δεν αξίζει μία
ocho 1. ε, οκτώ, somos ocho hermanos, είμαστε οκτώ αδέλφια
hoy cumple ocho años, σήμερα γίνεται οκτώ χρονών
el día ocho, στις οκτώ του μήνα
el año ocho, το οκτώ μ.Χ
está en la página ocho, είναι στη σελίδα οκτώ
2. εκφ, dar igual ocho que ochenta, οικ, δίνει ίδιο 8 με 80= το ίδιο μου κάνει
ocho 1. α, οκτώ, el ocho de marzo, στις οκτώ Μαρτίου
vivo en el ocho de la plaza Mayor, μένω στο νούμερο οκτώ της πλατείας Μαγιόρ
2. σνθ, ocho con timonel, οκτάκωπος με πηδαλιούχο
3. εκφ, ser más chulo que un ocho, οικ, είναι πιο φα-τσουλα κι από οκτώ=
έχω ύφος δέκα καρδιναλίων
ocho 1. θ πλ, για ώρα, οκτώ, las ocho, οκτώ η ώρα
las ocho y media, οκτώμιση
las ocho menos cinco, οκτώ παρά πέντε
ochocientos, tas 1. ε, οκτακόσιοι, -ες, -α, ochocientas pesetas, οκτακόσιες πεσέτες
σε σειρά, el ejemplar ochocientos, το δείγμα οκτακόσια
για χρόνο, el año ochocientos το οκτακόσια μ.Χ.
2. σαν αντωνυμία, οκτακόσια, eran más de ochocientos, ήταν πάνω από οκτακόσιοι
ochocientos 1. α, 800, οκτακόσια, mi décimo es el ochocientos,
έχω το λαχνό με το νούμερο οκτακόσια
ochomil 1. α, κορυφή άνω των 8.000 μέτρων
ochenta 1. ε, ογδόντα, hay ochenta personas, έχει ογδόντα άτομα
pesa ochenta kilos, ζυγίζει ογδόντα κιλά
página ochenta, σελίδα ογδόντα
los años ochenta, η δεκαετία του ’80
celebra su ochenta cumpleaños, εορτάζει τα ογδόντα του χρόνια
2. α, 80, ογδόντα, el ochenta de la calle Mayor, το νούμερο ογδόντα της οδού Μαγιόρ
3. α πλ, η δεκαετία του ογδόντα, Ια movida de los ochenta,
η ατμόσφαιρα της δεκαετίας του ογδόντα
ochentavo, va 1. ε, ογδοηκοστός, -ή, -ό
ochentavo 1. α, ένα ογδοηκοστό
ochentón, ona 1. ε, α θ, ογδοντά-χρονος, -η, -ο, ογδοντάρης, -ρα
chabacanada πρχ τσαμπα> του σωρού, χυδαίο
1. θ, λόγια μπαναλ
2. πράξη, φέρσιμο μπαναλ= χοντροκοπιά, χυδαιότητα
chabacanería 1. θ, πράξη, λόγια με χυδαιότητα,
una cosa es un piropo y otra una chabacanería,
άλλο πράγμα είναι μια φιλοφρόνηση και άλλο μια χυδαιότητα
2. τρόπος που φέρεται, χυδαιότητα, viste con chabacanería, ντύνεται χυδαία
chabacano, na 1. ε, για άτομο, χυδαίος, -α, -o, χοντροκομμένος, -η, -o,
κακόγουστος, -η, -ο, no lo contrataron porque les resultó chabacano,
δεν τον προσέλαβαν γιατί τους φάνηκε χοντροκομμένος
2. για πράξη, λόγια, χυδαίος, -α, -o, χοντροκομμένος, -η, -o
chabacano 1. α, κρεολή γλώσσα των Φιλιππινών
achabacanar 1. ρμ, εκχυδαΐζω, Achabacanar el estilo de una persona,
εκχυδαΐζω το στιλ ενός ατόμου
2. ραντ, γίνομαι χυδαίος, Los gustos se han achabacanado,
τα γούστα έχουν εκχυδαϊστεί
achabacanamiento 1. α, εκχυδαισμός, χυδαιότητα