MÚSCULO= ΜΟΥΣΚΟΥΛΟ, ΜΥΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
mialgia 1. θ, ιατ, μυαλγία
miastenia 1. θ, ιατ, μυασθένεια
miatonía 1. θ, ιατ, μυατροφία
miocardio 1. α, ανα, μυοκάρδιο
miocarditis 1. θ, ιατ, μυοκαρδίτιδα
miodinia 1. θ, ιατ, μυαλγία
miografía 1. θ, μυογραφία
miógrafo 1. α, μυογράφος
miograma 1. α, μυογράφημα
miolema 1. α, ζωλ, σαρκείλημα
miología 1. θ, βιο, μυολογία
mioma 1. α, ιατ, μύωμα
miopatía 1. θ, ιατ, μυοπάθεια
miosis 1. θ, ιατ, μύωση
músculo πρχ μούσκουλα
1. α, μυς μυών, ποντίκι
2. σνθ, músculo cardíaco, ανα, καρδιακός μυς
músculo palmar, ανα, κερκιδικός μυς
músculos palpebrales, ανα, βλεφαριδικοί μύες
músculos pectorales, ανα, θωρακικοί μύες
músculo elevador ανα, ανελκτήρας μυς
músculo estriado, liso ανα, γραμμωτός, ραβδωτός μυς
músculo inspirador, εισπνευστικός μυς
musculatura 1. θ, μυϊκό σύστημα
musculoso, sa 1. ε, ανα, μυϊκός, -ή, -ό, μυώδης, -ης, -ες
2. με μούσκουλα= γεροδεμένος, -η, -o
muscular 1. ρμ, κάνω μούσκουλα, ενδυναμώνω τους μύες,
2. ραντ, μουσκουλάρομαι, ενδυναμώνονται οι μύες
musculación 1. θ, μυϊκή ενδυνάμωση, γράμμωση
muscular 1. ε, μυϊκός, -ή, -ό, μυώδης, -ης, -ες
intermuscular 1. ε, ανα, μεσο-μυϊκός, -ή, -ó
intramuscular 1. ε, ενδο-μυϊκός, -ή, -ó
muslo πρχ μυς, μούσκουλο
1. α, μηρός, μπούτι
2. μπούτι κοτόπουλου, γαλοπούλας, ¿quieres muslo o pechuga?
θέλεις μπούτι ή στήθος;
muslamen 1. α, οικ, μπούτια
muscardina 1. θ, θανατηφόρος ασθένεια εντόμων
muscardino 1. α, ζωλ, μυωξός, τυφλο-πόντικας
morcillo πρχ μυ-ούλης
1. α, μπράτσο ατόμου
2. κότσι βοδιού
murajes 1. α πλ, βοτ, αναγαλλίς η αρουραία, περδικούλι φελλόχορτο, γαλατσίδα
Murcia 1. ονο, Μούρθια
murciano, na 1. ε, μουρθιανός, -ή, -ό, από την Μούρθια
2. α θ, μουρθιανός, -ή γηγενής, κάτοικος της Μούρθια
múrido 1. α, ζωλ, μυίδα, μουρίδα
múrido, da 1. ε, ζωλ, μουριδα-ικός, -ή, -ό, που ανήκει ή που σχετίζεται με τη μουρίδα, μυίδα
murciélago 1. α, μουρίδα που πετά ή μουρσιε-λαγο> νύχτα> μαυρο-λογη= νυχτερίδα